back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 12

    Ανασκόπηση: Τέμπη – από το The Press Project

    Μια ιδιαίτερα κατατοπιστική ανασκόπηση της πορείας που οδήγησε στην τραγωδία των Τεμπών και των επακόλουθων αντιδράσεων από τον Κωνσταντίνο Πουλή του The Press Project.

    “Θέλουμε να παρουσιάσουμε όσο πιο ψύχραιμα μπορούμε, δηλαδή όχι πολύ, όλο το υλικό τεκμηρίωσης που έχουμε συγκεντρώσει για το τι έφταιξε για το έγκλημα στα Τέμπη. Αν όλα αποδοθούν σε ένα ανθρώπινο λάθος τότε απλώς θα ελπίζουμε να μην ξανακάνει κάποιος λάθος. Αυτο είναι κάτι που δεν πρέπει να αποδεχθούμε. Θα μιλήσουμε για την υποβάθμιση, την απαξίωση, την ιδιωτικοποίηση, τη διερεύνηση, όλα αυτά που οδηγούν στο να χάνονται ζωές. Γιατί το κρίσιμο για την ιδιωτικοποιηση δεν είναι η αλλαγή μάνατζμεντ, αφού και οι δημόσιες επιχειρήσεις προλαμβάνουν μάνατζερς από τον ιδιωτικό τομέα. Το κρίσιμο είναι η εξαντλητική δίαιτα που προηγείται για να γίνει μια επιχείρηση ελκυστική. Τέτοια δίαιτα που σταματούν να λειτουργούν ζωτικά όργανα.”

    Συγγραφική ομάδα “Ανασκόπησης”.

    image_pdf

    Αποφεύγετε την πρωινή έκδοση της Piera del Bando

    Ο Jean Solé, γεννημένος το 1948, είναι Γάλλος σχεδιαστής καρτούν. Έχει συνεργαστεί με περιοδικά όπως το L’Écho des savanes, το Pilote και το Fluide Glacial.

    To ιδιαίτερο στυλ του είναι ένα μείγμα ρεαλισμού και οπτικών παραλογισμών. Του αρέσει να γεμίζει τις σελίδες με πλήθος λεπτομερειών και συχνά τα έργα του είναι σαν μεγάλες τοιχογραφίες όπου αναμειγνύονται σύμβολα, διάφοροι χαρακτήρες και τρελές επινοήσεις.

    Η φωτογραφία είναι από έργο του για εξώφυλλο της Echo des savanes τον Δεκέμβρη του 78.

    image_pdf

    Η γεωργική επανάσταση VI

    – Έτσι εγινήκανε τα κράτη που ηξέρουμε εμείς σήμερα και μαλώνουμε κράτος με κράτος και κάνουμε συμμαχίες Ατλαντικές, Συμφώνου Βαρσοβίας και τα λοιπά, εμείς κι εσείς, και μακελεύεται ο κόσμος και δε βρίσκει ησυχία. Διότι μετά εγινήκανε πολλές Συμφερουπόλεις, μετεξελισθείσαι εις κράτη. Και εξηγήσαμε τι είναι τα κράτη. Αυτοί που τρώνε τον άμπακα και που σου τσουτσαίρνουνε, νομίμως, μέχρι και το μεδούλι.
    Τώρα κοίτα να ιδείς. Όλ’ αυτά εγινήκανε στην ονομασθείσα αργότερον Εύκρατη Ζώνη. Εκεί που ο καιρός είναι καλός, όλο το χρόνο. Μεσοποταμία, Ινδία, Κίνα, Κεντρική Αμερική, Βόρεια Αφρική, Μεσόγειος. Από κει εξεκίνησε ο σημερινός κρατικός πολιτισμός. Τρομάρα του!
    Πιο ψηλά και πιο χαμηλά ετρώγανε βελανίδια ή μπανάνες. Οι περί το κέντρον τση Γης πρωτοπροοδέψανε. Και Πυραμίδες εχτίσανε και Παρθενώνες και Ταζ Μαχάλ και Σινικά Τείχη και ιερά Μάτσου Πίτσου κι εντρυφήσανε και εις τα γράμματα και εις τας τέχνας. Επήγανε ομπρός.
    Εδιακριθήκανε οι Έλληνες. Σελλοί, τρελοί. Άνευ αντιρρήσεως. Επήρανε τη συσσωρευθείσαν γνώσιν και τση εδώκανε μία και την επήγανε εις ύψη δυσθεώρητα. Μέχρι τα σήμερα πολλοί ούτε που τήνε καταλαβαίνουμε κι αυτήνε και τη φιλοσοφία της κι ούτε πρόκειται να τήνε καταλάβουμε εις τον αιώνα τον άπαντα. Όπως και τη τεμπεγιά της (μεγάλο δικαίωμα το «βαργιέμαι» και περικαλώ να συμπεριληφτεί στη χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), το δε βαργιέσαι αδερφέ και το φιλότιμό της.
    Ανεσίσταγο σόϊ, απρόβλεφτο, απρογραμμάτιστο. Ικανό για το μεγαλύτερο καλό αλλά και για το κακό. Έχει όμως το φιλότιμο στο τσεπάκι του. Έχει ΤΙΜΗ! Και την αγαπάει τη Τιμή του. Ξέρεις τι είναι ν’ αγαπάς τη Τιμή σου;
    – Να μη ξεφεύγομεν όμως εις περιττούς προλόγους. Περικαλώ!
    – Μάλιστα και ευχαριστώ που με επαναφέρατε εις την τάξιν. Επί της ιδικής μας Συμφερουπόλεως, το λοιπόν.
    Κάπως έτσι εγίνηκε η αρχή. Όξω από την Συμφερούπολη, πολλοί επερνάγανε από τα μέργια τους, κι από δούλους, να!, μύρμηρο. Οι δούλοι αλλάξανε τα πάντα όλα. Μέχρι κι ο τελευταίος πολίτης (μεγάλος τίτλος) είχε δούλους. Ετρώγαν’ όλοι καλά και δε δουλεύανε. Δουλεύαν’ οι δούλοι, αν και η Αϊσά επέμενε και τσου δώκανε προνόμια, λόγω προελεύσεως. Και ψωμί πρωΐ και βράδυ. Τσου συμπονούσε, δικοί της ήτανε, αλλά εκοίταε και για τη πάρτη της και για το μιτσόνε που εξεσπούρδιζε. Να γίνει Άναξ σα και το πατέρα του εσκεφτόντανε. Και να του δώκουνε και το Μετάλλιο τση Περικνημίδας που δε το δώκανε του μπαμπά του. Δαρείο τον έβγαλε. Τ’ όνομα του δικού της μπαμπά. Αλλά τση βγήκε λαπάς. Αργότερα γι αυτόν.
    Από τα οροπέδια του Παμίρ εξεκινήσανε κάτι φυλαί και δρόμ’ επήρανε, δρόμ’ αφήκανε και μερικοί εφτάκανε εις τι μέρος όπου εφύετο η φαιδρά πορτοκαλέα. Είχανε κι ονόματα. Δωριείς, Ίωνες, Αιολείς, Αχαιοί. Εκατάπιανε τσου γηγενείς, μέχρι και τσου Πελασγούς και τσου Μινωΐτες, κι εστρογγυλοκαθήσανε εις ον χώρον σήμερον κατέχουν κι ακόμα παραπάνου. Ξύπνιοι και δουλευταράδες, καλοπερασάκιδες και περίεργοι επί τση περιέργειας αλλά ανάλογα με τα φεγγάργια. Εκάμανε και τι δεν εκάμανε. Κι επειδής ο τόπος τους ήτανε μιτσός και περιορισμένης καταναλώσεως, απλωθήκανε. Εις αποικίας. Προς άγραν πελατών.
    Πρώτ’ απ’ όλα το ρίξανε στο εμπόργιο. Να κονομήσουνε. Αλλάξανε και τας αποθήκας.
    – Άντε ρε, που θα μαζώνουμε τα στάργια σας να μας τα τρώνε οι μποντίκοι… Εδώ εις το Λαύριον βγάνουνε εν σπάνιον μέταλλον.
    – Τι είναι το σπάνιον;
    – Είδος πολυτελείας, είδος εν ανεπαρκεία. Όπως τ’ άλευρα που πήρανε τ’ απάνου τους δεκαπέντε τακατό και δε μου πρσσεύουνε να κάμω πίτα. Όπως αι Σπάνιαι Γαίαι, απαραίτητοι δια τα κινητά. Σπάνιον είναι τ’ ασήμι. Και ως εκ της σπανιότητος, πολύτιμον και συλλεκτικόν.
    – Εις το Παγγαίον βγάνουνε χρυσόν.
    – Ακόμα καλύτερα. Έχεις κύργιε ασήμι; Έχεις χρυσόν;
    – Όχι.
    – Είσαι τενεκές ξεγάνωτος.
    – Μάαα…
    – Μάξις και ξερός. Αυτά έχουν’ αξία.
    – Ποιός το λέει;
    – Η Τράπεζά μας. Δε μαζώνει άλλο στάργια. Τι να τα κάμει; Μαζώνει χρυσόν και άργυρον που δε πιάνει και πολύ τόπο. Ο κόσμος πάει μπροστά. Σιγά που θα μου δίνεις τέσσερεις κατσίκες για ένα βόδι. Πού να το βάλω κοτζαμάν βόδι; Σώνει η ανταλλακτική οικονομία, εδώ μεθαύριο θάχουμε μπιτ κόϊν. Πού ζιείς;
    – Μμμμ…, κάτι δε μ’αρέσει. Εγώ θέλω να σου δίνω και να μου δίνεις. Εκ του άλλου κι ο άργυρος κι ο χρυσός δε τρώονται. Τρώονται;
    – Έχουν’ αξία.
    – Ποιός το λέει αυτό;
    – Ήμείς! Το κράτος!
    – Τιμώ το κράτος σας, ξεφτελισμένοι. Σας είδαμε επροχτές που εκείνο το καλόπαιδο με το τέθριππο όχημα επήρε αμπάριζα ένα σωρό κόσμο εν μέση οδώ και κλαίανε μαύρο δάκρυ μανούλες και μανούλες. Ούτε επιδέσμους δεν είχατε.
    – Θα αποδωθούν αι ευθύναι. Και τον υπεύτυνον θα τον εξοστρακίσομεν. Να πάει αλλού. Τόσες αποικίες έχομεν. Το λένε όλα τα κανάγια στο Πρώτο Σάρτο. Αυτοί δε ξέρουνε; Οι Πρωτοψάρτες;
    – Κι εσείς δεν εισάστενε υπεύτυνοι; Δε τον αφήκατε το λεγάμενο να κόβει βόρτες με το τέθριππο εντός του πλήθους και εκτός ΚΟΚ;
    – Ο υπεύτυνος του Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας θα εξοστρακιστεί κι αυτός.
    – Εις Άργος Ορεστικόν;
    – Προσωρινώς εις τας Στήλας του Ηρακλέους, να κάνει το τροχονόμο εις τον μέλανα αλευρώδη που τα σακάτεψε, ο άθλιος, τα μήλα των Εσπερίδων, κι έχουμε μείνει από χυμό και βιταμίνη σε. Δε βλέπετε τη τελεόραση που λέει την αλήθεια; Τι; Όλοι το Ράδιο Αρβύλα βλέπετε;
    – Και μετά;
    – Θα βάλει υποψηφιότης. Αβανταδόρικη, διότι μας εχρειάεται το επώνυμον.
    – Για να ιδούμε…

    image_pdf

    Η γεωργική επανάσταση V

    Η δουλίτσα, Αϊσά τήνε λέανε, είχε πάει να πλύνει τ’ ασπρόρουχα στας όχθας του Τίγρεως. Ο μυαλωμένος τση την έπεσε.
    – Τι κάνεις Αϊσά, κόρη μου;
    – Πλένω τα σώβρακα του Μεγαλοπρεπούς Άνακτος, τί τα λέρωσε ελαφρώς εις τον καβάλον.
    – Έχει ακράτεια;
    – Αυτός; Σ’ άλλο έχει ακράτεια. Ολόκληρο χαρέμι βαϊλεύει.
    – Σίδερο στη μέση του. Κι εσύ; Παραπονεμένη;
    – Τώρα όχι…, αλλά μετά; Τώρα μ’ έχει στα όπα-όπα, ο αντρειωμένος μου. Μ’ έκανε και τον αγάπησα ο αφιλότιμος. Αλλά δεν είμαι και καμιά κουτοσόρω να μη καταλαβαίνω. Θα με βαρεθεί και θα με παραπετάξει σα το σφουγγαρόπανο.
    – Υπάρχει τρόπος ν’ αγαπάει μόνο εσένανε και να τσι διώξει όλες τσι άλλες, τσι γκιόσες.
    – Πέστε μου, πέστε μου…
    – Να! Το βλέπεις αυτό το μπουκαλάκι;
    – Μάλιστα!
    – Μου τόχει δώκει ο Ζαρατούστρας για έκτακτες περιπτώσεις, σα και τη δικιάνε σου.
    – Ο ίδιος ο Ζαρατούστρας;
    – Αυτοπροσώπως! Ήρθε και μ’ έβρηκε εν τω μέσω τση ερήμου. Και μούδωκε το μπουκαλάκι. Άμα του ρίξεις πέντε σταγόνες στη μπύρα του… Πίνει;
    – Όλη μέρα.
    – Πέντε όμως μετρημένες, όχι παραπάνου. Πρόσεξέ σου! Θα διώξει όλες τσι άλλες κι από δουλίτσα, Αϊσά κόρη μου, θα σε κάνει Βασίλισσα και θάχεις και στέμμα.
    – Εγώ αυτόνε θέλω, δε μ’ ενδιαφέρει το στέμμα. Διότι, αλλά μη το πείτε, με τη κοιγιά στο στόμα είμαι. Δε βλέπετε;
    – Θα του κάμεις τον διάδοχον; Τότε μη περιμένεις άλλο. Ρίχτου τσι σταγόνες, είναι και διαβασμένες.
    Έτσι κι έγινε. Τούριξε τσι σταγόνες αλλά με το μάτι. Δεν είχε εφευρεθεί ακόμα το σταγονόμετρον. Το κατέβασε ο Άναξ, το ύστερό του, και τη διάταξε:
    – Βάλε μου κι άλλο.
    Και μέχρι να πιει το άλλο έγινε μια πτωματάρα πολύ σπέσιαλ ο Άναξ. Αυτή ετράβουνε τα μαγιά της.
    – Ο άντρας μου, ο Βασιλέας μου, ο Άναξ μου, τι μούκανες; τι μούδωκες και τούδωκα;
    – Μήπως τούριξες παραπάνου από πέντε σταγόνες;
    – Δεν ηξέρω. Ημπορεί… Μέσα στη φούργια μου… Δε τόθελα.
    – Άαα…, τι να σου κάμω κι εγώ… Αλλά δε φταις εσύ. Άγνωστοι αι βουλαί του Ζαρατούστρα. Εδώ σηκώνουμε τα χέργια ψηλά.
    Ξαναγίνανε τελεταί, μπροστά τα στεφάνια, μετά αι φιλαρμονικαί, μετά τα στρατά, μετά το λείψανο επί κυλίβαντος πυροβόλου (ρε άσ’ τσι σάρτσες…, είχανε πυροβόλα ετότες;) κι οπίσω η Αϊσά και το ρέστο χαρέμι μετά των μυαλωμένων ως πενθούντων συγγενών. Εφάγανε καλά οι πιτσικαμόρτηδες και κολλήσανε στσου πύργους και κεραμικά φογέτα.
    Ο μυαλωμένος έβγαλε τον επικήδειο.
    – Ούτος ήτο ο ανήρ!
    Και μετά ανάψανε φωτιά μεγάλη και τόνε κάψανε τον Άνακτα, το μπεχλιβάνη, το καραμπουζουκλή. Και θυσιάσανε κι ένα βόδι και το φάγανε για το συχώργιο. Του Ζαρατούστρα δε τ’ αφήκανε μήτε κοκκαλάκι.
    Οι αργολάβοι ελέανε που πρώτα ήπρεπε να του κάμουνε πυραμίδα, για να κονομήσουνε το έργον, αλλά δεν είχαν’ ανακαλυφθεί τα περί τση ταριχεύσεως και θα τσου βρώμαγε. Κι έτσι τόνε κάψανε τελικώς κι εσκορπίσανε τη στάχτη του εις τσου πέντε ανέμους, όσαι και αι σταγόναι.
    Και την Αϊσά από τη συγκίνηση τήνε πιάκανε οι πόνοι, τση σπάσανε τα νερά και ξεπέταξε τον διάδοχον, άρον-άρον.
    – Και τώρα; Θα είμεθα άνευ εξουσίας;
    – Θ’ αναλάβει, κληρονομικώ δικαίω, ο διάδοχος.
    – Ο διάδοχος; Αυτό ακόμη λερώνει τα σπάργανά του.
    – Μέχρις ότου ενηλικιωθεί θα τον αντικαθιστά η Βασιλομήτωρ Αϊσά. Που την έχουμε και στο χέρι λόγω σκοτεινού παρελθόντος. Αυτή τον έφαε. Μη με κάνετε να μιλήσω…, έτσι;
    – Μη μιλήσεις. Η σιωπή είναι χρυσός.
    – Κι επειδής αυτή δεν ηξέρει ούτε την υπογραφή της να βάνει, κουμάντο θα κάνουμε εμείς που ξέρουμε. Έτσι γίνονται αι σύγχρονοι επαναστάσεις. Με τρόπο. Κι όχι κατεβάζω τα τανκς στους δρόμους υπέρ τση Εθνοσωτηρίου. Αυτά είναι βάρβαρα πράματα. Θα τα γράψει κι η Ιστορία μετά από χρόνια. Στα μουλωχτά γίνονται οι επιτυχείς επαναστάσεις κι όχι παίρνουμε μία ντουζίνα τανκς, ένα πουλί με δυο κεφάγια και τα ρέστα.
    – Μάλιστα. Και;
    – Γράφε! Άρθρον πρώτον. Όλοι οι δούλοι ανήκουν εις το Κράτος.
    – Και ποιό είναι το Κράτος;
    – Τι βλάξ, Ζαρατούστρα μου… Ημείς είμεθα το Κράτος!

    image_pdf

    Η γεωργική επανάσταση ΙV

    Ο Βασιλέψ ανασκαμνίστηκε κι ασκώθηκε να πάει προς νερού του και να δει την Ανατολή. Κατά πόδας του ο γραμματικός.
    – Ωραίο πράμα η Ανατολή. Κι εξαλάφρωσα.
    – Το σημειώνω, ώ Βασιλεύ!
    – Αυτοί τι κάνουνε; κοιμόνται; Φρουροί να σου πιτύχει… Βάρτους μια κλωτσιά να ξυπνήσουνε γιατί εγώ έβγαλα οκιοπουλίν και μη με λαχτίσει.
    – Διατάχτε! ώ Βασιλεύ!
    – Ρε άντ’ απόκια, καραγκιόζηδες…
    Εμύρισε το πρωινό αγεράκι.
    – Σας μυρίζει κάτι; Σα κάτι καμένο ακούεται.
    – Εμείς, πάντως, το μάτι τση κουζίνας το κλείσαμε.
    – Βρε σεις! Εδώ από κάτου ανάψανε φωτιά. Ποιοί είν’ αυτοί;
    – Καραβάνι που ξαποσταίνει.
    – Αμείτε μάστε τους και να μου τσου φέρετε να τσου ανακρίνω.
    Ετσακιστήκανε και τσου φέρανε.
    – Από πού ερχόσαστε, βρε καλόπαιδα;
    – Πέρα από το Αφγανιστάν.
    – Έσωσε ο πόλεμος κει κάτου;
    – Μπάαα… κι εμείς λόγω του πολέμου εφύγαμε.
    – Δασμούς μου πλερώσατε;
    – Τι είναι οι δασμοί;
    – Φόρος για να κάθεται το κεφάλι σας εκεί που είναι.
    – Εμείς φτωχοί ανθρώποι ειμάστενε, δεν έχουμε.
    – Δε ξέρω, άμα δεν έχετε θα με ξεπληρώσετε με εθελοντικήν και καταναγκαστικήν εργασίαν εις τους αγρούς μου.
    – Για πόσο;
    – Για όσο. Θα σας κάνω δούλους κι όποιος πάει να το σκάσει θα φονεύεται. Τους βλέπετε αυτούς τους φρουρούς; Όταν δεν κοιμόνται όρθιοι είναι πολύ άγριοι. Εμπρός μαρς!
    Τα μάθαν’ οι μυαλωμένοι.
    Είδες ο Βασιλέψ που τον είχαμε για βλάκα; Εξησφάλισε δωρεάν εργατικόν προσωπικόν! Κι όχι σα και τους δικούς μας τους εργάτας που σου κάνουνε και καταγγελία στον Επόπτη Εργασίας. Αυτό είναι, διότι και τα στάργια για να γίνουνε θέλουνε χέργια κι εδώ ο Βασιλέψ έχει χέργια τζάμπα.
    Έτσι εγεννήθη η Δουλεία, πολύ ωφέλιμο πράμα άμα δεν είσαι δούλος. Και εκ της Δουλείας μας προέκυψε η δουλειά και τήνε ψάχνουμε σήμερον εις τας μικράς αγγελίας για 600 ευρώ μαύρα και άνευ ασφάλισης. Πάντως, οι μυαλωμένοι επήγανε να δώκουνε τα συχαρίκια στον Βασιλέψ.
    – Μέγα Άναξ, μπεχλιβάνης-μπεχλιβάνης, αλλά εκάματε κίνησιν ρουά ματ. Συγχαρητήργια! Σας εφέραμε και το Μετάλλιον Μεγαλοπρεπούς Αξίας, κατ’ εξαίρεσιν και με μέσον, διότι προχθεσινός είστε και κανονικά δεν το δικαιούσθε.
    – Περικνημίδος δεν είχατε;
    – Θα ανακαλυφθεί αργότερον από τα τρία λιοντάργια. Αλλά αν επιτρέπεται αυτό με τους δούλους πως το εσκεφτήκατε;
    – Έ!, καλά τώρααα… Διαθέτομεν και νιονιό!
    – Να γράψετε το «Εγχειρίδιον του καλού Δουλεμπόρου» το οποίον και τώρα θα μας είναι χρήσιμον αλλά και μετά μερικούς αιώνας θα γίνει ανάρπαστον μέχρι και εις μίαν μακρινήν Ήπειρον που δεν έχει ανακαλυφτεί ακόμα.
    – Θα το σκεφτώ, διότι και αι κεραμικαί πλάκες έχουν ακριβύνει τελεταίως. Τις χρησιμοποιούνε και για πλακάκια μπάνιου. Άσε που κάτι περίεργοι σου ζητάνε και ISBN.
    Πολύ εσυγκινήθη ο Βασιλέψ με το «Μέγα Άναξ» και το Μετάλλιον Μεγαλοπρεπούς Αξίας. Ως φαίνεται θα είμαι σπουδαίος εσκέφτηκε και απεσύρθη εις τα διαμερίσματά του παρέα με μίαν μικράν δουλίτσαν που τήνε κράτησε για τη πάρτη του.
    Εδώ πέφτει αυλαία, διότι άμα και σε πιάκει στο στόμας της η Αντιπολίτεψις μπορεί και να σε κάνει βούκινο εις όλα τα ΜΜΕ και νάχεις ντράβαλα. Κυκλοφορούν και ρουφιάνοι.
    Αυτή όμως η επιτυχία του τον έφαε τον Άνακτα καθ’ όσον οι μυαλωμένοι ένα βράδυ που ήτανε ξαπλωμένοι στην αμμούσα κι εβλέπανε τ’ αστέργια και τσου δίνανε ονόματα, εκάμανε και το λογαργιασμό.
    – Δηλαδής τώρα τι; Αυτός με το στρατό του θα πιάνει δούλους αβέρταμάν; Να του δουλεύουνε τζάμπα; Να παράγει φτηνότερα; Θα μας εφάει στον ανταγωνισμό! Θα τον αφήκουμε να μας εκαταπιεί; Αφού εμείς τον εκάμαμε Βασιγιά. Είναι ηθικόν; είναι δίκαιον; Δε το θέλει μήτε ο Ζαρατούστρας.
    – Δε το θέλει, δε το θέλει…
    – Γι αυτό σας λέω. Ποιός μας πάει κόντρα; Ο Βασιλέψ; Να τόνε φάμε να βάλουμ’ άλλονε, δικόνε μας.
    – Κι αυτός δικός μας δεν είναι;
    – Ναι, αλλά τώρα μας το παίζει εγώ είμαι κι άλλος δεν είναι. Άσε που πήρε και την δουλίτσαν εις την λεοντήν. Επιτρέπεται; Μίαν νεάνιδα νομάδα, κατωτέρας φυλής; Χωρίς τίτολους ευγενείας; Από πού κρατάει η σκούφια της; Άμα το μάθει ο Λαός θα αγαναχτήσει. Ημείς και ο Λαός μας είμεθα από άλλη ράτσα. Δεν ειμάστενε όλοι ίσια κι όμοια. Θα πέσει φωτιά να μας εκάψει.
    – Σκατόρατσες ειμάστενε, αλλά συμφωνώ κι επαυξάνω.
    Αγαναχτήσανε ολ τουγκέδερ. Τσου ανάψανε τα λαμπάκια. Και στον ουρανό αναβοσβήνανε τ’ αστέργια σα τα φωτορυθμικά.
    – Βλέπετε; Ως και τ’ άστρια διαμαρτύρονται. Κι αυτά μεθ’ ημών είναι.
    – Αν και ξαπλωμένος ορθώς ομίλησες. Και πώς θα γίνει η δουγειά;
    – Θα κάνομεν μίαν επανάστασιν.
    – Επανάστασιν;
    – Θα σας πω.

    image_pdf

    Παράξενη Αποκριά, μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια

    Όπως όλα τα τελευταία χρόνια, έτσι κι εφέτος οι Απόκριες ήρθαν και έφυγαν αφήνοντας πίσω τους μια χούφτα κομφετί, που δεν πετάξαμε, ένα σκονισμένο ντόμινο, που δεν φορέσαμε, μια χοροεσπερίδα αφιερωμένη στη ρούμπα και στη σάμπα, που όλοι περιμέναμε και δεν έγινε.

    Δίχως κέφι και μπρίο ήταν τα φορτωμένα καπνό και αλκοόλ οργανωμένα πάρτι.

    Μια τοπική παρέλαση σχολών χορού και δημοτικών σχολείων ήταν η πομπή του Καρνάβαλου.

    Μάταια ένα-δυο γκρουπ θέλησαν να ξαναζωντανέψουν παλιές αποκριάτικες στιγμές.

    Όσο κι αν το προσπάθησαν δεν τα κατάφεραν.

    Πουθενά δεν ξεχώρισαν φιγούρες όπως του Μάχου του ΡΟύση με το κολλέγειο η “Αγνή Σουζάνα” και τους Λανσιέδες, κι όπως της Άννας της Δαφνή με το πλούσιο μπούστο, το ημίψηλο μαύρο καπέλο και το μικρόφωνο το στολισμένο σερπαντίνες.

    Την πομπή δεν ακολούθησαν αυτοσχέδια σατιρικά γκρουπ σαν τα αξέχαστα δημιουργήματα του καθηγητή Κατσούλη, κι άρματα εμπνευσμένα με χιούμορ από την επικαιρότητα και τη ζωή μας.

    Ο χαρτοπόλεμος δεν σκέπασε τους δρόμους και η εκκωφαντική μουσική από τα μεγάφωνα δεν μας ταξίδεψε στη χώρα της ξεγνοιασιάς και της διασκέδασης.

    Κέντρα όπως ο Φοίνικας, το Χωριό, οι Εσπερίδες, η παλιά Εκάτη, που άλλοτε στέγαζαν το ξεφάντωμα του τριωδίου, ερασιτέχνες τραγουδιστές και τραγουδίστριες, μπάντες, θαμώνες με γυαλιστερά κουστούμια και καλοραμμένες τουαλέτες, μάσκαρες με στολές γεμάτες φαντασία και πολύχρωμες περούκες, πανέρια με γαρίφαλα και σπασμένα πιάτα στην πίστα, έκλεισαν για πάντα και τα λουκέτα σκούριασαν στις πόρτες τους.

    Εμείς, παγιδευμένοι σε μια άχαρη, μονότονη, ποτισμένη με άγχος καθημερινότητα και μεθυσμένοι από τη συνήθεια αποδοχής κακόγουστων διασκεδάσεων και εκδηλώσεων, για μια ακόμα φορά αρνηθήκαμε να αφεθούμε στη δίνη των βραζιλιάνικων ρυθμών.

    Αδιάφοροι και βιαστικοί δεν περιμέναμε καν να παρακολουθήσουμε το κάψιμο του σιορ-Καρνάβαλου, και με δικαιολογία ένα κάποιο αεράκι γυρίσαμε σπίτι.

    Τυλιγμένοι με τη νωχέλεια και την καλά κρυμμένη κατάθλιψή μας, μ’ ένα ποτό στο χέρι κοντά στην τηλεόραση, αφήσαμε ν’ αργοκυλήσει και η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς και να ‘ρθει η Καθαρά Δευτέρα.

    Γέμισε το τραπέζι σαρακοστιανά. Τι κι αν ήταν όλα ακριβότερα εφέτος.

    Οι χαρταετοί, κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι, μπλε, πέταξαν ξανά στον αέρα.

    Στο τέλος της μέρας χάθηκαν ψηλά στον ουρανο, αφήνοντάς μας κάτω στη γη ν’ αναρωτιόμαστε πόσα άραγε από αυτά, που τόσα χρόνια περιμέναμε, μας προσπέρασαν και έφυγαν μαζί τους.

     

    *Σ. Poeta del Bando: Ο τίτλος είναι παράφραση στίχου του ποιήματος “Παράξενη Πρωτομαγιά” του Νίκου Γκάτσου.

    image_pdf

    Σ’ αυτούς που έφυγαν… Σ’ αυτούς που έμειναν…

    Ήταν ένα δρομολόγιο όπως τα άλλα. Μόνο που αυτή τη φορά η πλειοψηφία των επιβατών ήταν νέοι. Ήταν φοιτητές και φοιτήτριες που, μετά από ένα τριήμερο ξεγνοιασιάς και ξεκούρασης, επέτρεφαν στη σχολή τους.

    Κανένας δεν προέβλεψε το κακό που θα’ ρχόταν.

    Η σύγκρουση με την εμπορική αμαξοστοιχία ήταν ακαριαία. Σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα η χαρά του ταξιδιού έγινε τρόμος.

    Τυχεροί όσοι βρέθηκαν στα τελευταία βαγόνια. Αυτοί σώθηκαν.

    Οι υπόλοιποι τραυματίστηκαν, ακρωτηριάστηκαν, κάηκαν, απανθρακώθηκαν.

    Είπαν: ήταν ανθρώπινο λάθος, μια κακιά στιγμή, ο υπεύθυνος θα τιμωρηθεί.

    Κανένας δεν αναφέρθηκε στα πραγματικά αίτια της ανθρώπινης τραγωδίας, γιατί κανένας δεν ήθελε ν’ απογυμνωθεί και να μάθουμε αυτά που τόσα χρόνια βλέπαμε κι υποψιαζόμαστε.

    Πίστεψαν πως ένας δακρύβρεχτος λόγος, μια παραίτηση, λίγα λουλούδια, κάποιες φρούδες υποσχέσεις, αρκούν για να γιατρέψουν τον πόνο και να κοιμήσουν ή ακόμα και να σκοτώσουν τη μνήμη και τη συνείδησή μας, τις ποτισμένες με θλίψη, θυμό κι οργή για το άδικο αίμα και για όσα έχουν συμβεί και συμβαίνουν στον τόπο μας.

    Ας σιωπήσουν λοιπόν οι υπεύθυνοι κι ας αναλάβουν σοβαρά τις ευθύνες τους δίχως να τις θάψουν για μια ακόμα φορά στα συντρίμια ενός πολύνεκρου δυστυχήματος.

    Ας αφουγκραστούν έστω για λίγο την κραυγή και τον θρήνο ενός ολόκληρου λαού που πενθεί, κι ας ακούσουν τη φωνή μιας μάνας που σπαράζει:

    “ΣΚΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ!
    ΤΩΡΑ ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΦΙΛΟΙ, ΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ, ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ!”

    image_pdf

    Η γεωργική επανάσταση ΙΙΙ

    Εγίνανε τελεταί. Το κόρο έψαλε ο Βασιλέψ εβασίλεψε, ο Βασιλέψ εβασίλεψε, ήρθε κι ένα κάρο στολισμένο και τον έκανε βόρτα εις όλον τον συνοικισμόν. Οι φοινικιές τήνε πληρώσανε. Τσου κόψανε όλα τα βάγια και τα κουνάγανε. Ετρώανε και τα τάταλα και φτυούσανε τα κουκούτσια. Ωραία πράματα.
    – Πρέπει κάτι να πεις, τούπανε. Πάρε ‘δώ τη ρετσέτα.
    – Λαέ τση Συμφερούπολης! Ημείς είμεθα ο Βασιλέψ και περικαλώ τα κουκούτσια να μη τα φτυείτε κατ’ απάνου μου. Πρώτον και κύριον δε ζιείτε εις συνοικισμόν. Αλλά εις Πόλιν, ήν σήμερον ιδρύω, και το πρώτον θα τήνε περιτοιχίσετε για να κοιμομάστενε ήσυχοι και μ’ ανοιχτά παράθυρα. Θα κάμετε και αγγαρείαν καστροκτισίας διότι άνευ περιβόλου πώς θα ζώμεν εν ασφαλεία; Νομίζω; Άμα δε το κάνετε θα πέσει καρπαζά. Και το εν δέκατον της εσοδείας σας θα μου το δίνετε για πάρτη μου, να κάμω στρατόν ισχυρόν, πρώτον για να μη μου κουνηθείτε εσείς ποτές και δεύτερον για να πάμε να κλέψουμε κάτι βόδια που έχουνε οι γειτόνοι, τα οποία κατόπιν εξετάσεως Ντιν Νταν Άε δικά μας ήτανε από αρχαιοτάτων καθ’ όσον έχουσι και τα μεγαλύτερα κέρατα σα και τα δικά σας. Θα κονομήσομεν όλοι.
    Ζήτω! εφώναξε ο Λαός. Και οι εργάται ζήτω, καθ’ όσον το τελευταίο περί βοδιών πολύ τσου άρεσε. Έσωσε το πανηγύρι, εκάμανε και θυσία ένα βόδι, διότι πολύ το λιμπιζόντανε ένας Ζαρατούστρας, μεγάλη η Χάρη Του, ο οποίος τσούχε κατσικωθεί ως αόρατος παρτσινέβελος κι ήθελε και το κρεατάκι του.
    Οι μυαλωμένοι, αφού εβάλανε τον Βασιλέψ επί προβιάς λιονταργιού να νεκρωθεί, εμαζωχτήκανε.
    – Και τώρα; Εμείς πως θα φάμε;
    – Δεν είπαμε; Θα βάλουμε χέρι εις τας αποθήκας.
    – Και πώς; Εδώ γράφουνε πόσο στάρι μπαίνει και πόσο στάρι βγαίνει και ποιανού είναι.
    – Θα πιάκουμε τσου γραφιάδες και θα στήσουμε το μαγαζάκι αντάμα. Θα φάτε κι εσείς θα τσου πούμε. Θα δώκουμε κι εκεινού του αρχηγού των φρουρών. Θα φας κι εσύ θα του πούμε. Τόνε χρειαομάστενε. Να μην ειμάστενε και μοναχοφάϊδες… Λίγο σέστο. Κι εσύ θα επιβλέπεις. Διότι η επίβλεψις υπογράφει τα Πρωτόκολλα των Αφανών Εργασιών και κουτουπώνει τσι λαμογιές μελετών και έργων.
    – Καλώς! Αβαντάρω, αλλά επειδής έχω και κλειστοφοβία δεν ημπορώ νάμαι όλη μέρα κλεισμένος εις τας αποθήκας. Θέλω όξω.
    – Καένα πρόβλημα! Θα βάλουμε το διπλανόνε σου. Ίσα-ίσα χρειαομάστενε κι ένανε να επιβλέπει τας συγκοινωνίας και τας μεταφοράς αίτινες λαμβάνουσι χώραν εις την ύπαιθρον χώραν. Διότι πολλοί περνάνε από τα μέργια μας και πώς θα τσου κλέβουμε; Είναι κι αυτοί μια αξιοπρόσεκτος πηγή πλούτου. Το είπε και ο Βασιλέψ! Θα κάμεις κουμάντο εκεί. Θα σε διορίσουμε Μέγα Σταβλάρχη.
    – Δεν έχω προϋπηρεσίαν.
    – Δε χρειάεται. Αφού είσαι δικός μας.
    – Κι άμα βαρεθώ;
    – Θα ξεπουλήσομεν τας συγκοινωνίας εις ιδιώτας και θα κονομήσομεν άπαξ και δε θάχουμε κι άλλο σκοτούρες. Μια ζωή την έχουμε. Πότε θα τη γλεντήσουμε;
    – Μη μας επάρουνε χαμπάρι ο Λαός; Μη ο Βασιλέας μας εδώκει καμιά καρπαζά;
    – Έχω σχέδιον. Πρώτον θα κάμουμε τσι Νόμοι. Παναπεί θα γράψομεν επί κεράμου ποιο είναι το σωστό και πόσες καρπαζές θα τρώει όποιος δε κάνει το σωστό, το δικό μας. Και θα πούμε του βλάκα δε θα κουράζεσαι ‘σύ να λες ποιος έχει δίκιο και ποιος έχει άδικο. Θα σου βάλουμε άλλους από δίπλα να μοιράζεται η δουγειά. Κι έτσι θα έχουμε αυτούς που έχουνε μυαλό, εμείς παναπεί οι νομοθέτες, αυτούς που θα λένε ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, αυτούς που θα γράφουνε, αυτούς που θα λογαργιάζουνε, αυτούς που θα μας εφυλάνε, αυτούς που θα κλέβουνε τσου περαστικούς και πάει λέοντας.
    – Κι όλοι αυτοί θα τρώνε τζάμπα από τας αποθήκας; Μην αδειάσουνε.
    – Κι άμα αδειάσουνε θα πάρουμε δάνειο. Το πολύ-πολύ υπογράφουμε κι ένα μνημόνιο.
    – Κι από ποιόνε θα δανειστούμε;
    – Έχεις δίκιο. Δε σου τόπα. Θα κάμουμε και Τράπεζαν να μας εδανείζει.
    – Κι αυτή από πού θάχει να μας εδανείζει;
    – Ορέ κουτέ, θα τση δίνουμε εμείς στάργια νάχει να μας δανείζει άμα εμείς δεν έχουμε άλλο στάργια.
    – Και γιατί δε τα κρατάμε εμείς όλα τα στάργια μας και να μη δανειζόμαστε;
    – Διότι έτσι δε γίνεται τζίρος. Και εκ του τζίρου θα κονομάμε εμείς ως αργολάβοι δημοσίων έργων δι απευτείας αναθέσεων και άνευ εκπτώσεων. Άνευ τζίρου πώς;
    – Και από πού θα βρούμε τόσα στάργια να τα δίνουμε στη Τράπεζα για να μας τα δανείζει μετά; Εμένα αυτό δε μ’ αρέσει. Γιατί να τα τρώει και η Τράπεζα και να μη τα τρώμε όλα εμείς;
    – Ορέ κουτέ, δική μας θε νάναι η Τράπεζα αλλά για να μη βλέπει ο Λαός εμάς που του τα τρώμε, εμείς θάχουμε τη Τράπεζα να λέει ο Λαός που η Τράπεζα του τα τρώει. Κι άμε να καταλάβει που η Τράπεζα κι εμείς είναι ένα και το αυτό. Ούτε το 2023 δε θα το καταλάβει.
    Και για νάχουμε πολλά στάργια θα βάλουμε τους εργάτας να κάμουν’ εντατικάς καλλιέργειας με σπόρους από τη Μοσάντο, τί ο Τίγρης κι ο Ευφράτης κατιβάζουνε κατά τας πλημμυρίδας μπόλικη εύφορον λάσπη που αυγαταίνει και τη σοδειά. Και στο πάτο τση γραφής ας κάμουνε κι οι εργάται μίαν θυσίαν. Μετά από χρόνια θα κάνουνε υπερωρίες και ούτε που θα τσι πλερώνονται. Εμείς μέχρι Τράπεζα Αγοτικής Αναπτύξεως θα τσου κάνουμε, νάχουνε να τρώνε ανάπτυξιν.
    – Ωραίον σχέδιον. Προσυπογράφω. Ενύσταξα όμως. Πάω για ύπνο. Καληνύχτα και τα λέμε αύριο…

    image_pdf

    Η γεωργική επανάσταση ΙΙ

    Οι του συνοικισμού το καλοσκεφτήκανε.
    – Τι; Εμείς θα ειμάστενε στα χωράφια, θα μαζεύουμε τη σοδειά μας και θάρχεται ο πάσα εις να μας εκατακλέβει; Κάτι πρέπει να κάνουμε.
    Κι είπανε να κάμουνε πρώτ’ απ’ όλα αποθήκες να φυλάνε τη σοδειά τους. Όλοι μαζί αλλά και χώργια. Και να βάλουνε και κάποιους να τσου τήνε φυλάνε. Και κάποιους που να ξέρουνε πόση σοδειά βάνει ο καθένας τους μέσα στην αποθήκη. Να υπάρχει μία τάξις.
    Κι έτσι εκάμανε τσου πρώτους δημοσίους υπαλλήλους. Γιατί αυτοί οι φύλακες δε θα πηγαίνανε στα χωράφια να σπέρνουνε και να θερίζουνε κι από κάπου ήπρεπε να τρώνε κι αυτοί. Και τσου εβγάλανε μερτικό επί τση όλης σοδειάς. Κι οι άλλοι, που εκρατούσανε το λογαργιασμό πόσο έβαλε ο καθένας μέσα στη κοινή αποθήκη, τσου δίνανε κι αυτουνόνες μερτικό. Κι αυτοί εχαράζανε κάτι γραμμές σε κάτι κεραμίδια, να μη ξεχνάνε ποιός έβαλε τι στη κοινή αποθήκη. Κι έτσι εξεκίνησε η γραφή κι έχουμε βρει καμπόσα τέτοια κεραμίδια που μαρτυρούνε το γεγονός. Σήμερα έχουμε την ΑΑΔΕ που σου στέρνει προσυμπληρωμένη τη φορολογική σου δήλωση μετά του περιουσιολογίου.
    Πάντως δεν υπήρχε και μεγάλη εμπιστοσύνη. Εσημειώθηκε το γεγονός που και οι φύλακες κι οι γραμματείς εκλέβανε στα κρουφά. Κι έτσι ανακαλύφτηκε η διαφθορά που τόσο πολύ μας άρεσε που την εκρατάμε ακόμα και σήμερα και τήνε προσκυνάμε και δια της ψήφου μας μάλιστα..
    Οι εργάτες όμως δεν ήτανε και τέγεια χάπατα. Τήνε καταλάβανε τη φτιάξη.
    – Ρε σεις, παγιοκερατάδες, μας κλέβετε.
    – Μας παρεξηγείτε! Εμείς;
    – Εσείς!
    Έτσι όλο εμαλώνανε, τί το μάλωμα υπάρχει κι αυτό από εξανέκαθεν. Ετρωγόντανε σα το σκύλο με τη γάτα. Σήμερα το λέμε κοινωνικαί διεκδικήσεις. Από τη μια σου παίρνουνε και σου παίρνουνε και σ’ αφήνουνε τόσο όσο να μη πεθάνεις κι από την άλλη σου λένε που φταίει ο σταθμάρχης.
    Ούτως εχόντων, εσκεφτήκανε κάτι γεροντότεροι και εξ αυτού οι πιο σοφοί, καθ’ όσον η Σοφία προτιμά να κατοικεί εις κρανία λευκών κεφαλών, και τήνε βρήκανε τη λύση.
    – Χρειαομάστενε εξουσία.
    – Τίν’ αυτό;
    – Θέλουμε ένανε να κάνει κουμάντο σε όλους μας και να λέει ποιός έχει άδικο και ποιός έχει δίκιο. Και να μεριμνά επί των αποθηκών, των χωραφιών, της ασφαλείας και επί του κοινού κλεψίματός μας επί των περαστικών.
    – Και θα του βγάλουμε μερτικό;
    – Το μεγαλύτερο.
    – Να βρούμε ένανε να μας εκάνει και σκόντο.
    – Σπάνιον είδος!
    – Αφού δε γίνεται αγοιώς… Και πως θα τόνε λέμε;
    – Βασιλέα.
    – Και ποιόνε θα κάμουμε Βασιλέα;
    – Το πιο δυνατό.
    Έτσι επροέκυψε ο Βασιλέψ. Με πρώτο μέλημά του να ηγείται του κοινού κλεψιμιού. Τί όλοι εκλέβανε κι αρπάζανε ό,τι βρίσκανε από τσου περαστικούς. Λάφυρα τα ελέανε κι εκορδωνόντανε που τα πέρνανε. Είδες εμείς; Είμεθα πλέον ισχυροί. Έχομεν και Βασιλέα.
    Και το Βασιλέα τον ορίσανε γενικό κουμανταδόρο με κριτήριο τη ρώμη, ως είπομεν. Διότι τότες ο καλύτερος ήταν’ αυτός που σούδινε τη πιο γερή καρπαζά. Όπως και σήμερον. Έχαιρε σεβασμού. Ιστορικά αποδεδειγμένον. Πώς νομίζετε που μας προκύψανε οι ήρωες κι οι Βασιλείς; Λόγω ρώμης κι από μυαλό κουκούτσι.
    – Είναι βλάκας!
    – Βαρεί δυνατά όμως.
    – Είναι πολύ βλάκας σου λέω…
    – Δε πειράζει. Καλύτερα. Θα τόνε διπλαρώσουμε ημείς που έχουμε μυαλό και θα κάνει ότι μας εσυφέρει αυτός ο βλάκας και ως βλάκας δε θα καταλαβαίνει τη βλακεία του. Εκατάλαβες;
    – Και τι μας εσυφέρει;
    – Άκου τι μας εσυφέρει… Βλάκας είσαι κι εσύ; Η κονόμα μας εσυφέρει. Θα βάλομεν χέρι εις τας αποθήκας κι άσε τσου κουτούς να τήνε γιομίζουνε.
    – Τους εργάτας;
    – Τους εργάτας! Ποιανούς αλλουνούς; Ο τελευταίος τροχός τση αμάξης δε σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος;
    – Φταίω εγώ που ανακάλυψα τον τροχόν.
    – Ας πρόσεχες.
    – Με κούτιανες.
    – Ας κάμομεν ένα μικρό διάλειμμα για διαφημίσεις. Προσεχώς η συνέχεια.

    image_pdf

    INTERCITY 62: Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (της Όλγας Μοσχοχωρίτου)

    Κάπου στη δεκαετία του ‘60 ο πατέρας μου μας ανέβασε στο τρένο.

    Στη ζωή δηλαδή ή δίπλα του στη Μηχανή -το ίδιο κάνει- που έκαιγε κοκ, κάρβουνο θανατερό που τον έστειλε τελικά από καρκίνο του πνεύμονα, αλλά τότε, μουτζουρωμένος αυτός κι ο θερμαστής του, νέοι και χαμογελαστοί, δε χαμπάριαζαν τίποτα. Με σίγουρη δουλειά στα χέρια τους. Ναι στα χέρια τους κυριολεκτικά. Εκείνα τα δύσκολα χρόνια με τη μετανάστευση να στέλνει χιλιάδες νέους στις «Αυστραλίες και τις Γερμανίες», όπως τόνιζε. Δεν το λες και λίγο.

    Μαύρος καπνός κι ένα τσιγάρο κολλημένο στα χείλη, τα μάτια μισόκλειστα στον ήλιο, το κασκέτο του χαμηλωμένο για την αντηλιά και το κεφάλι έξω από το παράθυρο μαζί με το ένα μπράτσο, μόνιμα πιο σκούρο από το άλλο.

    Να, αυτή είναι πραγματικά μια σκηνή της δεκαετίας του 60. Τη θυμάμαι ασπρόμαυρη. Μπορεί και να την μπλέκω με τις ελληνικές ταινίες της Κυριακής.

    Η μάνα μου έπλενε διαρκώς στη σκάφη τα μουτζουρωμένα ρούχα ή τα μούλιαζε.

    «Νεροκονίδες θα βγάλω» μουρμούραγε κι έτριβε στην ξύλινη τάβλα να φύγουν οι λαδιές… Αλλά αυτές επέμεναν.

    Έλειπε συνήθως για μέρες, σα ναυτικός κάπως μας φαινόταν, δέκα μέρες στην αρχή, τρεις αργότερα.

    Έτσι ήταν τότε. Κυρίως τα εμπορικά δρομολόγια που σταμάταγαν σε όλα τα χωριά της Πελοποννήσου. Πειραιάς, Κόρινθος, Πάτρα, Κυπαρισσία, Καλαμάτα. Οι κόμβοι. Αλλά και όλοι οι ενδιάμεσοι σταθμοί που μύριζαν λαδίλα και κάρβουνο. Την επόμενη δεκαετία θα μύριζαν πετρέλαιο από τις ντιζελομηχανές.

    Μέσα σ’ όλα τούτα, μαζί με έναν μουτζουρωμένο πατέρα που μπαινόβγαινε στο σπίτι μας, είχαμε κι ένα «πάσο ελευθέρας» ως οικογένεια σιδηροδρομικού.

    Κουρασμένος κι άυπνος πάντα, με ωράρια νυχτερινά και παράξενα, εκνευρισμένος από την ευθύνη της δουλειάς, όπως έλεγε, όλο κοιμόταν στα ρεπό του. Η μάνα μας που τον ακολουθούσε σαν μόνιμο ξυπνητήρι δεν είχε ποτέ ρεπό.

    Αυτό το «ελευθέρας» όμως μας χάριζε έναν αέρα ταξιδιού, ο πατέρας ένιωθε ιδιαίτερα υπερήφανος γι’ αυτό που μπορούσε να μας προσφέρει.

    Το ταξίδι.

    Μας έστελνε, εμένα και την αδερφή μου κυρίως, τα μεγαλύτερα παιδιά, χωρίς συνοδεία στην Αθήνα, στους θείους και τη θεία για τις διακοπές των Χριστουγέννων συνήθως, χωρίς φόβο.

    «Το τρένο είναι το πιο σίγουρο μέσον» έλεγε.

    Το «τρενάκι μου», το νταχτάριζε, το κανάκευε, κι ας τον ταλαιπωρούσε σαν το βήχα που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ.

    Μέχρι που μια μέρα όλα άλλαξαν κι ο φόβος θρονιάστηκε στο στήθος του πατέρα και τη ματιά της μάνας μου κάθε φορά που έφευγε για ταξίδι.

    Ήταν Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 1968 μια μέρα μετά το περίφημο Δημοψήφισμα της Χούντας.

    Είμασταν μικρά αλλά θυμάμαι είχαμε περάσει ωραία. Είχαν έρθει και οι θείοι από την Αθήνα στην Πάτρα να ψηφίσουν, το σπίτι είχε μια κίνηση σα γιορτή, οι μεγάλοι ψιθύριζαν για τα πολιτικά, αλλά όπως και να το κάνεις, χούντα – ξεχούντα, μια οικογένεια από νέους, είχε ένα κέφι που ανάβλυζε από τα μέσα χρόνια τους και την ομορφιά της ηλικίας.

    Ο πατέρας είχε πάρει ρεπό, ήταν σπίτι, όταν ξαφνικά τον ειδοποίησαν από την «Υπηρεσία» όπως μας είπε, ότι έπρεπε να φύγει. Κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Συνήθως τον καλούσαν εκτάκτως όταν χάλαγε μια αμαξοστοιχία, ή χρειάζονταν να αντικαταστήσει κάποιον.

    Εγώ θυμάμαι είχα ταραγμένο ύπνο από Κυριακή προς Δευτέρα.

    Τη νύχτα είδα όνειρο, ένα τρένο να σφυρίζει μέσα στη σκοτεινιά. Έφευγε με ταχύτητα κι έβλεπα μόνο τα φώτα του να ταξιδεύουν μόνα τους μέσα σε τούνελ.

    «Ψυχούλες που μας χαιρετάνε» απεφάνθη η γιαγιά την επομένη κι ανατρίχιασε η μάνα μας ρίχνοντάς της μία αυστηρή ματιά.

    Εγώ αντίθετα ήμουν σίγουρη πως διέκρινα μικρές φιγούρες να κάθονται πάνω στις οροφές των βαγονιών με τα κεφαλάκια τους προς τα άστρα. Ναι, ήταν παιδιά που μετρούσαν τ άστρα.

    Ο πατέρας όμως αργούσε, η μάνα μας προσπαθούσε να τον βρει τηλεφωνώντας κάθε τόσο στην «Υπηρεσία». Ευτυχώς που είχαμε βάλει τηλέφωνο, έλεγε. «Ό,τι και να ‘ναι θα μας πουν».

    Τα κακά μαντάτα τα μάθαμε από το ραδιόφωνο και μας βρήκε το βράδυ μαραζωμένα στα κρεβάτια μας.

    Δύο τρένα είχαν συγκρουστεί στο Δερβένι Κορινθίας μετωπικά. 2.500 επιβάτες επέβαιναν στο καθένα.

    Ο απολογισμός ήταν τραγικός: 34 νεκροί και περισσότεροι από 150 τραυματίες στη χειρότερη σιδηροδρομική τραγωδία όλων των εποχών στη χώρα μας, έγραψαν αργότερα οι εφημερίδες…

    Επρόκειτο στη συντριπτική τους πλειοψηφία για ψηφοφόρους, που είχαν πάει να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα για το Σύνταγμα της Ελλάδας, το Χουντοσύνταγμα που λέγαμε, το οποίο είχε διεξαχθεί την προηγούμενη μέρα.

    Όταν την μεθεπομένη ήρθε ο πατέρας σπίτι, το βλέμμα του είχε κάτι το τρομαγμένο.

    Θυμάμαι σα σε όνειρο να λέει στη μητέρα μας χαμηλόφωνα «κόβαμε λεμόνια από τα δέντρα και τα μυρίζαμε, αλλιώς δεν αντεχόταν. Η μυρωδιά Μαρία, δεν αντεχόταν».

    Έκτοτε λίγο λίγο έχανε τη χαρά του με το τρένο. Όμως ποτέ του δεν το εγκατέλειψε.

    Οι πόλεις επεκτείνονταν, οι διαβάσεις πια ήταν μέσα στις κατοικημένες περιοχές, οι φυλακίδες που ανεβοκατέβαζαν τις αλυσίδες σιγά – σιγά έπαιρναν σύνταξη, τα παιδιά έπαιζαν δίπλα στις ράγες, οι κίνδυνοι αύξαιναν, ο φόβος μην τύχει όντως «η στραβή στη βάρδια τους», τον πάγωναν. Κι όλα τα νέα που έρχονταν από τα Υπουργεία του θόλωναν την εικόνα. Δεν καταλάβαινε γιατί μισούσαν τόσο το τρενάκι του. Γιατί δεν χάραζαν καινούργιους δρόμους, δε σχεδίαζαν καινούργια τρένα, όμορφα, γρήγορα και καθαρά για όλους. Γιατί δε μοίραζαν «ελευθέρας» στα παιδιά, να γνωρίσουν τις πόλεις, τα χωριά, τα βουνά και τις παραλίες της χώρας τους.

    Τελικά ο πατέρας πήρε σύνταξη από φόβο και πέθανε από την «αρρώστια των μηχανοδηγών» πριν το μεγάλο πλιάτσικο.

    Ευτυχώς δεν πρόλαβε την ατέρμονη λεηλασία της ζωής, της νιότης, του μεγάλου όμορφου ταξιδιού, που προηγήθηκε του μεγάλου Δυστυχήματος.

    «Αχ το τρενάκι μου…το σκοτώσατε» θα ‘λεγε.

    image_pdf