back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 13

    Βία στη βία της εξουσίας

    Μετά από πολύ καιρό σχόλασα από μιά πορεία με αισθήματα πληρότητας κι ευφορίας.

    Η μαζικότητα, ο παλμός και η πνοή που απέδωσε η χθεσινοβραδυνή εκδήλωση στην κερκυραϊκή ατμόσφαιρα έδειξαν ότι σε μιά κοινωνία λεηλατημένη από τη στρεβλή τουριστική μονοκαλλιέργεια δρούν ακόμη πυρήνες αντίστασης και υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, διάσπαρτοι κύκλοι με πολιτική ωριμότητα και συνέπεια στο πνεύμα της σύγκρουσης.

    Υπήρχαν δύο καλέσματα σε διαφορετικές συγκεντρώσεις.

    Η μιά, “σεμνή-σεπτή” στο Πεντοφάναρο, από την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση πλην Λακεδαιμονίων (κουκουέ) και η άλλη “θορυβώδης” στο ευρυχώριο της Ανουντσιάτας από τις ανεξάρτητες εξωκοινοβουλευτικές τοπικές συλλογικότητες.

    Η πρώτη μάζευε 200-250 άτομα και η δεύτερη 50-70.

    Στην πρώτη υπήρχε νεκρική ατμόσφαιρα, κεριά, λουλούδια, νυν και πρώην βουλευτές, σύμβουλοι, συνδικαλιστές, σε πνεύμα συγχρωτισμού με το “επίσημον εθνικόν πένθος”.

    Στη δεύτερη ξεχείλιζε η οργή μαζί με ζωντανούς διάλογους.

    Από την Ανουντσιάτα ξεκίνησε πορεία με συνθήματα και πύκνωνε όσο προχωρούσε μέσα από τις Γκάρντε Λάκουες.
    Όταν έφτασε στη σιωπηρή διαμαρτυρία του Πεντοφάναρου, που το πανό της απαιτούσε την αλήθεια -λες κι αυτή δέν είναι γνωστή εκ των προτέρων- τη διέλυσε. Αυτόβουλα τα 3/4 της άχρωμης και άοσμης νεκρώσιμης ακολουθίας ακολούθησαν την πορεία που έκαμε τον γύρο της πιάτσας υποδεχόμενη στις γραμμές της συνέχεια κι άλλες πολίτισες και πολίτες.

    Όταν η κεφαλή βρισκόταν στην γωνία της Μαντζάρου με το Θέατρο, η ουρά της ήταν στην “Ευρώπη” και οι γραμμές συμπαγείς κι όχι απλωμένο σκορποχώρι, μ’ ένα μόνο μαύρο πανό μπροστά που το υπόγραφαν οι “Λαθρεπιβάτες της Ουτοπίας” κι έγραφε:
    “Στα Τέμπη δέν ήταν η κακιά στιγμή
    ούτε η ατυχία
    κράος και κεφάλαιο
    κάναν δολοφονία”

    Το σώμα της πορείας διέσχισε την πλατεία του Σαρόκου, ελίχθηκε νότια στο Ψυχιατρείο κι έκλεισε στη στάση της πλατείας του Σαρόκου χωρίς να έχει απωλέσει μεγάλο τμήμα της ωφέλιμης μάζας της.

    Κάποια απ’ συνθήματα που ακούστηκαν βροντερά ήσαν:
    “Ένα εισιτήριο κοστίζει η ζωή / κράτος και κεφάλαιο είναι οι εχθροί”
    “Αυτοί μιλούν γιά κέρδη και ζημιές / κι εμείς για ανθρώπινες ζωές”
    “Ούτε πένθος, ούτε εθνικό / ενάντια στο κράτος μίσος ταξικό”
    “Σκοτώνουν τα παιδιά σας / βγείτε απ’ τα κλουβιά σα”

    και τέλος το απόλυτο πενταπόσταγμα:
    “Η αλληλεγγύη όπλο της κοινωνίας / Βία στην βία της εξουσίας”

    Πρόχειρα με την γεροντική αδυνατή μου όραση μέτρησα στο σκοτάδι γύρω στα 600-700 άτομα.
    Η πλειοψηφία που ακολούθησε ίσως να μην συμφωνούσε με τα αριστερά συνθήματα αλλά τουλάχιστον τ’ ανέχτηκε, κι αυτό είναι μιά νίκη.

    Η μαχόμενη νεολαία έθεσε το ζήτημα στην ορθή του διάσταση, αναμετρήθηκε με τη δεξιά γραμμή του συμβιβασμού και της υποταγής και την κατατρόπωσε προσπαθώντας να πνίξει τις Βάρκιζες που σέρνει μέσα του ο πολλαπλά ηττημένος απλός λαός.

    Δίχως σχεδιασμό, αυθόρμητα με το συναίσθημα οδηγό, έτσι τσαμπουκαλίδικα, μια παρέα νέων ανθρώπων μπήκε μπροστά και στόλισε τους δρόμους της πόλης με άρωμα διαφορετικό δείχνοντας τους πραγματικούς θύτες, τον χρεοκωπημένο μηχανισμό τους και τα κίνητρα της μαζικής δολοφονίας των Τεμπών.

    Η ελπιδοφόρα εικόνα και το πολιτικό αποτέλεσμα της χθεσινής βραδιάς ήταν συνέπεια μιας ενότητας στη βάση, που εκδηλώθηκε στην πράξη χωρίς καθοδηγητές και μεσσίες…

    Πρέπει ν’ ακολουθήσει ο ενωτικός διάλογος, επειδή δείξαμε ότι είμαστε πολλοί και πρέπει να ετοιμάσουμε την αναμέτρηση που θ’ αργήσει αλλά θα ’ρθει…
    «Κάποια απ’ τις μέρες του Μεγάλου Ανέμου
    τότε που οι Δευτέρες θα είναι Κυριακές
    κι η θάλασσα στα δυό βήματα απ’ τ’ άστρα»

    Αυτά σε μια χώρα όπου δεν πεθαίνουμε από τύχη.
    Ζούμε από τύχη.
    Ή καλύτερα ζούμε από ατυχία.

    *Σ.Σ.: Στίχοι από το τραγούδι “L’age d’or” του ραψωδού της γαλλικής αναρχίας Λεό Φερρέ.

    image_pdf

    Η γεωργική επανάσταση Ι

    – Ποιές ήτανε οι μεγάλες επαναστάσεις του κόσμου;
    – Πρώτα, πρώτα η Γεωργική. Πριν δώδεκα, δεκατρείς χιγιάδες χρόνια.
    Εβαρέθηκε ο Homo sapiens sapiens να τρέχει ως νομάς πίσω από τα κοπάδια να τα σκοτώσει για να τα φάει. Εβαρέθηκε να πέφτει σα πληγή του Φαραώ πάνου στα οπορωφόρα και να μην αφήνει ούτε κλαρί αμάσητο. Ούτε ακρίδα νάτανε. Κι είπε να κάτσει σε μια μεργιά να ξαποστάσει.
    Έκατσε το πρώτον μεταξύ Τίγρεως κι Ευφράτου, έτσι λένε οι ιστορικοί, κι εβολεύτηκε. Δεν εγύριζε πλέον προς αναζήτησιν τροφής. Είχε δει κι είχε μάθει που οι σπόροι καρπούνε κι άμα τσούχωνες στη γης και τσου πότιζες αυτοί θα ξανακαρπούσανε να τσου φας μετά και να μην έχεις άλλο ανάγκη να τρέχεις να βρεις φαΐ και να τρως και τα σαπάκια.
    Έκατσε κει μαζί με τσου φίλους του κι εκάμανε το πρώτο συνοικισμό. Εσπέρνανε, ετρώανε, εζιούσανε. Ημερέψανε και κάτι γελάδια, αλόγατα, καμήλες και γαϊδούργια και κάτι πρόβατα και τα επιτάξανε όλα προς υποχρεωτικήν υπηρεσίαν. Μετά επιτάξανε γάτες, σκύλους, κότες, περιστέργια διότι τα εβρήκανε χρήσιμα. Μέχρι ωδικά πτηνά εμαζώξανε και το σκεφτόντανε να φέρουνε κι ελέφαντες αλλά ήτανε μακριά. Τσου μποντίκους δε τσου θέλανε αλλ’ αυτοί ήρθανε μουσαφιρέοι με το έτσι θέλω. Τέτοια γαϊδούργια…
    – Αλλά άμα φύγουν’ οι μποντίκοι μπριχού θε νάχουμε φύγει όλοι μας.
    – Για τσου κουμπανιούς το λένε.
    – Κάμε μου τη χάρη… Οι μποντίκοι, ξέρω γώ… Από το Βίδο.
    Πάντως τήνε βολεύανε από γάλα, κρέας, μαλλί, δέρματα, επιάνανε και ψάργια του γλυκού νερού κι από στάργια και μαρούγια να φαν’ κι οι κότες. Ωραία ήτανε.
    Αυτή ήτανε η Γεωργική Επανάσταση. Από τη ποδαράτα, καθισιό και στρώσε μου για να ξαπλώσω.
    Μόνο που η κλεψιά επήγαινε φάι ροπ. Ήτανε βλέπεις κι οι πονηροί όπου ελέανε «γιατί να κουράζομαι να σπέρνω και να θερίζω; Αφού έχει ο άλλος. Δεν είναι πιο εύκολο να τόνε κλέψω;». Διότι την ευκολία του χαλεύει ο Homo sapiens sapiens μέχρι τα σήμερα που αντίς να γράφει πατάει κουμπιά εις το πληκτρολόγιον.
    Ήτανε κι οι άλλοι που δεν είχανε κάνει ακόμα συνοικισμό, εγυρνούσανε ακόμα σα την άδικη κατάρα, και κάνανε γιούργια να τσου σκοτώσουνε του συνοικισμού, να τσου κλέψουνε, να κονομηθούνε και να γιομίσουνε τη παραδαρμένη τους.
    Ούτως εγεννήθη ο πόλεμος, πατέρα των πάντων τον είπε ο Ηράκλειτος αλλά τι ήξερε κι αυτός;, και τον έχουμε το κυρ πόλεμο μέχρι τα σήμερα όξ’ απ’ τη πόρτα μας. Εμείς ειμάστενε αυτοί κι εσείς δεν εισάστενε αυτοί. Άρπαξε να φας και κλέψε νάχεις η δουγειά. Προαιώνιος η συνταγή που ισχύει μέχρι τα τώρας. Κραταιά.
    Για σκέψου το… Στην Υεμένη, στη Συρία, στη Σομαλία, όπου γης και προχτές στη Γιουγκοσλαβία και σήμερα στην Ουκρανία το ίδιο δεν ισχύει; Ψέματα;
    Όλοι για να φάνε πολεμάνε και σου ρίχτουνε ένα πέπλο περί δικαίου, αλήθειας, πίστεως και ιδεολογιών, αυτοί είναι οι κακοί κι εμείς – πάντα! – οι καλοί, βάνουνε και κάτι θρησκευτικά και σε σκοτίζουνε κι εσύ ορμάς εφ’ όπλου λόγχη υπέρ βωμών και εστιών, δήθεν, και στην ουσία για να κονομήσουνε κάτι λίγοι που κάθονται αραχτοί και σπάνε πλάκα γίνεται ο καυγάς.
    – Τόσα ζούδια εσκοτωθήκανε και θυμήστε μου να τσου κάνω τα σαράντα!
    Γι αυτό σου λέω ειμάστενε πρωτόγονοι. Παρ’ όλο που και μπιντέ έχουμε στο σπίτι και τραβάμε το καζανάκι και κεντρική θέρμανσις έχουμε και τρώμε με το κουταλομαχαιροπήρουνο πιάτα γκουρμέ κι αντίς να βαρούμε δαγκασιά στα ψαχνά μετράμε κάτι χοληστερίνες μάστερ σεφ μεγάλης ακροαματικότητος και ελαχίστου περιεχομένου.
    – Παρακαλώ να μη ξεφεύγομεν. Επί του θέματος.
    – Μάλιστα και παρντόν. Συνεχίζω αύριον.

    image_pdf

    Τουλάχιστον, τουλάχιστον

    Το πρωί κηδεύεις τα παιδιά σου.
    Μα συνεχίζεις.
    Πας μαγκωμένα στη δουλειά, το βλέμμα σου δεν έχει πια χαμόγελο.
    Λες καλημέρες στο ασανσέρ, στο μαγαζί στη γωνία.
    Αγοράζεις ένα ζευγάρι παπούτσια, δεν σκέφτεσαι.
    Το βράδυ συνεχίζουν τις κηδείες εναλλάξ με τα δικαστήρια.
    Θα ήθελες να πιεις κάτι αλλά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις πια γεύση.
    Τουλάχιστον, τουλάχιστον κάποιοι προχωρούν.
    Και δεν καθρεφτίζονται απλά στις οθόνες.
    Τουλάχιστον, τουλάχιστον λες.
    Ακόμη τούτη η άνοιξη.
    Κι ας θρηνεί ο κούκος μέσα στη νύχτα.

    image_pdf

    ΟΣΕ: Εκτροχιάστε τις ιδιωτικοποιήσεις

    Το ντοκιμαντέρ που ετοίμασε το 2012 η Πανελλήνια Ομοσπονδία Σιδηροδρομικώ κατά των ιδιωτικοποίησεων.

    Παραγωγή: Infowar Productions

    image_pdf

    Το τσερίνι

    Ακόμα στη κούνια τόχανε και κοιμόντανε. Αμηδά είχανε κι άλλο χώρο… Στη μεγάλη τη κάμαρη εκοιμόντανε ο πάππους με τη νόνα. Στο καμαράκι ο τζίος, στο ντιβάνι στη σάλα η κοπέλα κι αυτός στη κούνια του, κάτω από τα εικονίσματα. Στη κουζίνα κοιμόντανε ο γάτος.

    – Το τσερίνι ν’ ανάψεις μάμα…

    Ήθελε λίγο φως το βράδυ και τ’ ανάβανε το καντήλι. Η νόνα εμάζευε το τηγανόλαδο σ’ ένα μπουκάλι, τ’ άφηνε να κατακάτσει κι αλλοίμονό του όπου τση το πείραζε κι ασκωνόντανε το κατακάθι. Το τραβετζάριζε προσεχτικά σ’ άλλο μπουκαλάκι και μετά σ’ άλλο μέχρι να καθαρίσει. Απ’ αυτό έβανε στο καντήλι και τον είχε μάθει να μαζεύει τσερίνια. Είχανε σε μια γωνιά στο κήπο.

    Τ’ άρεσε να τα μαζεύει. Για παιχνίδι τόχε. Έκοβε τα μικρά κυπελάκια, τσούβγανε το μαύρο σποράκι που έχουνε μέσα και τάβανε τόνα μέσα στ’ άλλο και τ’ άφηνε να τα ξεράνει ο ήγιος. Πουλούσανε και τσερίνια κέρινα, αυτά τα κόκκινα κερωμένα φυτιλάκια, αλλά η νόνα ήλεγε που τα δικά τους, του κήπου, ήτανε πιο καλά και «κάνουμε και οικονομία τί το λάδι έχει πάει στα ύψη και δεν είναι ώρες για ν’ αγοράζουμε τσερίνια του εμπορίου».

    – Μάμα…, το τσερίνι ν’ ανάψεις…
    – Τώρα να φέρω το λάδι. Τη προσευχή σου την έκαμες; Να σ’ ακούσω να τήνε κάμεις.

    Πριν τα βλέφαρά μου κλείσω πρέπει να προσευχηθώ,
    τη μανούλα να φιλήσω κι ύστερα να κοιμηθώ.
    Έναν άγγελο προστάτη θα μου στείλει ο Χριστός,
    νάναι πάνου απ’ το κρεβάτι, πάντα ακοίμητος φρουρός.
    Δι ευχών των Αγίων Πατέρων ημών…

    Το πρωΐ το πρώτο που εκοίταε ήτανε άμα το τσερίνι ήταν’ αναμμέν’ ακόμα. Τσι περσσότερες φορές ήταν’ αναμμένο. Κρατάει το τσερίνι κι όλο το βράδυ.

    Μεγάλωσε. Ο πάππους κι η νόνα εφύγανε. Ο τζίος κοιμόντανε τώρα στη μεγάλη τη κάμαρη κι αυτός επήρε το καμαράκι. Τη προσευχή του δεν την έκαν’ άλλο. Επήγε να σπουδάσει. Επιτέλους ήρθε η ώρα να φύγει. Να σώνουνε τα πρόσεχε και τα δε διαβάζεις. Για πρώτη φορά έμενε μοναχός του. Ελευθερία, ανεξαρτησία μετ’ ολίγης διασκεδαστικής ασυδοσίας. Μια φορά είν’ τα νιάτα. Κι όμως πολλές φορές έναν άγγελο προστάτη τον ήθελε. Και για πρώτη του φορά εκατάλαβε τι παναπεί νοσταλγία. Τι είναι τα ξένα.

    Τη πρώτη φορά που έκατσε να γράψει γράμμα τση μάμας του και του πατέρα του εσυγκινήθηκε. Επήρε απάντηση. «Εγώ κάθε βράδυ το τσερίνι σου στ’ ανάβω. Να το ξέρεις».
    Ασυναίστητα εγύρισε κι εκοίταξε πάνω από το ράντζο του. Ούτε εικονίσματα είχε (καλά άμα είχε θα γινόντανε ρεζίλι τω σκυγιώνες…) ούτε καντήλι με τσερίνι. Το γράμμα το φύλαξε.

    Εχτές εγίνηκε ό,τι εγίνηκε.

    Είχε κάμει κι αυτός το ταξίδι Θεσσαλονίκη – Αθήνα με το τρένο. Θα τόνε περίμενε η κοπέλα του στο Σταθμό Λαρίσης. Τι υπέροχο ταξίδι. Είχε βγάλει και μια φωτογραφία. Έψαξε να την έβρει. Έβρηκε το πρώτο γράμμα τση μάμας του. Τ’ άνοιξε. Μέσα ήταν’ ένα τσερίνι

    image_pdf

    Ο Φάνης

    Ο Καλοπόδης ήτουνε μπαρουνέτος, νέτος-νέτος. Κλερονόμος περιουσίας και τίτλου. Αυτά τα δύο ετότες επηγαίνανε μαζί. Και πρώτα η περιουσία. Τί άμα δεν έχεις περιουσία τι να τότε κάμεις το τίτολο; Μοναχογιός. Ο γέρο Καλοπόδης για το γιο εβάρουνε. Τα θηλυκά δε τα υπολόγιζε. Αφού η μεγάλη του η κόρη άμα ήρθε και τούπε που θα πάρει τον Ευγένειο το ψαρά ούτε που τον ένοιαξε.
    – Προίκα θέλει;
    – Όχι.
    – Τι ψηφίζει;
    – Αναγέννηση.
    – Πάρτονε και μην ερχοσάστενε κάθε τρεις και λίγο από σπίτι. Έτσι;
    Τόνε σπουδάσανε τον υιό Καλοπόδη εις Πάδοβαν κι άμα εγύρισε ανάλαβε την περιουσία. Αυτός εκανόνιζε, τί ο τάτας του είχε αρτηριοσκλήρωση και αρθρήτιδα ρευματοειδή κι απ’ αυτά απόθανε. Τσείχε το σόϊ τσι αρρώστιες. Κλερονομικές. Όλοι απ’ αυτές επηγαίνανε. Πάντως επρόκαμε και τούπε μπριχού του παραδώκει:
    – Τη περιουσία και τα μάτια σου. Και το κόμμα, την «Αναγέννηση». Απ’ αυτήνε τρώαμε, τρώμε και θα τρώμε. Θα τρως εσύ, παναπεί, εγώωω…. Όλο το Καλοποδέϊκο, οι σέμπροι μας, οι βιλάνοι μας, ο κόσμος όλος «Αναγέννηση» μονοκούκι. Από το λαιμό να τσου πιάνεις. Κι όχι χάρες. Οι χάρες αδειάζουνε το κασετί. Εκατάλαβες; Και μυστικότης! Να μη σε ξέρει η άλλη σου μπάντα. Να μην ηξέρει η δεξιά σου τι ποιεί η αριστερά σου. Κι άμα θέλεις να μηνύσεις καμιανού στο κόμμα θα γράφεις γράμμα μοναχός σου, χωρίς να το υπογράφεις και χωρίς φάκελο. Θα το στέρνεις με άνθρωπο τση εμπιστοσύνης. Πρόσεχε, τί κι οι στραβοί βλέπουνε κι οι κουφοί ακούνε.
    – Σιορ σι.
    Τόπιακε το νόημα κι έψαχνε νάβρει άνθρωπο τση εμπιστοσύνης. Αλλά ποιόνε; Του πατέρα του ο σέμπρος επρωτόφυγε από φτύση. Εθέριζε ετότες.
    Ο Φάνης, δεκατέσσερω χρονώνες, παπαδοπαίδι ήτανε, σκογειό δεν επήγε, γράμματα έλεγε που δεν ήξερε, δίπλα τους έμενε στη κατοικιά, σβίθρα σκέτη. Αρέντευε στσου κάμπους και στσι πλαγιές κι όλο ξώβεργες έβανε για κάνα πουλί. Οι πατούσες του ήτανε σα σιόλες κι έτρεχε σα και την αστραπή.
    – Για φωνάχτε μου το Φάνη…
    – Μάλιστ’ αφέντη.
    Εμπήκε ο Φάνης στη μεγάλη κάμαρη και με τα μάτια κάτου. Εντρεπόντανε.
    – Φάνη δε σε λένε;
    – Ναίσκε αφέντη.
    – Γράμματα ξέρεις;
    – Όχι αφέντη.
    – Καλό αυτό! Άμα σε πάρω και σου δείξω στη Χώρα ένα σπίτι για ν’ αφήνεις γράμματα μπορείς να το κάμεις; Κι ό,τι σου δίνουνε να μου το φέρνεις;
    – Ούουου…, εγώ θυμάμαι μέχρι και που γεννάν’ οι κότες τση σιόρας Κατερίνας που τση κλέβω τ’ αυγά.
    – Καλώς! Θα σου πάρω και τσαρούχια νάχεις. Και βρακί ντρίλινο και γιακέτα καινούργια. Και θα σε πλερώνω κι από πάνου. Θα σε κάμω άνθρωπο, ορέ. Αλλά άμα σε φωνάζω, νύχτα-μέρα, βρέχει-χιονίζει, θα βάνεις τα ποδάργια σου στο πλάτη και θα τρέχεις στη Χώρα να δίνεις το γράμμα. Συμφωνείς;
    – Πέφτω στα ποδάργια σου αφέντη.
    Το σπίτι στη Χώρα έγραφε απ’ όξω «Αναγέννησις». Ερχόντανε κι εκλογές και ηθέλανε υποστήριξη. Πήγαινε κι ερχόντανε ο Φάνης, τρέχοντας. Κι έφερνε του Καλοπόδη τσι απαντήσεις. Όλα ωραία και καλά αλλά…
    – Δε σου δώκανε ψηφοδέρτια;
    – Δε ξέρω τι είναι τα ψηφοδέρτια αφέντη.
    – Ένα πάκο χαρτγιά;
    – Όσκε αφέντη…
    – Περίεργο… Πρέπει να κατέβω εγώ στη Χώρα.
    Δε τα κατάφερε να πάει αμέσως στη Χώρα ο κυρ Καλοπόδης. Τόνε πονούσανε όλα του τα κόκκαλα. Το κλερονομικό τση αρθρίτιδας ήτανε. Είχε αρχινήσει. Εφώναξε το ντοτόρο.
    – Πονάω…
    – Θα σου κάμω αφαίμαξη. Θα σου βάλω βδέλες.
    – Πονάνε;
    – Θα κάμεις υπομονή.
    – Πρέπει ν’ ασκωθώ. Να πάω στη Χώρα. Στην «Αναγέννηση».
    – Εδώ όλο το χωργιό έχει γιομίσει με ψηφοδέρτια τση «Αγροτικής». Τώωωρααα… ετέγειωσε. Κάτσ’ εδώ που είσαι.
    – Τση «Αγροτικής»; Ποιός τα μοίρασε;
    – Ένας Φάνης.
    – Ποιός Φάνης; Αυτός ούτε γράμματα δε ξέρει…
    – Ο Φάνης; Αφού τον είδα να διαβάζει ‘φημερίδα…

    image_pdf

    Μερικά ερωτήματα για το εγκληματικό σιδηροδρομικό δυστύχημα

    Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψεις το έγκλημα στα Τέμπη…

    Τριάντα έξη οι νεκροί μέχρις στιγμής αλλά ο αριθμός συνεχώς ανεβαίνει… Και πώς να μην ανέβει όταν δύο μεγάλες αμαξοστοιχίες με ταχύτητα περίπου 160 χιλιόμετρα την ώρα συγκρούστηκαν μετωπικά χωρίς καμία διαδικασία πέδησης…

    Η πλειοψηφία των επιβατών των πρώτων βαγονιών εκατέρωθεν κιμαδοποιήθηκε!!!

    Σταματάμε εδώ τις περιγραφές, γιατί έτσι θα χαθεί η ουσία. Αυτό κάνουν και τα κανάλια από το πρωί νωρίς… Μέσα από την υπερπροβολή της φρίκης επιδιώκουν την σιγή εγκεφάλων και στομάτων…

    Εμείς απλά θα θέσουμε μερικά ερωτήματα… Τα έχουμε ξαναβάλει πολλές φορές γράφοντας για την απαράδεκτη κατάσταση των σιδηροδρόμων στην χώρα… Δυστυχώς η οργή για το σημερινό έγκλημα μας υποχρεώνει να τα επαναλάβουμε με περισσότερη οργή από ποτέ…  Ρητορικά, ασφαλώς, γιατί οι απαντήσεις είναι γνωστές, πασίγνωστες…

    1. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι η χώρα διαθέτει μικρότερο σιδηροδρομικό δίκτυο από εκείνο, που είχε δημιουργήσει ο Χαρίλαος Τρικούπης (19ος αιώνας!);;;

    2. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι σήμερα … ευελπιστούμε και ονειρευόμαστε την επαναλειτουργία γραμμών, που καταργήθηκαν στον τελευταίο μισό αιώνα περίπου. Μιλάμε για τα δρομολόγια του Λαυρίου, Κορίνθου-Τρίπολης-Καλαμάτας-Κορίνθου-Αργους-Ναυπλίου, Πάτρας-Πύργου-Καλαμάτας, Κατακώλου-Ολυμπίας κ.λ.π.

    3. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες της Ελλάδας είναι οι κατά πολύ χειρότερες σε ολόκληρη την Ευρώπη από άποψη εξυπηρέτησης, συχνότητας δρομολογίων, ποιότητας συρμών, ταχύτητας μεταβάσεων (με μόνη εξαίρεση την Αλβανία, που ακολουθεί το δικό μας μοντέλο);

    4. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι το χάλασμα των σιδηροτροχιών (τραμ και τραίνου) χαρακτηρίστηκαν και προβλήθηκαν στην 10ετία του 60 ως έργο …προόδου και εκσυγχρονισμού των συγκοινωνιών, με εθναρχική πρωτοβουλία και εντολή;;;

    5. Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες -Δυτικές και Ανατολικές- διαθέτουν εδώ και πολλές δεκαετίες ηλεκτροκίνητα σιδηροδρομικά δίκτυα ενώ εμείς θεωρούμε μεγάλη κατάχτηση το γεγονός, πώς μόνον μία γραμμή (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) ηλεκτροδοτήθηκε λίαν προσφάτως;;;

    6. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι η Μεγάλη Βρετανία από χώρα-υπόδειγμα σε ταξιδιωτική ασφάλεια των τρένων μετατράπηκε σε κόλαση συχνών ατυχημάτων, όταν ο Βρετανικός οργανισμός σιδηροδρόμων ιδιωτικοποιήθηκε;;;

    7. Ισχύει ή δεν ισχύει το ίδιο και για άλλες χώρες, ιδιαίτερα τις Ανατολικές που ανακάλυψαν πρόσφατα τις …αρετές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας;;;

    8. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, πως το σιδηροδρομικό δίκτυο της Πελοποννήσου, που επισκευάστηκε πριν από 2 δεκαετίες περίπου, σταμάτησε να λειτουργεί μετά το πρώτο δοκιμαστικό ταξίδι στις γραμμές, όπου και σημειώθηκε θανατηφόρο δυστύχημα;;;

    9. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι η από εποχής Τρικούπη γραμμή: Κρυονέρι-Μεσολόγγι-Αγρίνιο, που καταργήθηκε το 1960 ‘επισκευάστηκε’ το 2000 για να προλάβει να ‘λειτουργήσει’ μισή φορά λόγω των πολλών εκτροχιασμών του τραίνου πάνω στην ‘ανακαινισμένη’ γραμμή;;;

    10. Είναι ή δεν είναι αλήθεια ότι η παραπάνω γραμμή χαρακτηρίστηκε ως μη βιώσιμη αμέσως μετά τα ‘εγκαίνια’ και εγκαταλείφθηκε;;;

    11. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι μεγάλο μέρος της χώρας (Δυτική Στερεά Ελλάδα, Ηπειρος, Δυτική Μακεδονία είναι αποκλεισμένες από κάθε είδους σιδηροδρομική συγκοινωνία;;;

    12. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι με πρόσχημα τον εκσυγχρονισμό του, ο ΟΣΕ πουλήθηκε αντί πινακίου φακής εδώ και μίας πενταετία;;;

    13. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες οι ταχύτητες των 250 km/h θεωρούνται συνηθισμένες;;;

    14. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι το μοναδικό, κάπως σύγχρονο δρομολόγιο της χώρας (Αθήνα-Θεσσαλονίκη) φιλοδοξεί, όταν λυθούν πολλά προβλήματα υποδομής (σιδηροτροχιές, σηματοδότηση κ.λ.π.) να πιάνει 200 km/h, ταχύτητες εντυπωσιακές …κατά την 10ετία του 1960;;;

    15. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, ότι από τα πρώτα μνημονιακά θύματα υπήρξαν οι σιδηροδρομικές συγκοινωνίες, με απολύσεις, εγκατάλειψη υλικού, κατάργηση δρομολογίων, γραμμών και υπηρεσιών;;;

    6. Είναι ή δεν είναι αλήθεια πώς αυτή η περίφημη γραμμή Αθήνας-Θεσσαλονίκης, έχει αντιμετωπίσει εκατοντάδες φορές προβλήματα καθυστερήσεων και βλαβών κατά την εκτέλεση των ‘γρήγορων’ δρομολογίων της, χωρίς καμία εξήγηση από μεριάς Ιταλικής μητρικής Εταιρείας;;;

    17. Πόσες φορές μέχρι σήμερα έχει αναγγελθεί προεκλογικά η ‘σιδηροδρομική Εγνατία’, που στην πράξη σημαίνει μία γραμμή 120 χιλιομέτρων μεταξύ Καλαμπάκας και Ηγουμενίτσας;;;

    18. Είναι ή δεν είναι αλήθεια, πως ο πολυχρονεμένος ετοιμάζεται να την αναγγείλει για μία ακόμη φορά;;;

    Και τελειώνοντας: Σε ένα τέτοιο κλίμα λειτουργίας του σιδηροδρόμου στην Ελλάδα πόσο περίεργα, ξαφνικά και απρόσμενα είναι δυστυχήματα σαν τον χτεσινό;;;

    Είναι ή όχι ηθικά υπεύθυνοι όσοι πολιτικοί και πολιτικές κρατήσαν τον σιδηρόδρομο στον 19ο αιώνα;;;

    image_pdf

    Ο κεντρώος

    Ο κεντρώος ψηφοφόρος είναι ένα φανταστικό ον, κανένας δεν τον έχει δει, κανείς δεν μπορεί να τον ορίσει, αλλά όλοι ορκίζονται ότι υπάρχει. Και όχι απλώς υπάρχει, αλλά κρίνει και τις εκλογές.

    Σαν την πολύφερνη νύφη, τον διεκδικούν οι πάντες, αλλά ουδείς είναι βέβαιος ότι τον κατέκτησε. Παρεκτός μετά τον γάμο – τη νίκη – που για να ήρθε δεν μπορεί παρά να την έφεραν οι… κεντρώοι.

    Ο κεντρώος ψηφοφόρος είναι σαν το “καθαρό τίποτα” του Χέγκελ: η ισότητα με τον εαυτό του, η πλήρης κενότητα, η απουσία κάθε καθορισμού και περιεχομένου — η έλλειψη διαφοροποίησης αυτή καθαυτή.

    Ο κεντρώος ψηφοφόρος είναι ένα σημαίνον, τόσο κενό, που όλοι μπορούν να προβάλλουν πάνω του αυτό που τους λείπει. Που είναι συνάμα και αυτό που δεν θα ήθελαν να είναι. Αλλιώς θα ήταν και αυτοί κεντρώοι.

    Ή μήπως είναι ήδη; Ο κεντρώος ψηφοφόρος είναι ο εξαφανιζόμενος διαμεσολαβητής, το μέσο με τη βοήθεια του οποίου τα άκρα γίνονται κέντρο, ενόσω ορκίζονται ότι παραμένουν άκρα.

    Ο κεντρώος ψηφοφόρος είναι το άλλοθι του άκρου που νιώθει και είναι κέντρο, αλλά δεν βρίσκει ακόμα το θάρρος να βγει από την ντουλάπα και να δηλώσει περήφανα… κέντρο.

    * Να προσθέσω επίσης ότι οι άντρες ερωτεύονται τις ακραίες, αλλά παντρεύονται τις κεντρώες.

    image_pdf

    Διανυκτερεύει

    Ψυχρό φως, σκοτάδι γύρω και η βουή του δρόμου μαλακωμένη. Η άσφαλτος καυτή ακόμη και το στενό πεζοδρόμιο λεκιασμένο. Ταμπέλες «ΔΙΑΝΥΚΤΕΡΕΥΕΙ», παλιωμένα μεταλλικά γραφεία και κάνα – δυο καρέκλες της συμφοράς. Μέσα ο άνθρωπος που διανυκτέρευε συμπλήρωνε δελτία προ-προ δίπλα σ’ ένα αρχαίο, γκριζωπό τηλέφωνο.

    Ήταν η εποχή πριν από τα κινητά κι έβλεπα κάθε βράδυ όταν ανηφόριζα με τα πόδια τις μοναχικές φιγούρες να συμπληρώνουν τα δελτία περιμένοντας το τηλέφωνο να χτυπήσει. Τότε με κατάπινε η άβυσσος κι έτρεχα ν’ ανεβώ τα σκαλιά πιο γρήγορα και να χωθώ στο κρεβάτι δίπλα σου. Εσύ, μπέρδευες την αγωνία της ύπαρξης με την επιθυμία για έρωτα (ή μήπως είναι το ίδιο τελικά;) κι εκείνα τα ζευγαρώματα μας άφηναν και τους δυο εξαντλημένους πάνω στα σεντόνια, έτοιμους για την επόμενη αναμέτρηση.Ο έρωτας όμως ελάχιστα είχε κατευνάσει την αγωνία, για δες, η ελπίδα ότι Κάτι υπήρχε είχε κρατήσει μόνο όσο ένας μακρύς στεναγμός.

    Και συνεχίζαμε, όπως συνεχίζει η ζωή να μας ταράζει, περνώντας δίπλα από τα διανυκτερεύοντα γραφεία τελετών, χωρίς να δίνει απαντήσεις για το μυστήριο της ύπαρξης αλλά ωθώντας μας, άλλοτε με μικρές κλωτσιές κι άλλοτε με γερά σκαμπίλια, προς τα εμπρός.
    Μελετηροί μαθητές αναζητούσαμε τις απαντήσεις πρώτα στα βιβλία. Εσύ μετά πήρες τα βουνά, ήθελες να κάνεις παιδιά κι εγγόνια, να παλέψεις με τον τρόπο αυτό το δικαίωμά σου στην αθανασία. Εγώ ταξίδεψα παντού, σε τόπους ξένους κι αγκαλιές πολλές αλλά και πάλι την απάντηση δεν βρήκα.

    Κοιταχτήκαμε τυχαία μετά από χρόνια σ’ ένα τραμ. Δεν είχες αλλάξει, αλλά από το βλέμμα που μου έριξες κατάλαβα ότι κι εσύ είχες πρόβλημα κάποια πρωινά να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι και να συνεχίσεις. Με πλησίασες και με ακούμπησες απαλά. Αντιλήφθηκα ότι νοσταλγούσες εκείνα τα ξέπνοα ζευγαρώματα. Όμως εσύ μπέρδευες την επιθυμία να λάβεις τις απαντήσεις με τον αγιάτρευτο έρωτα κι εμένα το παρελθόν δεν είχε να μου δώσει καμιά απάντηση πια.

    Στην κηδεία μιας γριάς γειτόνισσας, μεσημέρι ντάλα καλοκαίρι, πέρα και πάνω από την οδύνη των θλιμμένων συγγενών και τον επικαθήμενο στα κεφάλια όλων μας φόβο του θανάτου, μια κοπέλα με άφθονο βαρύ αρωματικό γαλάκτωμα πάνω στην ακάλυπτή της πλάτη αφύπνισε σεξουαλικά ακόμη και τους παρατημένους μεσήλικες. Στον καφέ μετά έβλεπες αντί για θλίψη κύματα λαγνείας να ίπτανται πάνω από την αίθουσα.

    Την επομένη, ξαναβγήκα στο δρόμο της αναζήτησης. Ακόμη δεν έχω βρει τις απαντήσεις.

    image_pdf