Μεγαλώναμε στο Μαντούκι αμέσως μετά τον Πόλεμο. Φτώχεια. Η θάλασσα στα μέτρα μας. Η πόλη μια ανάσα. Το Μαντούκι ένα αυτόνομο κρατίδιο. Ήταν όλοι μεγαλύτεροι από μένα και τους θαύμαζα. Όλη μέρα στο ποδάρι. Κάποιοι ακόμη χωρίς παπούτσια. Σκανταλιές απίστευτες. Εκεί που σήμερα είναι τα τεχνικά λύκεια ήταν ένα λοφάκι. Η παρέα, με ύφος τουλάχιστον αεροναυπηγών του Μετσοβίου, είχε αποφανθεί ότι εκείνο ήταν το κατάλληλο σημείο για το πέταγμα του χαρταετού, η πίστα. Οι χαρταετοί, φτιαγμένοι από τα πιο ευτελή υλικά, εφημερίδες, λαδόκολλες, κουρελάκια, ό, τι βρίσκαμε μπροστά μας, ήταν παιγνίδι καθημερινό και όχι έθιμο αποκλειστικά της Καθαράς Δευτέρας. Τα χέρια τους τα επιδέξια (πραγματικοί αεροναυπηγοί) έφτιαχναν τα πιο αεροδυναμικά σκαριά τα οποία πέταγαν με μαεστρία και αυλάκωναν με ελπίδα τους ζοφερούς και πεινασμένους ακόμη μεταπολεμικούς ουρανούς. Το παιγνίδι λάβαινε τέλος απότομα γιατί Μαντούκι – ξε-Μαντούκι και όλοι πρώτοι μάγκες αλλά έτρεμαν τη μάνα τους και μαζεύονταν χωρίς δεύτερη κουβέντα για το φτωχικό βραδινό και την υποχρεωτική απαγόρευση κυκλοφορίας. Εγώ δεν μπορούσα με τίποτα να μπαλιγάρω τον αετό. Με αγαπούσαν όμως και με προστάτευαν γιατί ήμουν καλός στα μαθήματα και τους βοηθούσα χωρίς τουπέ. Εκείνο το καλοκαίρι όχι μόνο έμαθα να πετάω αετό αλλά κατάφερα και κολύμπησα μαζί τους μέχρι το Βίδο και πάλι πίσω (αυτός νομίζω ήταν ο προσωπικός μου διάπλους της Μάγχης), κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο και άλλα πολλά…. Τη χαρά όμως και την πληρότητα που μου έδωσε εκείνο το πρώτο αμόλημα της καλούμπας δεν μπορώ να το ξεχάσω, χαρά επαναλαμβανόμενη σε όλα τα έκτοτε πετάγματα του χαρταετού. Η παρέα διαλύθηκε, οι περισσότεροι έφυγαν το επόμενο καλοκαίρι στην Αθήνα να μάθουν μια τέχνη, κάποιοι έφυγαν μετανάστες, άλλοι ναυτικοί, δύσκολα χρόνια και σκληρά, το είπαμε, εγώ τελείωσα το σχολείο στην Αθήνα για να κάνω φροντιστήριο και μπήκα στο Πολυτεχνείο, όχι αεροναυπηγός, πολιτικός μηχανικός, όπως ήταν το πρόσταγμα της οικοδομικής ανάπτυξης της εποχής, έγινα μάλλον διάσημος λόγω κάποιων διαγωνισμών που κέρδισα, έγραψα και κάποια βιβλία. Σε μια συνέντευξη με ρώτησαν ποια είναι τα εφόδια που έλαβα κατά τα παιδικά μου χρόνια που με βοήθησαν στην μετέπειτα πορεία μου. Μα ότι έμαθα να πετάω χαρταετό, απάντησα, αυτό είναι και το πρώτο που έμαθα και στα παιδιά μου και τώρα στα εγγόνια μου, δεν ξέρω πως θα τα είχα καταφέρει χωρίς αυτό.
Καρναβάλια
Από τη Νίκαια, την Αλόστ και κυρίως από το Ντύσελντορφ, οι εικόνες των καρναβαλιών με τις οποίες συνοδεύουμε την αποψινή μας καληνύχτα.
Ο Τσίπρας σημαδεύει τον Κύκλωπα, μετανάστες, Σαρλί, Γκουγκλ, Αλ Κάιντα… όλα δοσμένα με κριτικό και εύστοχο τρόπο.
Τιμή στον Τζίνο
Εκεί που όλοι σιωπούν τότε επεμβαίνει ο Τζίνος.
Αν και καθυστερημένα για ένα γεγονός που έγινε το Νοέμβρη.
Ο πολίτης-ζωγράφος με Π τεράστιο κεφαλαίο Τζίνος Δημητράτος δίνει μαθήματα πολιτικής αυτοοργάνωσης, πρωτοβουλίας και επέμβασης.
Η τιμή στους 9973 Γερμανούς στρατιώτες που έπεσαν στη χώρα μας κατά τον Β.Β.Π. που απόδωσε ο ΓΕΕΘΑ την ώρα που υπάρχουν καπολαβόροι τύπου Ράιχεμπαχ και Φούχτελ πάνω από το κράτος μας αποτελεί βρισιά – φτυσιά στα μούτρα όλων και ειδικά εκείνων των συμπατριωτών που μέτρησαν τότε νεκρούς.
Ο Τζίνος αφισοκολλώντας σε όλη τη πόλη τη δικιά του αφίσα μάς έδωσε ταυτόχρονα ένα μαντήλι καθάριο και φρέσκο σιδερωμένο να σκουπιστούμε από τη βρωμιά.
Χτυπημένος Νεσκαφέ
Τον θυμάμαι στητό και περήφανο, με τσιγκελωτά μουστάκια και με βλέμμα που άστραφτε. Θα έπρεπε να πατάει σε βουνοκορφές, να διασχίζει πελάγη, να τιθασεύει την πέτρα. Αλλά κρατούσε το κυλικείο στον ημιόροφο σε ένα από εκείνα τα σταχτιά μέγαρα γραφείων, Ακαδημίας και Χαριλάου Τρικούπη. Ήταν από τη Μάνη, δεν είχα ακούσει τη φωνή του σχεδόν ποτέ, έμπαινε στο γραφείο κουβαλώντας το δίσκο νυχοπατώντας και στο ασανσέρ που τον συναντούσα και τον χαιρετούσα, πάντα στον πληθυντικό, εκείνος (ήταν πανύψηλος) χαμήλωνε απλώς το βλέμμα προς το μέρος μου. Ήμουν στη μέση των σπουδών μου και χαμένη κι αποφάσισα να βουτήξω στα βαθιά και να καταλάβω τι ήταν αυτό που σπούδαζα. Η πόλη γύρω είχε αρχίσει να ευημερεί και να αναπλάθεται κι οι εσπρέσσο, οι καπουτσίνο και οι πρώτοι φρέντο έκαναν την εμφάνισή τους παραγκωνίζοντας τον νεσκαφέ. Μοδάτα καφέ στο κέντρο της πόλη σερβίριζαν καφέ ποιότητας, παίζαμε στα ίσα τους Ιταλούς κι όμως εγώ ήθελα να γυρίσω στο γραφείο στο σταχτί μέγαρο και να πιω καφέ από τα χέρια του αγαθού γίγαντα. Μου έφτιαχνε ζεστό νεσκαφέ με ζάχαρη και πολύ γάλα, όπως μου άρεσε, τον οποίο χτύπαγε, ήταν ο μόνος καφετζής που γνώρισα που έμπαινε στον κόπο να χτυπήσει τον ζεστό νεσκαφέ και τον σερβίριζε σε εκείνα τα παλιακά, πορτοκαλένια, ψευτοφαρφουρένια φλυτζάνια, σαν να είχες πάει επίσκεψη σε μια ηλικιωμένη θεία σου. Κι ο ελληνικός του ήταν φτιαγμένος με το ίδιο μεράκι, το τοστ σπιτικό, το τσάι όπως θα στο έφερνε η μαμά σου όταν ήσουν συναχωμένος. Μου μίλησε μόνο μία φορά. Έμαθα θα μας φύγεις, μου είπε μια μέρα όταν κατεβαίναμε με το ασανσέρ και κοιτούσαμε αμήχανα και οι δύο τον καθρέφτη (ήθελα να πάρω πτυχίο και καθυστερούσα με τη δουλειά). Να είσαι καλά, να έρχεσαι να μας βλέπεις. Μου ήρθε να βάλω τα κλάμματα και σκέφτηκα όλες αυτές τις κουταμάρες για την αποξένωση στη μεγάλη πόλη. Γιατί στη μεγάλη πόλη άνθρωποι δεν κατοικούν; Θα μου λείψει ο καφές σας, του είπα. Κανείς δεν μου τον κάνει έτσι. Ακόμη κι εγώ, μέσα στη μεγάλη πρωινή μου νύστα τον έφτιαχνα καραβίσιο από τη βιασύνη μου. Δεν ξέρω που να βρίσκεται πια. Το σταχτί μέγαρο βέβαια είναι ακόμη στη θέση του. Εγώ έχω ένα τέτοιο ψευτοφαρφουρένιο φλιτζάνι και πίνω τον καφέ μου. Τι την θες την κιτσαρία; Μου είπες όταν το είχες πρωτοδεί. Απλώς μου αρέσει. Στις μεγάλες μπόρες, στις δύσκολες υποθέσεις κάνω έναν κόπο και χτυπάω τον νεσκαφέ μου, απιθώνω το φλυτζάνι ανάμεσα στα χαρτιά μου και σκέφτομαι. Περάσαμε και μαζί αρκετές μπόρες. Ποιος δεν περνάει, θα μου πεις. Νόμιζα ότι θα κρατούσαμε. Αλλά μια μέρα τέλειωσε Γιατί, μου είπες Περάσαμε τόσα δύσκολα, μου είπες, τώρα; Τώρα. Μα γιατί τώρα; Ξέρω γω; Ίσως γιατί ποτέ δεν μπήκες στον κόπο να μάθεις πως πίνω τον καφέ μου. Και ποτέ δεν προσφέρθηκες να μου τον χτυπήσεις στο φλυτζάνι μου.
Περί συμβόλων και άλλων δαιμονίων
Τίποτε δεν έμαθες. Τα πάντα γύρω άλλαξαν και τα πάντα έμειναν ίδια. Κι εσύ περίμενες. Απλά περίμενες. Γύρω χαλασμός. Πόλεμος. Αλλαγές απίστευτες. Κι εσύ κλεισμένος στο καβούκι σου, στα ίδια επιχειρήματα, στον ίδιο τρόπο σκέψης, στο εγώ θα τα καταφέρω. Πέρασαν και δε σε άγγιξαν. Οι απολύσεις. Οι διαθεσιμότητες. Οι μειώσεις. Οι περικοπές. Η ανεργία. Οι αυτοκτονίες. Τα νέα παιδιά που φεύγουν έξω. Οι εγκλωβισμένοι εδώ, στα ασήκωτα δάνεια και στη μιζέρια. Τα λιποθυμικά επεισόδια στα σχολεία. Ψέμματα, είπες, αστικοί μύθοι, τα γράφουν στο ίντερνετ έτσι, ποιός δεν έχει να δώσει στο παιδί του μαρέντα για το σχολείο, αλήθεια, ποιός; Είσαι καλά; Σε ταρακούνησε ο Δημήτρης που δούλευε στην Γκράβα. Ξέρεις ότι την τυρόπιτα την τρώω κρυφά και ντρέπομαι; Ξέρεις ότι δεν μπορώ να αγοράσω τυρόπιτα σε όλα αυτά τα παιδιά που με κοιτάνε κάθε μέρα με πεινασμένα μάτια; Μη λαϊκίζεις άλλο, του είπες. Εσύ, από την άλλη, μείωσες τα παπούτσια που αγόραζες κάθε σεζόν και νοιώθεις Γερμανίδα στη διαχείριση, θα τα καταφέρω είπες, παρόλο που το εισόδημά σου πέφτει κατακόρυφα, αυτά τα υψηλά οικονομικά ποτέ δεν τα κατάλαβες. Είναι κι άλλοι σαν κι εσένα, πολλοί. Αλλά δεν πάει άλλο, κάτι σίγουρα δεν πάει καλά, καλές οι περικοπές, στα περιττά, στην πολυτέλεια αλλά στην υγεία, στην παιδεία, τρόμαξες με τις ουρές στους γιατρούς για τις μηνιαίες συνταγές και με το κόστος στα φάρμακα, ξέρεις, σου είπε η φαρμακοποιός τι είναι να είσαι γέρος, να πρέπει να βγάλεις το μήνα με τετρακόσια ευρώ και να πρέπει κάθε μήνα να έχεις μεγαλύτερη συμμετοχή στα φάρμακα; Και μετά έρχονταν οι λογαριασμοί, νερό, ΔΕΗ και πάει λέγοντας. Κι άρχισες να γίνεσαι προσεκτική. Έβλεπες το φωτισμό αρρύθμιστο στο δρόμο και προσπαθούσες να τηλεφωνήσεις, ελάτε είναι μέρα μεσημέρι και οι λάμπες καίνε, κι εσένα τι σε νοιάζει κυρά μου, τι σε νοιάζει εσένα, τι σε νοιάζει εμένα, φαύλος κύκλος… Και ξαφνικά, όλοι θέλουν αλλαγή κι ελπίδα, χαμόγελο κι αισιοδοξία. Κι εσύ μαζί. Κι όλοι πιστεύουν ότι αυτό συνέβη σε ένα βράδυ. Επειδή κάποιος είπε ένα όχι, επειδή κάποιος άλλος είπε ότι θα ξαναδώσει αυτά που πήραν. Γιατί, δεν τα θέλεις αυτά; Τρελός είσαι; Και βέβαια τα θέλω. Αλλάζουν όμως έτσι όλα σε μια στιγμή; Και τότε έπεσε το γεφύρι. Κι είδες για πρώτη φορά κόσμο πραγματικά συγκινημένο, ανθρώπους που δεν είχες δει να προβληματίζονται ή να το δείχνουν για την ανεργία του γείτονα ή για το φαί του περαστικού που ζητούσε ένα ευρώ. Είδαν το σύμβολο να πέφτει, να κατακρημνίζεται. Έτσι είναι, είμαστε μια χώρα χτισμένη πάνω σε μύθους, σύμβολα, κόκκαλα, ιδέες, σαν να μην μπορούμε να διαχειριστούμε το καθημερινό, λες αυτό να πληρώνουμε; Κι είναι σαν να κατάλαβαν για πρώτη φορά τις ελλείψεις, τις ανεπάρκειες και την κοροΐδία ενός συστήματος χρόνων, ενός συστήματος ριζωμένου τόσο βαθιά μέσα μας που θέλει να γκρεμιστεί συθέμελα για ν’ αλλάξει και να ταρακουνήσει και ν’ αλλάξει. Κι εμάς.
Ο θρύλος της Σάνγκι-Λα
Σάνγκρι-Λα (Shangri-La), μία μυθική πόλη που υποτίθεται βρισκόταν κάπου στα βουνά του Θιβέτ. Υπάρχουν στοιχεία για την αρχαία αυτή πόλη στους μύθους απομακρυσμένων σημείων στην Κίνα, Νεπάλ και Θιβέτ, όπου η λαογραφία περιγράφει μία κοιλάδα όπου ζούσαν αθάνατοι σε πλήρη αρμονία.
Οι πεποιθήσεις για την μοναδική υπεραισθητήρια ενέργεια αυτού του τόπου ήταν διαδεδομένες έξω από τα γεωγραφικά όρια της Σάνγρι-Λα. Η μαγική και συνάμα μαγευτική τοποθεσία απασχολούσε όλους τους λαούς της Κεντρικής Ασίας, περιγραφές της υπήρχαν σε όλες τις μυθολογίες και τους θρύλους όλων των γειτονικών λαών. Κάποιοι την αποκάλεσαν «Χώρα των λευκών νερών» (άραγε επειδή στη Λίμνη Τσάϊνταμ, νοτιαναταλικά της Τάκλα Μακάν υπάρχουν μεγάλα αποθέματα άλατος), άλλοι πάλι την ονόμασαν «Χώρα των Θαυμάτων και της ζωντανής φλόγας». Οι Ινδουϊστές την ονόμαζαν Αριαβάρσα, τη μυθική χώρα απ’ όπου προήλθαν οι Βέδες, τα πρώτα γραπτά κείμενα στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Οι Κινέζοι την είπαν Δυτικό Παράδεισο της Χσι Γουάνγκ Μου, Βασιλομήτωρ της Δύσης, στους Κιρκισιανούς ήταν γνωστή με το όνομα Τζαϊαναντάρ. Χιλιάδες χρόνια αργότερα ο θρύλος δεν άφησε ασυγκίνητους τους Ρώσους παλαιόπιστους, μια χριστιανική σέκτα του 19ου αι. Την αποκάλεσαν Μπελοβόντιε. Κι όμως, παρά τις τόσες διαφορετικές ονομασίες, η μυστηριώδης χώρα της Ανατολής είναι γνωστή με το θιβετιανό της όνομα, Σάνγκρι-Λα, το διάσελο της γαλήνης και της ειρήνης.
Η Σάνγκρι-Λα ήταν το κέντρο μιας μυστηριακής λατρείας που συνένωνε όλες τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του κόσμου. Και αν αυτό φαίνεται περίεργο, αρκεί το γεγονός ότι τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα οι μοναχοί Μπον-Πο χαρτογράφησαν το βασίλειο σε σχέση με την Περσία, το ελληνιστικό βασίλειο της Βακτριανής, την Αίγυπτο και την Ιουδαία. Οι απομονωμένοι “πρωτόγονοι” Θιβετιανοί φαίνεται πως είχαν άριστες γνώσεις γεωγραφίας, εφ’ όσον γνώριζαν όλες τις κοιτίδες πολιτισμού της εποχής τους.
Ο δρόμος της προσωπικής απελευθέρωσης του Βούδα διαδόθηκε στο Θιβέτ τον 7ο αι. μ.Χ. από τις δύο συζύγους – μια Νεπαλέζα και μια Κινέζα – του βασιλιά Σόγκτσεν Γκάμπο. Ο ηγεμόνας ανάθεσε σε έναν μοναχό να επινοήσει τη θιβετιανή γραφή μελετώντας τα σανσκριτικά. Έναν αιώνα αργότερα ο βασιλιάς Τρίσονγκ Ντέτεν ξεκίνησε μια δημόσια συζήτηση για το Βουδισμό. Οι σοφοί διαλογίστηκαν για δύο χρόνια και κατέληξαν ν’ ακολουθήσουν το βουδιστικό μοντέλο της Ινδίας και όχι της Κίνας. Εκείνο ακριβώς το διάστημα ο χάρτης της Σάνγκρι-Λα ανανεώθηκε με στοιχεία για τις εξελίξεις στον κόσμο. Το ίδιο όμως το βασίλειο είχε πλέον περάσει στο φανταστικό κόσμο του μύθου.
Υποστηρίζεται από πολλούς ότι η Shangri La δεν υπήρξε ποτέ στην πραγματικότητα με την έννοια που την έχουν συνδέσει. Στο βιβλίο «Χαμένος ορίζοντας» ο συγγραφέας Τζέιμς Χίλτον αναφέρεται σε μια κρυφή κοιλάδα κάπου στις δυτικές παρυφές της οροσειράς Κουνλούν, η οποία βιώνει την απόλυτη αρμονία και ευτυχία υπό την καθοδήγηση ενός θιβετιανού βουδιστικού μοναστηριού. Οι κάτοικοι της κοιλάδας, αναφέρει ο Χίλτον, ζουν σχεδόν αθάνατοι και ολοκληρωτικά ευδαίμονες σε αυτή την ουτοπία των Ιμαλάϊων, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο.
Manifestoon: Το μανιφέστο σε καρτούν
Το 1968, ο Αμερικάνος καθηγητής Τζέσι Ντριου παρουσίασε στους μαθητές του μία σύνθεση με σκηνές από διάφορες ιστορίες, κυρίως του Τεξ Άβερυ, των Χάννα-Μπαρμπερα και πιο παλιές, ενώ διάβαζε πολύ σοβαρά αποσπάσματα του γνήσιου κειμένου των Μαρξ και Ένγκελς.
Ακόμα και κάποιος που δεν ξέρει Αγγλικά μπαίνει στο νόημα.
Τα γιαούρτια και το τέλος της Μεταπολίτευσης
Με αφορμή το άρθρο του τακτικού σας συνεργάτη κ. Κοπρώνυμου για τον υπουργό –πλέον– Μάκη Βορίδη, δεν μπορώ να μην θυμηθώ το τελευταίο θαρρώ γιαούρτωμα που έλαβε χώρα στην ιστορική Νομική της Αθήνας, για μένα μια Σχολή πιο εμβληματική ακόμη κι από το Πολυτεχνείο, γωνία Σόλωνος και Σίνα, περί το ΄88 ή το ’89, με τελικό αποδέκτη την καλοκουρεμένη από κείνα τα έτη κεφαλή του Μάκη Βορίδη. Ο Μάκης είχε το θράσος να ηγείται της φοιτητικής – συνδικαλιστικής οργάνωσης της ΕΠΕΝ, τα ίδια εκείνα χρόνια που γυρνούσε με τα τσεκούρια στα Εξάρχεια, και παρά τα χαμηλότατα ποσοστά που κατέγραφαν στις φοιτητικές εκλογές κατέβαιναν στα γεμάτα τότε ακόμη στις γενικές συνελεύσεις αμφιθέατρα και ο ίδιος ως ευφραδής φρόντμαν έπαιρνε το λόγο τον οποίο δεν του στερούσε η Δημοκρατία. Η συνάφεια όμως κι η proximite σε μια Σχολή που έβραζε, όπως ήταν η αρχετυπική Μεγάλη του Γένους Σχολή (κακά τα ψέματα, αυτό υπήρξε η Νομική για την Ελλάδα), η οποία δεν ξεγελούσε κανέναν περί του ποιού και των απόψεων του σημερινού υπουργού, χάρισε στο Μάκη και την παρέα του, παρά τις αντιπαραθέσεις για το ότι η Δημοκρατία αντέχει να ανέχεται όλες τις απόψεις, το ιστορικό αυτό ύστατο γιαούρτωμα, κλείνοντας από τότε, ναι από τότε, τον κύκλο της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και χαρίζοντας βέβαια και στους αυτόπτες μάρτυρες του στιγμιοτύπου σκηνές σκρούμπολ κωμωδίας.
Ο κύκλος έκλεισε από τότε και είναι λάθος να λένε ότι έκλεισε σήμερα. Σήμερα λόγω αμβλυμένων αισθήσεων μπορεί να αισθανόμαστε τα αποτελέσματα, κακό δικό μας. Η Σχολή μου μεταμορφώθηκε. Από τότε. Η Σχολή που έδωσε στην Ελλάδα καλλιτέχνες, ποιητές, φιλοσόφους, πολιτικούς και ναι, και νομικούς, αυτή που ήταν ο ορισμός του Πανεπιστημίου, δηλαδή του χώρου της ανταλλαγής των ιδεών και της καλλιέργειας της σκέψης, της γνώσης και της επιστήμης, είναι ίσως η πρώτη Σχολή που συνδέθηκε απόλυτα με την παραγωγή και με την δημιουργία πτυχιούχων με απόλυτα ανταλλάξιμο πτυχίο στην αγορά εργασίας, με άλλες βέβαια τραγικές συνέπειες που θα αναλύσω σε άλλο σημείωμα. Εκτός από τη Σχολή μου μεταμορφώθηκε και ο συμφοιτητής μου υπουργός. Προσέξτε όμως. Οι μεταμορφώσεις δεν τελειώνουν. Κάτι μου λέει ότι το σύστημα ετοιμάζει περαιτέρω μεταμορφώσεις μετά την Κυριακή πασχίζοντας για την επιβίωσή του. Προσοχή και επαγρύπνηση.
Σ.Σ. Διαβάστε εδώ το σχετικό άρθρο του Κοπρώνυμου “Ο εντιμότατος κύριος Μαυρουδής”
Ο εντιμότατος κύριος Μαυρουδής
Ο κ. Μαυρουδής Βορίδης* επροχθές έπνεεν τα μένεα εις Ασπρόπυργον.
“Δεν πρόκειται να τους αφήσωμε ότι κι αν είναι εκείνο το οποίο θα χρειασθεί να κάνωμε! Ότι υπερασπίσθηκαν οι παππούδες μας γενναία με τα όπλα θα το υπερασπισθούμε εμείς με τη ψήφο μας την επομένη Κυριακή!”
Ο διάδοχος του κ. Μιχαλιολάκου είς την γραμματείαν της ΕΠΕΝ και κουμβάρος του κ. Λε Πέν δεν είναι η πρώτη φορά όπου οργίζεται με τους μιαρούς κομμουνιστάς.
Ως πυροβόλον Απριλιανού ερπυστριοφόρων γαζώνει με ριπάς την επαίσχυντον ροζίζουσα συριζιανή επέλασιν.
Έτσι του έρχεται να αρπάξει τον θαμμένο διπλούν μουσολινικόν πέλεκυ με τον οποίον επεριφέρετο εις τα Εξάρχεια διά να συντρίψει μαρξιστάς και απογόνους Εαμοβουλγάρων.
Μετά βίας συγκρατεί εαυτόν να ανακράξει βίαιας πολεμικάς ιαχάς ως παλαιόθεν:
– Να γκρεμίσωμε ότι και όποιον μας σταματήσει !
Ομιλεί τώρα ως νομιμόφρων πολίτης ότι θα υπερασπισθεί την εξουσίαν των διά της ψήφου και αυστηρώς μόνον δι’αυτής.
Δεν αναφέρει τίποτε διά όπλα.
Με τι υπερασπίζεται ούτος και οι ομογαλακτοί του τον ελληνοχριστιανικόν πολιτισμόν;
Με στραγάλια;
Όπλον δεν ήτο του Κορκονέα το περίστροφον, του Ρουπακιά η μάχαιρα, αι ράβδοι των ΜΑΤ και αι πνιγηραί κροτίδαι πλήρεις χημικών κρυστάλλων;
Αγνοεί επίσης ότι και οι ιδικοί μας παππούδες υπερασπίσθηκαν πατρίδα δια των όπλων στρέφοντάς τα κατά των ιδικών των προγόνων συνεργατών των κατακτητών.
Ανυπόδητοι, πένητες και ανέστιοι αναμετρήθησαν με Ούννους, Βρεττανούς και Υπερατλαντικούς Αποίκους.
Δι’άλλην πατρίδα όμως υπεραμύνοντο (και επιμένουν άλλωστε) οι πεμπτοφαλλαγγίται εκάστης Παγκοσμίου Τάξεως.
Αυτήν της τσέπης των.
* Περισσοτέρας πληροφορίας διά τα τρελλά νεανικά χρόνια του κ.Μαυρουδή θα ηδύνατο να προσφέρη ο τέως βουλευτής της ΝΔ κ. Νικόλαος Γεωργιάδης. Ούτος έχασε την προεδρία του Μαθητικού Συμβουλίου του Κολλεγίου Αθηνών από τον αντιπαλόν του φέρελπι νέον της ΕΠΕΝ Μαυρουδή.
Κολλητική ταινία
Ήσουν στην Γ’ Λυκείου και διάβαζες για τις εξετάσεις. Το σπίτι στο κέντρο της πόλης κι εσύ ήσουν περικυκλωμένη. Όλα τα κομματικά γραφεία σε απόσταση αναπνοής και τα μεγάφωνα δίπλα στο ακουστικό τύμπανο. Άκουγες τα πάντα, όλες τις ώρες, δεν υπήρχε γιατρειά, είχες μάθει πια και διάβαζες με όλα τα τραγούδια, δεν γινόταν αλλιώς, με την τραγουδοθεραπεία σχεδόν επί εικοσιτετραώρου βάσεως εκτός από τον Γιόχαν και τον Χανς είχες μάθει και τον Ήλιο τον Πράσινο και τον Ύμνο της Νέας Δημοκρατίας.
Καλύτερα να σου μπουμπούνιζαν έτσι όλη μέρα τα μαθήματα, γιατί δεν το είχε σκεφτεί κανένας; Παρόλα αυτά και διάβαζες και συγκεντρωνόσουν και πέρασες μετά πολλών επαίνων.
Εκείνη την εποχή ήταν όλα φωναχτά. Μεγάφωνα παντού. Τραγούδια. Ντουντούκες στις διαδηλώσεις και στις πορείες. Φωναχτές συζητήσεις στα καφενεία. Στις παρέες. Στα οικογενειακά τραπέζια. Πανεπιστήμιο και νέες φωνές. Τις πρόλαβες στο τελείωμά τους.
Θυμάσαι κάποια βράδια που πήγαινες μαζί του για αφισοκόλληση. Με κολλητική ταινία. Σου έδειξε πώς να βάζεις έτοιμες λουρίδες στο τζιν σου κι έτσι η δουλειά έβγαινε γρήγορα. Γελούσατε, όλοι μαζί. Και μετά εκείνος σε φιλούσε. Ωραία ήταν.
Μετά έφυγε για την Αμερική. Δεν σε ένοιαξε, κι ας είχες μείνει στην Αθήνα, κι ας σου έγραφε γράμματα. Μάλλον είχε τελειώσει. Γύρισε το καλοκαίρι και σε γύρεψε, σε πρόλαβε πριν φύγεις εσύ για το νησί, το είχες πάρει απόφαση.
Σου μίλησε πρώτη φορά για κάτι που λεγόταν «politically correct», κάτι με το οποίο οι Αμερικάνοι είχαν εμμονή κατά πως φαινόταν κι είχε εισβάλλει σε όλα τα αμερικάνικα κάμπους. Εσύ, μια κόρη μεγαλωμένη σε μια αστική οικογένεια, που απευθυνόσουν σε όλους στον πληθυντικό και που δεν ήθελες να πληγώνεις κανέναν, αισθάνθηκες για πρώτη φορά την κολλητική ταινία στο στόμα. Εντάξει, του είπες, άλλο η κοινωνική ευπρέπεια και το τακτ, αλλά όρια στην πολιτική; Στη σάτιρα; Στο σχόλιο στα δημόσια πράγματα; Πήγες εκεί για να γυρίσεις πίσω; Αυτός έκανε πως δεν σε άκουσε, σου είπε μόνο πού θα πας να θαφτείς στο νησί; Δε βαριέσαι, το μυαλό όσο δουλεύει δε χάνεται….
Αλλά την κολλητική ταινία από τότε άρχισες να την βλέπεις σε διάφορα στόματα γύρω σου. Δεν είναι μόνο που έσβησαν τα τραγούδια, οι φωνές κι οι συγκεντρώσεις Δεν είναι που ακολούθησε σιωπή. Σιωπή για τα σημαντικά. Είναι που ακολούθησε ατελείωτη μπουρδολογία. Ασημαντότητες τυλιγμένες σε χρυσόχαρτο. Επιτυχίες. Χρήμα. Αμάξια. Κενό. Κενό. Παντού εκεί που έστρεφες το βλέμμα σου και περίμενες κάτι, ένα σημάδι, μια ένδειξη ότι ο γιαλός δεν είναι στραβός, κολλητική ταινία στο στόμα. Μην είσαι τόσο ντεμοντέ πια βρε παιδί μου, σου έλεγαν.
Και μετά μπουμ. Τέρμα τα φράγκα. Νέα δράματα. Επανάσταση όχι στους δρόμους, αλλά στο φου-μπου. Κι εσύ πάλι εκεί, κολλητική ταινία. Ο κάθε πικραμένος, αφού λιθοβόλησε τον προσωπικό του Κωστόπουλο, εξιλεώθηκε κι εκτονώνεται στο διαδίκτυο γράφοντας για τα πάντα όλα, παντογνώστης τώρα και τιμωρός. Α, ναι, και βαφτισμένος σε αριστερή κολυμπήθρα. Κι άλλη κολλητική ταινία.
Είχε άδικο εν τέλει ο ποιητής. Στο τέλος δε θα μας σώσουν τα όνειρά μας. Μόνο οι πράξεις μας.


