back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 49

    Λογοτεχνική γαστρονομία: Ο μαιτρ και ο “μαιτρ” του Καραγάτση

    Με τη μυρωδιά από τις πέτσες και τα σπληνάντερα ακόμη ζωντανές στους ουρανίσκους μας, ας αφήσουμε τον Καραγάτση να μας ξεναγήσει σε μία άλλη ατμόσφαιρα.

    Λογοτεχνική γαστρονομία


    “Το καλύτερο τραπέζι είναι πάντα στη διάθεση σας, Maitre…”

    Είμαστε κι οι δυο Maitre.

    Καθένας στο είδος του βέβαια.

    Προτού προφτάσουμε να καθίσουμε, η σαμπάνια ήρθε κιόλας.

    Δυο γκαρσόνια περιμένουν διαταγές.

    Σουπέ κρύο

    Ζακούσκι* με χαβιάρι

    Αστακός αλά αμερικέν

    Πατέ κυνήγι

    Σαλάτα

    Παγωτό-Φρούτα

    Le tout au champagne

     

    Μ.Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και λειτουργία σε λα ύφεση αγιοσύνης, “Εστία”.

     

    * Ζακούσκι: Ρώσικα ορεκτικά, πιροσκί, πιρόγες (Φλάνμε Κόττατζ), Κολόντετζ (πηχτή με ζελέ), παστές ρέγγες, τουρσιά, λουκάνικα Κολμπάσσα.

    Η λέξη κυριολεκτικά σημαίνει “μία δαγκωνιά για το μετά”.

    image_pdf

    Νιοραντσαρίες

    Λέμε εμείς εδώ στους Κορφούς μπαρτζολέτες μεταξύ μας για να πειραζόμαστε αλλά οι εμιγκρέδες συμπατριώτες μας πάνε για βραβείο Γκίνες του Βαρώνου Μυνχάουζεν.

    Καλά να πουλάνε μεταξωτές κορδέλες στους «ξένους» αλλά και μεταξύ μας ωρέ παιδιά δεν πάει.

    Να περηφανεύονται ότι όλοι κρατάνε από κόμητες και το νησί μας είναι Νιου Γιορκ στα πολιτικά και κέντρο παγκόσμιων εξελίξεων και καλύτερο από τη Λόντρα σε κοσμική ζωή.

    Κοκορεύονται για τα πιο απίθανα πράγματα και σε μας που τους έχουμε γεννήσει.

    Πως να το κάμουμε δε πάει.

    (Ο διάλογος που σας μεταφέρω είναι πραγματικός 100%)

     

    Μετά τη πρώτη Ανάσταση συναντήθηκα με τον Τζίνο το μηχανικό πού’καμε είκοσι χρόνια στην Ιταλία να πάρει ένα κωλόχαρτο και τα κουτσοβολεύει στο μεγάλο Χωριό

    – Γειά σου αγκάπη!

    – Ωρή Σαλώμη πως κρατιέσαι ακόμα σα συλφίδα βάνεις κάτω 40ρες.

    – Είναι το κλίμα το υγρό που μας κρατεί φρέσκες. Πώς πάς εσύ;

    – Τώρα με τη κρίση δε πλερώνει κανένας ειδεμή δουλειά να φάν κι οι κότες. Όποιος πατήσει το κατώφλι του γραφείου του ζητάω 20 χιλιάρικα προκαταβολή για τις άδειες και να δεις που υπακούνε σα σκυλάκια.

    Καταλαβαίνουνε ότι είμαι σοβαρός και τα σκάνε.

    Όχι παίζουμε.

    – Καλά με 20 χιλιάρικα χτίζεις μισό σπίτι σήμερα .

    – Μα τι νομίζεις ότι φτιάχνω σπιτόπουλα; Προχτές έκλεισα ένα οικισμό με το συνεταιρισμό Αγροφυλάκων στην άνω Λούτσα!

    – Μα αφού κάνεις τέτοιες εργολαβίες, πως κι ήρθες τόσο δρόμο με το Ωτομπιάνκι του πεθερού σου;

    – Ωρέ τη Μερσεντέ και το Τζήπ τά φυλάω στη πυλωτή για να μη δίνω στόχο στην Εφορεία δε τα πιάνεις αυτά είναι του εμπορείου.

    – Οι κοπέλες πού’ναι όξω τι γένονται;

    – Τις χάσαμε αυτές. Η μία είναι βοηθός του διαδόχου του Γιακούμπ στο Μάνσφηλντ..

    – Στο Χέρτφηλντ μήπως εννοείς.

    – Ναί ωρή κοπέλλα το μπερδεύω το όνομα-ιταλόσπουδαγμένος βλέπεις- με τη Τζέην Μάσφηλντ Θυμάσαι την αμερικάνα με τις βυζάρες .

    Που λες η άλλη πού’τανε διάολος στην Αριθμητική τηνε πήρε ο καθηγητής της μαζί του στο Τσέρν στην Ελβετία που ψάχνουνε το μυστήριο της ζωής.

    Δε κάνει βήμα χωρίς τη Σάρα μου.

    – Και ο Ηλίας ο αδερφός της γυναικός σου που εδούλευε λογιστής στα Λιπάσματα.

    – Αυτός κι άν εξαφανίστηκε απ¨ όταν βγήκε ο Τσίπρας τονε πήρανε στο οικονομικό επιτελείο.

    Ξημεροβραδιάζεται με τη Τρόικα τον έχουνε από πίσω γιατί ότι λέει αυτός γένεται.

    Ο Λαφαζάνης τον έχει σα Θεό.

    Με φλόμωσε και φεύγοντας -‘επειδή τελειωμό δεν είχε- τον αρώτηξα:

    – Πότε θα σε ξαναδούμε Τζίνο νάρθεις σπίτι; να σου ΄τοιμάσω καμμιά φρίτολα.

    – Ωρέ πάει το καλοκαίρι ο μπατζανάκης μου ο μηχανολόγος στο Κοσμοδρόμιο του Μπαικονούρ γιατί κάτι τους βοηθάει η Εταιρεία του τους Ρώσσους στους πυραύλους και θα πάρω το Όριεντ Εξπρές από τη Πόλη να περάσουμε απεκεί να τον θαυμάσουμε και μετά θα πεταχτούμε μέχρι το Πεκίνο να το δει η Φωφώ που της αρέσει .

    Τώρα που με΄βρηκες πάω στο Βίδο τράβελ να δε πόσο κάνουνε τα εισιτήρια.

    – Πρόσεξε γλυκέ μου μη πέσετε σε κανά έγκλημα στο τρένο .

    Δε ξέρω άμα μ΄άκουσε γιατί κάποιος άλλος συμπατριώτης από τη Θεσσαλονίκη τον είχε πιάκει κιόλας μονότερμα.

    image_pdf

    Μεγάλη Παρασκευή στον κόσμο

    Όταν ήμουν παιδί υπήρχε ένας απαράβατος κανόνας στο σπίτι: τη Μεγάλη Παρασκευή δεν μαγειρεύαμε. Και κάθε Μεγάλη Παρασκευή ερχόταν στο χαρτί γαρίδες από τα ψαράδικα στην πιάτσα, για μένα δεν υπήρχε μεγαλύτερη λιχουδιά, καλύτερα κι από το κανονικό γιορτινό τραπέζι, ποτέ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα το κρέας. Μεγάλωνα όπως όλη η γενιά μου παραδοσιακά. Την Κυριακή μετά την Εκκλησία  πηγαίναμε στο κατηχητικό, βγαίναμε στους Επιταφίους και στις λιτανείες, το καλοκαίρι στο χωριό αγόρια-κορίτσια μας άφηναν να κάνουμε τα παπαδοπαίδια και να χτυπάμε τις καμπάνες, είχα ευκολία στην αποστήθιση κι έμαθα πρώτη απ’ έξω το «Πάτερ Ημών», ήξερα για τις νηστείες και λοιπά και τελεία. Κι έπιανα από τότε τον εαυτό μου να κοιτάει με πραγματική περιέργεια, ίσως και λίγη ζήλεια,  τους ανθρώπους που γραπώνονταν από την Πίστη. Μέσα σ’ αυτό το πραγματικά ψυχαναγκαστικό πια  πανηγύρι του βίου μας μερικά πράγματα που δεν ξεχνώ:

    – Τον ναυτικό που μου είπε ότι περνάει πραγματικά νηστικός τη Μεγάλη Παρασκευή μετά το παρ’ ολίγον ναυάγιο, εκείνο που είδε κυριολεκτικά το χάρο με τα μάτια του, εκείνη τη μακρινή Μεγάλη Παρασκευή και επικαλέστηκε μέσα στην απελπισία του Εκείνον.

    – Τη γριά Ινδιάνα στο μακρινό Μεξικό να προσεύχεται μέσα στον καθεδρικό που της έφτιαξαν εκείνοι που της ξερίζωσαν τα πάντα, κάτω από αστέρια και ήλιους τα μαραμένα χείλη της επικαλούνταν Εκείνο.

    – Η άνοιξη είναι η αρχή του κύκλου, η αναγέννηση, η ελπίδα (και όλα αυτά είναι θηλυκά και ανεξίθρησκα).

    – Κάθε φορά που ακούω το «Αι γενεαί πάσαι» κλαίω.

    image_pdf

    Κέρκυρα – Σερενίσσιμα

    Εκείνη τη φορά που πήγαμε μαζί στη Βενετία γκρίνιαζες απίστευτα όλο το ταξίδι. Εμένα δε με ένοιαζε καθόλου, ήμουνα σαν τα μικρά που γυρνάνε στη μάνα τους. Θα βρέχει, μου είπες. Ε και; Σου απάντησα. Ένα από τα πολλά που ενώνουν τη Σερενίσσιμα με την πατρίδα. Μυρίζει το δωμάτιο μούχλα, ξανά εσύ. Πως αντέχεις να σέρνεις το σάκο στο βαπορέτο και μετά τόσα σκαλιά πάνω – κάτω; Έτσι γκρίνιαζες κι όταν πρωτοανέβηκες σπίτι. Πόσα σκαλιά έχει; Δεν έχει μπαλκόνι; Πού κάθεστε το καλοκαίρι; Πάντως όχι στο σπίτι. Να εδώ είναι η πλατεία, γιατί να καθήσουμε στο σπίτι, τι είμαστε ανήμποροι; Δεν βλέπεις και την πόλη γεμάτη γέρους; Ούτε αυτοί κάθονται σπίτι. Τελευταίο καταφύγιο τα τήλια κι οι κοκκυκιές, ο μεγάλος διωγμός έγινε με τα καφέ, παγκάκια και πεζούλια και πλακάδα άδεια για μπαλόνι και ψιλή κουβέντα σα να εξαφανίστηκαν σε μια νύχτα. Διωγμός κι από τα μπάνια, εκεί στήθηκαν «Οι χίλιες και μια νύχτες», καταντήσαμε να νοσταλγούμε την πλαστική καρέκλα και την πορτοκαλάδα με το ενάμισυ ευρώ. Παρά την αυξημένη υγρασία και τα αρθριτικά οι γέροι αντιστέκονται σε Κέρκυρα και Βενετία, ενώ τα κύματα  τουρισμού και οργανωμένου σχεδιασμού  μετατρέπουν αδυσώπητα τις πόλεις σε πανάκριβα και τζούφια σκηνικά θεάτρου, πρακτικά ακατοίκητες για αληθινές υπάρξεις σαν την Αγγιολίνα και τη Σταματέλλα, που εξαφανίζονται μαζί με τη χαρακτηριστική τους προφορά. Πριν από ένα – δύο χρόνια μπήκαν κάτι στραβοχυμένα παγκάκια στον πιο κεντρικό δρόμο της πόλης μας και από πείσμα δίνω τα ραντεβού μου εκεί, κάθομαι επιδεικτικά, πίνω το ακριβό αναβράζον νερό μου και μιλάω για επαγγελματικά στο κινητό, αγνοώντας  τα καφέ που έχουν ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια πάνω στο πεζοδρόμιο. Κι ενώ εσύ αδαή στερεολλαδίτη ονειρεύοσουν μαιζονέτες με τσιμέντα, εγώ σε ξεποδάριαζα όλη μέρα στα κανάλια και στα κάμπι, για να υποστείς το βράδυ στο κρεβάτι την ανάγνωση των περιπετειών του Λόρδου Βύρωνα στη Βενετία, όταν μετά τα μπάλι α μάσκερα και τα συναφή όργια, έστελνε για ύπνο το γονδολιέρη του και κολυμπούσε στο καθαρό τότε Γκραν Κανάλ για να φτάσει στο Παλάτσο του. Και στην Κέρκυρα; Στην Κέρκυρα δεν πήγε ποτέ; Μη σκιάεσαι. Στην Κέρκυρα έχει  περάσει, μετά τη Βενετία πάντως, έτερο άλτερ έγκο του, ο Καζανόβα. Βίοι παράλληλοι και οι πόλεις. Σιγά, η Βενετία θα βυθιστεί από τα νερά, η πόλη σου τι θα πάθει; Ότι και η Σερενίσσιμα. Κι αυτή θα βυθιστεί, αλλά από τα σκουπίδια.

     

    image_pdf

    Τα δύο ’21 και η αλήθεια

    Χωρίς πολλές κουβέντες παραθέτουμε τα αποσπάσματα από τα έργα ενός ιστορικού, του Δημήτρη Φωτιάδη κι ενός Λαϊκού δάσκαλου, του Γιάννη Σκαρίμπα, για την ερμηνεία και τα συμπεράσματα του γεγονότος που γιορτάζουμε σήμερα.

    Χαρακτηριστικά της Ιστορίας αποτελούν η Μυθοποίηση και η Απομυθοποίηση. Τα γεγονότα λαμβάνονται αρχικώς όπως είναι ακριβώς και κατόπιν μυθοποιούνται. Παρουσιάζονται με κάποιο μεγαλείο και λάμψη!
    Αυτό αποτελεί ψυχολογική ανάγκη των ανθρώπων, όχι όμως ψεύδος.
    Και ο Παλαμάς συμφωνεί: «Το ’21; Έχουμε ως τώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Πιστεύω πως ναι».

    Τα δύο ’21

    Το Εικοσιένα, όπως το ξέρουμε μέσα από την επίσημη ιστορική παράδοση, μοιάζει με τ’ αναστραμμένο είδωλο που βλέπουμε να καθρεφτίζεται στα θαμπά νερά μιας λίμνης.
    Είναι βέβαια η ίδια εικόνα, μα δοσμένη από την ανάποδη.
    Για να γνωρίσει κανείς τ’ αληθινό Εικοσιένα πρέπει να σκύψει πάνω σ’ άλλα κείμενα, σ’ εκείνα που προετοίμασαν το σηκωμό, σ’ αυτά που γράφτηκαν όσο βρόνταγε το καρυοφύλλι κι άστραφτε το γιαταγάνι και στ’ απομνημονεύματα των αγωνιστών -του Μακρυγιάννη, του Κασομούλη, του Κολοκοτρώνη, του Φωτάκου, του Σπυρομήλιου, του Περραιβού, του Σπηλιάδη και τόσων άλλων.

    Δύο ήταν τα Εικοσιένα: Το ένα του λαού και των πιο προοδευτικών ανθρώπων εκείνου του καιρού, το άλλο των κοτζαμπάσηδων και των πολιτικάντηδων. Του πρώτου οι ρίζες αντλούνε τους χυμούς τους από τα “Δίκαια του ανθρώπου” του Ρήγα Βελεστινλή, πάνω στ’ άλλο πέφτει βαρύς ο ίσκιος της “Πατρικής Διδασκαλίας” του Μακαριωτάτου Πατριάρχη της Αγίας Πόλης Ιερουσαλήμ Κυρ Ανθίμου ή πιο σωστά του Γρηγορίου.

    To ’21 και η αλήθεια

    Οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι… Ο ελληνικός λαός δε θα ’κανε την επανάσταση για ν’ αποκαταστήσει και πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες.
    Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνον Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι, ή δε μας λένε την αλήθεια.
    Σκοτώνοντας τους Τούρκους ήξερε ότι σκοτώνει το σύμμαχο των κοτζαμπάσηδων.
    Χωρίς τον αφανισμό πρώτα αφτουνού, δεν μπόραε να ξεπάτωνε τους άλλους.
    Το ότι σ’ αυτό η Επανάσταση γελάστηκε, δεν πάει να πει διόλου ότι τους εφείσθη.
    Θα τους πέρναε εν στόματι μαχαίρας.
    Το ότι νόμισε ότι για τούτο είχε καιρό, αυτό την έφαγε…
    Η Επανάσταση απότυχε…
    Μεταξύ δουλείας και δουλείας δεν υπάρχει καμιά διαφορά.
    Με το να κάμεις μιαν επανάσταση κι αποτινάξεις το ζυγό, δεν έκαμες τίποτα.

    Το ’21 αυτό έκαμε. Το να μην ξαναεμπέσεις σε ζυγό – αυτό είναι επανάσταση.

    image_pdf

    Ούρλικε Ντρέσνερ: Kugelblitz

    Οι “Σφαιρικές αστραπές” της Ντρέσνερ μεταφράστηκαν από τον Γιώργο Καρτάκη και κυκλοφόρησαν στη γλώσσα μας.

    Υπάρχουν σημαντικές μαστόρισσες του στίχου και της έννοιας ανάμεσά μας που ίσως δεν τις γνωρίσουμε ποτέ.

    Βρίθουν οι βιτρίνες από σαπουνόπερες και εκατομμύρια πενήντα αποχρώσεις του μαύρου σκοταδιού.

    Για τη μέρα της Ποίησης ας μην επαναλάβουμε τους γνωστούς, πολυδιαβασμένους, μελοποιημένους βαρύγδουπους.

    Η Kugelblitz (Ball-Lighting) είναι μία σπάνια μορφή κεραυνού σε σχήμα λαμπερής κόκκινης μπάλας, που συνδέεται με τις σφοδρές καταιγίδες και πιστεύεται ότι αποτελείται από ιονισμένο αέριο.

    Σφαιρικές αστραπές που λάμπουν εντός μας και χάνονται.

    Προσέξτε τη τρίτη απ’ το τέλος αράδα του Feed me, το δεύτερο ποίημα είναι αδημοσίευτο και πάρθηκε από την “απαιτητική” σελίδα poiein.gr.

    feed me,
    eat me

    (Bruce Nauman, Αμβούργο)

    αυτή η απόσπαση του ενός απ΄ τον άλλο &
    το ο ένας επάνω στον άλλο & μακριά απ΄ τον άλλο
    τα braille – δάχτυλα μου ψηλαφούν
    τους σπονδύλους σου.

    κοιμάσαι.
    μου ‘χεις γυρίσει την πλάτη.

    χόνδροι
    συγκρατούν κεφαλές & αρθρώσεις
    στη θέση τους.

    στη μέσα όμως λεκάνη
    ξύπνιος, ο κόκκινος σου
    πιο κόκκινος, που μια άλλη φιλά, κάνει ζάπινγκ.

    εσύ
    κοιμάσαι,

    εγώ. σαν στόμα
    φουσκώνουν βυθός & όχθες.
    μεταξύ τους μπλεγμένοι «ενθουσιασμοί»
    ντροπές,

    need me, cheat me
    θα΄ ρθεις πίσω;

    βυθίζουμε
    σε οθόνες καυτές
    τα κραυγαλέα κεφάλια,

    τα λένε
    πρόσωπο,

    δεν επαρκούμε
    για τίποτα,

    feed me
    eat me.

    κάδοι λευκοί πράσινοι
    καθυστερούν το δρόμο.

    you cheated
    you joked, τα άλματα σου
    στο δικό μου εγώ

    you fed
    me i
    .ate you
    το δρόμο
    ονειρεύονται

    με μικρά ανθρωπάκια

    εκεί υπάρχουν στιγμές
    στιγμές ροδόχρωμες που συσχετίζονται
    ακριβώς
    φτιαγμένες με στηρίγματα αντίσκηνων
    και τη λέξη «μπαμπάς»: οι μετέπειτα
    παλιές αναμνήσεις, του στήθους
    το κόρδωμα επάνω στο ποδήλατο
    προχώραγε κανείς
    σπρώχνοντας με τα πόδια στο χώμα
    τα χέρια
    οδηγούσαν
    τα σύννεφα

    έφτιαχνε καραβάκια από χαρτί
    και σάλπαρε
    κάτω απ΄ το βλέμμα του πατέρα
    μες σ΄ ένα άσπρο λουλούδι: ξανθό κουδούνισμα

    αργότερα υγρό ανεβαίνει το χορτάρι
    στην καρδιά: το σκαφάκι
    της κόρης ροζάσπροροζ
    του τίποτα. πού είναι κάποιος
    αν λείπει όπως τώρα
    ήδη πολύ καιρό;

    μακριά. μέχρι να πει κάποιο σούρουπο
    το παλιό αλφαβητάρι:
    γεμάτο είμαι
    ανθρώπους
    όπως κι εσύ

    image_pdf

    Ο κήπος του Πρόσπερου

    Οι κήποι στο νησί είναι μια γλυκιά ιδιαιτερότητα.
    Ολόκληρο το νησί είναι ο κήπος του Πρόσπερου αλλά ο καθένας θέλει να ορίσει τον δικό του κήπο.

    Τι είναι λοιπόν ο κερκυραϊκός κήπος και γιατί είναι ξεχωριστός;

    Έχεις μια βάση καταπράσινη, ελιές και κυπαρίσσια.
    Απαραίτητη είναι η μυγδαλιά.
    Με αυτήν ξεκινάει άλλωστε ο κύκλος της ανθοφορίας.
    Εδώ τα άνθη θα δώσουν τη θέση τους στα πρασινωπά φρέσκα αμύγδαλα.

    Κοντά στο σπίτι, είτε είσαι άρχοντας είτε χωρικός, λεμονιές και πορτοκαλιές.

    Την άνοιξη τα άνθη τους είναι το αγαπημένο μου άρωμα στον αέρα, ένα λεπτό χαλάκι με υπόλευκα αστράκια όταν πέφτουν, σχεδόν ολοχρονίς τα δέντρα φορτωμένα με τα μήλα των Εσπερίδων.

    Σε μια γωνιά, σιμά στο κερκυραϊκό μουράγιο, ένα κουμ – κουάτ καμαρώνει.

    Στο τέρμα του κήπου οι παυλοσυκιές.
    Εκτός από τα φραγκόσυκα είναι φυσικός φράχτης και αντιπυρική προστασία.

    Δίπλα μια τζιντζολιά.
    Ο καιρός από τα τζίτζιφα είναι ο Σεπτέμβης.

    Κοντά στο σπίτι μια νεσπολιά.
    Δέντρο εμβληματικό.
    Για μένα είναι συνώνυμο του κερκυραϊκού κήπου.
    Το φύλλο του, σκούρο πράσινο και γυαλιστερό είναι ένα αριστούργημα.

    Ξεριζώστε τους φοίνικες και φυτέψτε νεσπολιές.

    Δίπλα στη νεσπολιά, μυρίζω το χώμα κι ακούω τα ζουζούνια όλης της Κέρκυρας να επικοινωνούνε μυστικά μεταξύ τους.

    Μέχρι εδώ, ο αρχικός κηπουρός φύτεψε τα δέντρα, τα οποία ποτίζει η κερκυραϊκή βροχή, και μετά επέστρεψε στις λοιπές ασχολίες του. Όμως ο κήπος μας χρειάζεται περαιτέρω καλλωπισμό.

    Φυτεύουμε ακουμπιστά στο μπότζο μια πασχαλιά και μπροστά στο πορτόνι μια άγρια κερκυραϊκή τριανταφυλλιά.

    Η ράθυμη φύση της Κερκυραίας κηπουρού τις αφήνει και αυτές στο έλεος του Θεού.

    Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θεριεύουν αμφότερες και κυκλώνουν το σπίτι με τα φύλλα και τα αρώματα τους (μεθυστικά).

    Προσέχουμε όταν κόβουμε άγρια τριαντάφυλλα για το ποτήρι, έχουν πολλά και μικρά αγκαθάκια, μας ματώνουν τα δάχτυλα, εάν βρίσκεται εύκαιρος ράθυμος καβαλιέρος υπό την επήρεια του μεθυστικού αρώματος μας πιπιλάει το τσιμπημένο δάχτυλο.

    Κάποια χρονιά που δεν βαριόμαστε πολύ έχουμε βάλει στο χώμα φρέζιες, φλοέτες και ζουμπούλια.

    Κάθε χρόνο βγαίνουν περισσότερα.

    Τα κοκόρια πολλαπλασιάζονται επίσης μόνα τους.

    Στη συνέχεια του κήπου που βαρεθήκαμε να ξεχορταριάσουμε (και πολύ καλά κάναμε) η κερκυραϊκή φύση ανθίζει με σπάρτα, λησμονάριες, αγριοτσαντσαμίνια και λυγαριές.

    Αφήστε τη ράθυμη φύση του Κερκυραίου να δείξει το δρόμο και την παντοδύναμη Φύση να κάνει αυτό που έκανε πάντα υπέροχα, να καλύψει, όσο αντέχει ακόμη, όλες τις ανθρώπινες ηλιθιότητες

     

    image_pdf

    Το άλλο

    Το άλλοΘυμάμαι ακόμη τα γλαυκά της μάτια. Μεγάλη κατάλαβα ότι ήταν ο καταρράκτης. Κι ένα χεράκι σαν ποδαράκι σπουργιτιού, με μπλαβί  το νούμερο πάνω στο δέρμα. Αυτή ήταν η γειτονιά μου, με τα  ψηλά στενά κτίρια, και τα ακόμη πιο στενά καντούνια. Παλιά ήταν γεμάτη λατονιέρικα, μαγαζιά «νεωτερισμών» και ταβέρνες. Ακόμη θυμάμαι σαν όνειρο την ταβέρνα με το πατημένο χώμα για πάτωμα και τους μόνιμους θαμώνες να κουτσοπίνουν κάθε μεσημέρι. Και το μαγαζί με τα πολύχρωμα βαμβακερά υφάσματα, ψωνίζαν από κει οι χωριάτες. Όμως έχω φυλαγμένο ακόμη, από εκεί,  ένα παιδικό νυχτικό που μυρίζει καλοκαίρι. Και θυμάμαι κι όλους αυτούς με τα διαφορετικά ονόματα, το νούμερο στο χέρι και την διαφορετική ιστορία. Μια ιστορία που δεν την ομολογούσε κανείς, μα την σιγοψιθύριζαν το βράδυ οι γιράντολες στον αέρα, τα σκοινιά της μπουγάδας που στεφάνωναν τα καντούνια και τα τριξίματα από παλιές πατημασιές στις ξύλινες, στενές σκάλες. Τη συναντούσα στο ασανσέρ και μου χαμογελούσε  αόριστα. Άκουγε σ’ ένα όνομα εξελληνισμένο, παραφθορά του ονόματος της ράτσας της, μ’ αυτό είχε επιζήσει μετά από «εκεί», από «εκεί» που είχαν χαθεί όλοι οι υπόλοιποι δικοί της. Δεν σου μυρίζει; Όλοι αυτοί έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά, δεν το ξέρεις; Μου ήρθε να τον χαστουκίσω. Μου μύριζε γεράματα, κλειστές κάμαρες, μοναξιά και φάρμακα. Μόνο αυτά, δεν φτάνουν αυτά; Η πόλη μας δε νομίζω ότι τους αγάπησε ποτέ.  Ό,τι χαραμάδες άνοιξε, όπως πάντα, ο έρωτας, μόνο αυτός. Θυμάμαι ακόμη τα μάτια της. Διάβασα ότι πρόσφατα μια φωτογράφος φωτογραφίζει τους επιζήσαντες. Σπουδαίο έργο. Αλλά άργησε. Αυτήν, δεν την πρόλαβε.

    image_pdf

    Οδηγίες προς ναυτιλομένους

    H ανάλογη παιδαγωγική “Ιθάκη” του Νίκου Τσιφόρου είναι ένα μικρό κεφάλαιο στην απέραντη λαογραφική, κοινωνική και εγκυκλοπαιδική γνώση του μεγάλου Έλληνα χιουμορίστα.

    Αντιγράψαμε ένα απόσπασμα από τα “Παιδιά της Πιάτσας”.


    Συμβουλές σε πιτσιρίκι της πιάτσας, από πεπειραμένο:

    «Θα κλέβεις μόνος σου. Ο καλός ο κλέφτης δεν βάζει συνέταιρο, καθ’ όσο όσο πιο λίγα τα στόματα, τόσο πιο λίγες οι κουβέντες. Δεν θα κάνεις παρέα με μάγκες, καθ’ όσο ο μάγκας έχει μαρκαριστεί και θα σε ψυλλιαστούνε άμα σε δούνε σε δικές του τραβηχτικές.

    Σε γυναίκα δεν θα λες το μυστικό σου, καθ’ όσο η γυναίκα γρήγορα κάνει το μέλι ξύδι και άμα πέσει σε άλλονε ανοίγει το μπουκάλι και σε κατηγοράει στη σαλάτα του.

    Δεν θα χαλάς πολλά γιατί έτσι και χαλάς ο άλλος είναι φθονερός και ψάχνει να βρεί που τα βρήκες.

    Θα’ χεις μια κρυψώνα να την ξέρεις μόνο εσύ, άμα πέσεις στην ατυχία και σε μαγκώσουνε να μη στα βρούνε κι άμα βγείς να τα βρείς.

    Θα γυρίσεις στις καλές γειτονιές, γιατί τα λεφτά εκεί υπάρχουνε, εκεί είναι πάλι πολλοί κλέφτες, αλλά τα κλέβουνε με νόμιμο τρόπο και λέγονται «κύριοι».

    Θα είσαι σεμνός , όσο πιο σεμνός είσαι τόσο καλύτερα θα τους γελάς, όποιος μοστράρεται για ξύπνιος είναι σα να κάνει ρεκλάμα, «φυλαχτείτε από μένα», φυλάγονται.

    Ενώ άμα κάνεις τον κουτό γελάνε μαζί σου «μπουζουριέρα» δήθεν ότι κάτι πουλάς και κονομάς από κεί, έτσι κάνουνε και οι «μεγάλοι» να πούμε, απ’αλλού δείχνουν ότι τα βγάζουνε κι απ’ αλλού κονομάνε.

    Μη δανείζεσαι λίγα, θα σου βγεί κακό όνομα.

    Το χρέος είναι σαν το παιδί, όσο πιο μικρό είναι τόσο πιο πολύ φωνάζει.

    Να δίνεις στους φτωχούς, διότι φτωχός είναι εκείνος που δεν έχει θάρρος να κλέψει και πάει χαμένος, όποιος δεν κλέβει τον κλέβουνε.

    Αυτά είναι κι άντε δε’ ευχών των αγίων πατέρων ημών, ο Γιαραμπής να δώσει να κάνεις προκοπή σε παιδάκι μου».


     

    Σ.Σ. Ζωντανή πρόσφατη απόδειξη των ανωτέρω, ο γρήγορος εντοπισμός και σύλληψη των απαγωγέων Παναγόπουλου που δεν τήρησαν κανένα Καβαφικό μήτε Τσιφορικό Όρο.

    Αμ’ δεν γίνονται έτσι οι δουλειές.

    image_pdf

    Σε τι χρησιμεύει ο έρωτας;

    0

    Με την υπόκρουση του τραγουδιού της Πιαφ (ένα από τα τελευταία της) “A quoi ca sert l’Amour”, o Λουί Κλισί από την περίφημη σχεδιαστική Σχολή της Γκομπλέν συνθέτει ένα χαρούμενο φιλμάκι τριών λεπτών με επιτηδευμένα “αφελείς” γραμμές.

    Η αντρική φωνή που την συνοδεύει ανήκει στον Θεοφάνη Λαμπούκα ή Τεό Σαραπό* τελευταίο της σύζυγο που παρότι ζιγκολό τής παραστάθηκε μέχρι την τελευταία της πνοή.

    * Από το Σ’ αγαπώ = Σ΄αγκαπώ = Σ’ αραπώ = Σαραπό, το “σπουργιτάκι” δεν μπορούσε να αρθρώσει καλά τα ellinikos…

    image_pdf