back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 16

    Ο καπιταλισμός είναι ευλογία

    Του Αντώνη Αντωνάκου

    Οι εργατουπόλεις της Τουρκίας και όλου του κόσμου, η χαρά των εργολάβων και των κερδών τους, οι πόλεις-κάτεργα όπως και η δική μας διαμαντόπετρα, κόρη πολιτικών μηχανικών και οραματιστών που κατέβασαν τη μισή Ελλάδα στη μεγάλη γούρνα σκαρφαλώνοντας στα νταμάρια μακριά απ’ το κακό χωριό και τα πέντε σπίτια, ανακατεύοντας εμφυλίους και διχασμούς, κακογαμίες και ηθικολογίες.

    Εδώ λοιπόν όλοι, οι εργάτες και οι ψυχαγωγοί τους, στριμωγμένοι σε μια κάθετη κυψελοειδή μπετονένια μαλακία που ευλογήθηκε απ’ όλα τα πολιτικά δέρματα αφού θες την αγέλη στα πόδια σου, να της μιλάς να της λες τα πιο ωραία παραμύθια, τα πιο επιδραστικά σήριαλ, να κλαίτε μαζί για την παρακμή, τον αστικό μαρασμό, να έχει ευκολία το πρόταγμα και το κωλοστρίμωγμα στο αστικό βοσκοτόπι να δίνει χαρά..

    Ποτέ δεν ήταν φόβος τα καιρικά φαινόμενα και οι σεισμοί για την ανθρωπότητα, όσο σήμερα, που ο εξελιγμένος καπιταλισμός και η οργανωμένη ανθρωποβοσκή δηλητηριάσαν το φυσικό τρόπο ζωής, διορίζοντας ένα σωρό στρατηγούς που μας κουνάνε το δάχτυλο, που μας βάζουν στη σειρά κάνοντας μας να γλείφουμε το γκλόπ του ματατζή που λίγο πριν το έχει βάλει στον κώλο του αδερφού μας.

    Σ’ αυτές τις πατρίδες από βόθρους, σ’ αυτά τα ένδοξα αλωνάκια που εγίναν οι απόπατοι βιομηχάνων και εφοπλιστών, οι μάζες καταπλακώνονται απ’ το ίδιο τους το βάρος, ο ένας πολτοποιεί τον άλλο, ο ένας τραμπουκίζει τον άλλο, ο ένας λαός γαμάει τον άλλο και πότε-πότε αλληλέγγυα ο ένας σώζει τον άλλο. Έτσι προστάζει η Εταιρία, η προσαρμογή, το έτσι τα βρήκαμε, το ΝΑΤΟ, ο Αλάχ, ο Χριστός, το Ισραήλ, η παναγία.

    Νέοι ορίζοντες κέρδους και εξαχρείωσης ανοίγονται μπροστά μας. Ο σεισμός είναι ευλογία…δουλειά να υπάρχει….

    image_pdf

    Ο Εγκέλαδος

    Άμα έχεις εξουσία το πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι είναι να μη τήνε χάσεις. Καθ’ ότι εξουσία ίσον δύναμη επιβολής επί των πάντων και δια τα πάντα και πολύ ωραία πράμα. Είσαι γενικός κουμανταδόρος κι όλ’ οι άλλοι κάνουνε αυτό που θέλεις εσύ. Και σου σερβίρουνε και τα καλύτερα κοψίδια. Τα δείχτει κι η τηλεόραση. Δεν είναι το ίδιο να χειροκροτάς τον άλλονε όλη μέρα κι εσύ να μυρίζεις νηστικίλας κι ο άλλος να προβατεί κορδωμένος και να του κάνεις ρεβεράντσα.

    Έχεις εξουσία; Μικρή, μεγάλη; Βάνεις κάτου το τσερβέλο σου να σκεφτεί. Από πού κινδυνεύω; Από τσου αντιπάλους απαντάς μοναχός σου. Άρα τι; Άρα δε πρέπει να μάθω τι σκέφτονται; Τι σχεδιάζουνε εναντίον μου; Το πρώτον! Στήνεις λοιπόν μια μηχανή και παραμονεύεις. Τι είπανε; Τι λένε; Και ενεργείς αναλόγως. Άντ’ από δω κερατάδες που θα μου αμφισβητήσετε και το θρόνο. Διαφορετικά δεν είσαι εξουσία. Ένας ρεζίλης και μισός είσαι. Κι άμα δε προσέξεις σε ρίχνουνε και γίνεται εξουσία ο άλλος και μετά παραμονεύει αυτός.

    Έτσι δε τήνε πάτησε η Γαία κι άφηκε κουμανταδόρο τον Ουρανό που στρογγυλοκάθισε πάνου της και με το άστε ντούε ξεπέταξε μαζί του τους Τιτάνας και τους Εκατόγχειρας αλλά του τήνε φύλαε τ’ Ουρανού κι έβαλε το παιδάκι της το Κρόνο να τόνε τακτοποιήσει και εκ του αίματος τ’ Ουρανού εγεννηθήκανε 134 Γίγαντες που είχανε αρχηγό τον Εγκέλαδο; Έτσι εγίνηκε κι ο Κρόνος εξουσία αλλά ο βλαξ έβαλε κορώνα στο κεφάλι του τη Ρέα μετά της οποίας έκανε και το Δία που μπορεί να ήτανε ό,τι ήτανε, αλλά αφού εταχτοποίησε τους Τιτάνας, τήνε μοίρασε την εξουσία του στ’ αδέρφια, στα παιδιά του και σε κάτι ψιλοσυγγενείς ημιθέους κλπ, γιατί συνήθως από τσου συγγενείς τήνε βρίσκεις. Κι αυτοί τόνε βοηθήσανε να μη χάσει την εξουσία όταν του ριχτήκανε οι Γίγαντες, με υπόδειξη τση νόνας του τση Γαίας (άκου πράματα!), καθ’ όσον θα εχάνανε κι αυτοί το υπουργειλίκι. Μάλιστα η σοφή Αθηνά λένε που άρπαξε τη Σικελία και τόνε καταπλάκωσε τον Εγκέλαδο κι έτσι έχει η Σικελία σήμερα την Αίτνα που όταν σκάει γιομίζει η Βόρειος Κέρκυρα αλαφρόπετρες που είναι κι ό,τι πρέπει για να τρίβεις τσου κάλους.

    Εγχειρίδιον εξουσίας η Ελληνική Μυθολογία που δεν απέχει και πολύ της πραγματικής συνέχειας.

    Πάντως ο αφιλότιμος ο Εγκέλαδος δε κάθεται ήσυχος. Κάθε τόσο κουνιέται και υποφέρει ο κόσμος όλος. Έχει, λέει, βάλει στο μάτι και τη Σαντορίνη.

    Σπίτια πέφτουνε, ανθρώποι σκοτώνονται. Αδιακρίτως ανθρωπίνων συνόρων. Βαρεί όπου κι αν έβρει. Και σε κάνει να βάνεις το κεφάλι κάτου και κλαις.

    Κλαίμε μαύρο δάκρυ τ’ ανθρωπάκια και μας πιάνει το συμπονετικό μας. Τ’ άχαράαα…, είδες τι εγίνηκε; Και μεσ’ στο χιόνι που θα μείνει τόσος κόσμος; Μην έρθει κι η σειρά μας. Κι ερχομάστενε εις την θέσιν τους. Και μας επονεί και πιάνουνε την ΕΜΑΚ, αμείτε να βοηθήσετε, πολιτισμένοι γαρ, και κάτι ΜΚΟ να στείλουνε τον οβολόν μας ως ανθρωπιστική βοήθεια και τα λοιπά που ακολουθούν.

    Προ τση συφοράς όλα τ’ άλλα πάνε στη μπάντα. Και μόλις το γεγονός πάψει να είναι πρώτη είδηση στα κανάγια, ησυχάζουμε, αλλάζουμε πλευρό και το ρίχτουμε στις υπερπτήσεις και στην παρενόχληση αλιέων και στα εξοπλιστικά και σε κάτι casus belli μέχρι τον άλλο σεισμό που θα μας ξαναπιάκει το συμπονετικό μας.

    Αλλά έτσι είναι ο κόσμος. Ικανός και για το καλύτερο και για το χειρότερο. Στην ανάγκη εγώ εδώ είμαι, δίπλα σου. Να βγάλω τη μπουκιά από το στόμα μου να σου τήνε δώκω. Πολύ λίγα έχουνε οι ανθρώποι να χωρίσουνε μεταξύ τους. Οι εξουσίες, ναι, έχουνε. Και σου λένε την άλλη ώρα τα δικά μου δικά μου και τα δικά σου δικά μου.

    Ακόμη διάγομεν την πρωτόγονον περίοδον της ανθρωπότητος. Αυτό τα εξηγεί όλα.

    – Και για όλ’ αυτά φταίει ο Εγκέλαδος;
    – Αυτός!
    – Και καλά τόσα χρόνια εκεί κάτου δεν ησύχασε;
    – Δε τόμαθες; Δεν έκατσε κάτου. Έφυγε κι εγίνηκε δορυφόρος του Κρόνου. Τον ήβρηκε, εδώ και χρόνια, ένας Χέρσελ να γυρίζει γύρω από το Κρόνο.
    – Ποιόνε Κρόνο; Αυτόνε που, τέλος πάντων, εταχτοποίησε όπως εταχτοποίησε το μπαμπά του Εγκέλαδου, τον Ουρανό;
    – Ακριβώς! Τέτοιο πετσί. Και κατιβαίνει κάθε τόσο στη Γη ως ούφο και για εκδίκηση βαρεί το ποδάρι του και μας αναστατώνει. Αυτός κάνει και τσου πολέμους.
    – Δε τσου κάνει ο Άρης;
    – Συγγενείς είναι. Εξ αγχιστείας.

    image_pdf

    Καλωσήρθες ανάπτυξη

    Ένα ακόμα έγκλημα στην Κέρκυρα το ξεπούλημα της περιοχής του πρώην Club Med στη Δασσιά. Αντί να αποδωθεί στους κατοίκους, αποδώθηκε (χαρίστηκε σχεδόν) στο Ikos.
    Μια από τις πιο όμορφες και εύκολα προσβάσιμες παραλίες της Κέρκυρας χάθηκε.

    Η μακέτα…

    IKOS στο πρώην Club Med (μακέτα)

    Η πραγματικότητα…

    IKOS στο πρώην Club Med

    image_pdf

    Δεν έχουνε το θεό τους

    Το  ξανάπαμε αλλά το έχουν παραξευτελίσει με τις πίτες.

    Όλο το λεφούσι συμβούλων, πολιτικών, πολιτικάντηδων, νυν και υποψηφίων βουλευτών, δημάρχων, περιφερειαρχών και δε συμμαζεύεται, δεν έχει αφήσει πίτα για πίτα.

    Οι άλλοι τους καλούνε για να τά ‘χουν καλά με τους… άριστους και οι άριστοι μοστράρουν πρώτη καρέκλα, χαμογελούν κα καλούνται να ομιλήσουν προς το… ευρύ κοινό λέγοντας ότι τους κατέβει (δηλαδή “χάρη στις ενέργειές μου…” και τέτοια παπαροειδή).

    Ο υποψήφιος μουσάτος συνεχίζει να προκαλεί καθημερινά, λιβανίζοντας την κυβέρνηση με κάθε τρόπο.

    Άστο ρε μάγκα, γραμμένο σε έχει το κόμμα σου και εμάς μας έχεις πρήξει υπέρ το δέον.

    Ο άλλος είδε που δεν τον παίρνει κα αποχώρησε αξιοπρεπώς.

    Σου λέει, κάτσε μη γίνουμε ρόμπα και ξευτελιστούμε στη πιάτσα.

    Πίτα για πίτα δεν έχει αφήσει και ο δικός μας, ο μικρός Νικολά ντε.

    Ξαφνικά εμφανίστηκαν στο ίντερνετ φωτογραφίες από το κόψιμο της πίτας των μαθηματικών όπου πήγε… αντ’ αυτής.

    Ποιος ξέρει σε ποιά πίτα είχε πάει η τζία και έστειλε το παιδί για όλες τις δουλειές να φρεσκάρει τα μαθηματικά του.

    Άλλο που δεν ήθελε ο μικρός και αμολήθηκε για την πίτα.

    Αν ρωτάτε για το φλουρί, απ’ ό,τι ξέρουμε δεν του έκατσε.

    Τέλος πάντων κάποια ψήφο θα τσίμπησε με τις φωτογραφίες που έβγαλε και φιγουράριζε πανευτυχής.

    Ξέχωρα από τσι πίτες, η τζία βάζει υπογραφές του χαμού για έργα που… θα γίνουν και δεν θα δούμε.

    Από κοντά και ο μικρός μπας και πάρει λίγη δόξα.

    Κάνει έργα για τη μόστρα, πουλάει και μαγκιά αέρα φρέσκο, πετάει κα ι κανένα «έλεος» και  νομίζει ότι κάτι έγινε.

    Αμ δε.

    image_pdf

    Πολλαπλοί οργασμοί στη θέα ανάφτυξης στυλ Ντουνπάι

    Εκστασιάστηκαν αμφότεροι ο ναυαρχούκος κ. Γκίκας και ο δεξιόστροφος ψάλτης κ. Στέφανος στη θέα από τις ζωγραφιές που κυκλοφορούνε για τις μαρίνες σε πολεοδομικό σύστημα τεχνητής νησίδας Ντουμπάϊ.

    Από τότε που διευκολύνθηκε μέσω τεχνολογίας η παρουσίαση των λεγόμενων πρότζεκτς με εικόνες εικονικής πραγματικότητας πέφτει η κοροϊδία σύννεφο

    Το είδαμε στον Eρημίτη, το ξανάδαμε στο Κλαμπ Μεντ με το Ikos, που δεν έχουν αφήκει ρόποδο κι έχουνε φτάκει τα μπετά μέσα εις τη θάλασσα.

    Θα θυμήσουμε την παλιά καλή ερώτηση που θέτουν οι Αμερικάνοι τραπεζίτες.
    – Δείξε μου πρώτα τα λεφτά σου και μετά περίγραψέ μου ποιος είσαι;

    Κάτι που ξεχνάνε οι πολιτεφτές μας που θαμπώνονται με τα καθρεφτάκια και τα χαϊμαλιά που τους πετάνε οι ξένοι κονκισταδόροι.

    Σώνει πια μ’ αυτές τις Μαρίνες
    εμείς ψάχνουμε Μαλβίνες

    image_pdf

    Ο Μακ ο μαχαιροβγάλτης

    Το τραγούδι “Mack the Knife” ή “The Ballad of Mack the Knife” γράφτηκε για το μουσικό έργο “Η όπερα της πεντάρας” (The Threepenny Opera) σε σύνθεση του Κουρτ Βάιλ και λιμπρέτο του Μπερτολτ Μπρεχτ, που έκανε πρεμιέρα το 1928 στο Βερολίνο.

    Η “Όπερα της Πεντάρας” είναι μεταφορά του αγγλικού έργου του 18ου αιώνα “Η όπερα του ζητιάνου” (Beggar’s Opera). Από την πρώτη στιγμή προκάλεσε αίσθηση στο ευρύ κοινό κι είχε μεγάλο αντίκτυπο στο χώρο του μιούζικαλ. Γνώρισε παγκόσμια επιτυχία, μεταφράστηκε σε 18 γλώσσες, και έχει γνωρίσει αρκετές παραλλαγές για τον κινηματογράφο, την όπερα κλπ., ενώ σήμερα εξακολουθεί να παίζεται από επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς θιάσους.

    Το έργο επικεντρώνεται σε ιστορίες της αστικής τάξης. Στο βικτωριανό Λονδίνο, πρωταγωνιστής είναι ο περιβόητος Μακίθ (Μάκι Μέσσερ ή Μακ ο Μαχαιροβγάλτης), που παντρεύεται την Πόλλυ Πίτσαμ.

    Στην Πρώτη Πράξη, ο Μπρεχτ παρουσιάζει το μαγαζί του Τζόναθαν Πίτσαμ, του αφεντικού των ζητιάνων του Λονδίνου, στους οποίους πουλάει προστασία, τους εκμεταλλεύεται και διεκδικεί μερίδιο από τα καθημερινά “κέρδη” τους, ασκώντας κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα, προβάλλοντας την εικόνα ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν “εμπόριο”, ακόμα και η ελεημοσύνη. Ο Πίτσαμ ανακαλύπτει ότι η κόρη του, η Πόλλυ, που τη θεωρεί ιδιοκτησία του, έχει μπλέξει με τον περιβόητο κακοποιό Μακίθ. Η ίδια η Πόλλυ εκείνο το βράδυ παντρεύεται το Μακίθ σε ένα σταύλο και διασκεδάζει μαζί με τη συμμορία του, παριστάνοντας την “Τζέννυ των Πειρατών”. Γυρίζοντας σπίτι, ανακοινώνει στους γονείς της το γάμο της, αλλά και το ότι ο αρχηγός της αστυνομίας Τάιγκερ Μπράουν διασκέδασε μαζί τους, καθώς αυτός και ο Μακίθ είναι στενοί φίλοι από το στρατό. Ο γάμος αυτός εξοργίζει τον πατέρα της, ο οποίος πασχίζει να στείλει τον Μακίθ στην κρεμάλα.

    Η Πόλλυ αναφέρει στο Μακίθ τις προσπάθειες του πατέρα της κι αυτός αποφασίζει να φύγει από το Λονδίνο, αφήνοντας διάφορες “δουλειές” στην Πόλλυ. Πριν φύγει, επισκέπτεται την Τζέννυ, πρώην αγαπημένη του, χωρίς να ξέρει ότι έχει δεχτεί λεφτά από την κυρία Πίτσαμ για να τον καταδώσει. Παρά τη φιλία του με τον αρχηγό της αστυνομίας Μπράουν, συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή. Εκεί εμφανίζονται η Πόλλυ μαζί με τη Λούσυ, την κόρη του Μπράουν, όπου μεσολαβεί μια σκηνή ζήλιας και τσακωμού. Η Λούσυ μηχανορραφεί για την απόδραση του Μακίθ, ενώ ο Πίτσαμ απειλεί τον αστυνόμο Μπράουν ότι θα εξαπολύσει όλους τους ζητιάνους του κατά την τελετή στέψης της βασίλισσας, κάτι που θα στοίχιζε τη θέση του.

    Η Τζέννυ απαιτεί τα χρήματά της από την κυρία Πίτσαμ, η οποία αρνείται. Ο Μπράουν μαθαίνει ότι οι ζητιάνοι έχουν ήδη λάβει θέσεις και ο μόνος τρόπος να σώσει τον ίδιο και τη θέση του στην αστυνομία είναι να συλλάβει και να εκτελέσει το Μακίθ. Ο Μακίθ οδηγείται και πάλι στη φυλακή, αλλά αυτή τη φορά κανείς δεν μπορεί να μαζέψει τόσα χρήματα για να εξαγοράσει τους φύλακες. Λίγο πριν την εκτέλεση, γίνεται η μεγάλη ανατροπή. Καταφτάνει απεσταλμένος της Βασίλισσας, η οποία δίνει χάρη στο Μακίθ και του χορηγεί αποζημίωση και ένα κάστρο με τίτλο. Σύσσωμος ο θίασος στο φινάλε τραγουδάει μια παράκληση να μην τιμωρούνται τόσο αυστηρά τα αδικήματα.

    Το τραγούδι έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές και ηχογραφήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες μετά την ηχογράφησή του από τον Λούις Άρμστρονγκ το 1955. Η πιο διάσημη εκδοχή του είναι αυτή από τον Μπόμπι Ντάριν το 1959, του οποίου η ηχογράφηση ανέβηκε στην πρώτη θέση των αμερικανικών και βρετανικών τσαρτς και κέρδισε δύο βραβεία Grammy. H Ella Fitzgerald κέρδισε επίσης το βραβείο Grammy για την ερμηνεία του τραγουδιού το 1961.

    Εκτός από τις παραπάνω εκτελέσεις έχουμε συμπεριλάβει την ερμηνεία του Φρανκ Σινάτρα ντουέτο με τον Ντιν Μάρτιν, την καταπληκτική live εκτέλεση του Ρόμπι Γουίλιαμς, αλλά και μια ιδιαίτερα γοητευτική ερμηνεία από την Ελεωνόρα Ζουγανέλη με ελληνικούς στίχους.
    image_pdf

    Η Μακέτα

    Θα έβγανε το λόγο.
    – Και τι να πω;
    – Πες που θα κάνεις νέα έργα. Αναπτυξιακά.
    – Παναπεί; Τι είναι η ανάπτυξη;
    – Νέοι δρόμοι, νέα γιοφύργια, άσφαρτα, τσιμέντα, πριβέιτ άιλαντ, δεξιώσεις, γκαλά, φεστιβάλ, πανηγύργια, λάμπες, τραπεζομάντηλα απλωμένα, δημοτικές κατασκηνώσεις, έξυπνες πόλεις, καρουζέλ, πιάτα γκουρμέ, νέα ξενοδοχεία και αξιοποίηση.
    – Και τι παναπεί αξιοποίηση;
    – Αξιοποίηση παναπεί ό,τι έχεις και δεν έχεις να το δίνεις στην ανάπτυξη. Τέρμα τα παγιά. Με τσου ελαιώνες θα ζιούνε ή με τσι μαντουάνες;
    – Με τσι εγιές και τσι μαντουάνες έζησε κόσμος και κοσμάκης.
    – Το ίδιο είναι να τρώνε κοτσάνι από μαντουάνα με νιο λάδι και το ίδιο να στρώνουνε κρεβάτια χωρίς να λερώνονται με τα χώματα; Τίποτις δε σκαμπάζεις; Πιάνεις το Παγιό το Φρούργιο και το κάνεις πεντάστερο. Σα το τούρκικο καφέ που εγίνηκε φρέντο. Από το ’67 το λένε και καένας δε τόκαμε. Κάμε το ‘σύ.
    – Κι από πού τα όβολα;
    – Πρώτ’ απ’ όλα το παραχωράς στον ιδιωτικό τομέα και μετά αυτός το κάνει και εξάστερο, μη σου πω.
    – Του το πουλώ δηλαδής;
    – Το πουλάς; Άκου κουβέντες… Όχι και του το πουλάς… Απλώς του το παραχωράς μεσω ΤΑΙΠΕΔ που είναι τση αξιοποιήσεως προς ιδιώτας. Κάνει ο ιδιώτης ό,τι έχει να κάμει κι άμα δε μπορεί μοναχός του του δανείζεις τα λεφτά να το κάμει αλλά βάνεις και το δάνειο εις τας παγωμένας πιστώσεις, διότι αμαρτία είναι να του βάλεις το μαχαίρι στο λαιμό αυτουνού που θα σου κάμει το έργο.
    – Και θε νάναι καλό;
    – Ορίστε και η μακέτα.
    – Δε μ’ αρέσει. Παγιό φαΐ. Ξαναζεσταμένο δε τρώεται. Κάτι άλλο;
    – Κάμε μεγάλο ξενοδοχείο νάχουνε να στρώνουνε κι άλλα κρεβάτια και να λένε γες σερ. Άσκημα είναι;
    – Αυτό το εσκέφτηκα αλλά μου μουτρώσανε αυτοί που κάνουνε τα καινούργια ξενοδοχεία. Ο τόπος είναι πιασμένος μούπανε. Τι χαλεύεις; Να μαλώσουμε;
    – Κι αυτό σε στενοχωρεί; Άμα δεν έχεις άλλη σπιάτζα να αξιοποιήσεις δια της αναπτύξεως δώκε τους θάλασσα. Έχεις όσηνε θέλεις.
    – Δεν εκατάλαβα…
    – Δε διαβάζεις; Πώς εκάμανε στο Ντουμπάϊ; Κάμε το ίδιο κι εσύ. Διότι ο τουρίστας τι θέλει; Ν’ ανοίγει το παράθυρό του και να βουτάει απ’ ευτείας στη θάλασσα.
    – Γίνεται κάτι τέτοιο;
    – Γίνεται, πως και δε γίνεται; Ορίστε και η μακέτα.
    – Πότε επροκάματε και τήνε κάματε;
    – Από καιρού. Είδες τι ωραία που είναι;
    – Και θα βουτάνε απ’ ευτείας στη θάλασσα; Μην έχει τσούχτρες;
    – Όλα σκούντρα τα φέρνεις. Θα δουλεύουνε κι οι γιατροί και το Νισοκομείο. Κι άμα δε μπορούνε να τσου προκάνουνε αυτοί, θα τσου στέρνουμε με το ΕΚΑΒ και το Λιμεναρχείο απέναντι που έχουνε πιο πολλά φάρμακα. Τζίρος να γίνεται. Νομίζω…
    – Καλό ακούγεται αλλά μη μου πετάξουνε τίποτις μαντουάνες.
    – Αφού είπαμε… Μαντουάνες δε θα βάνουμ’ άλλο.
    – Και τι θα τρώμε;
    – Ας φάμε μακέτα.

    image_pdf

    “Εγώ, που έφαγα το χαβιάρι με το κουτάλι.”

    Τα νέα τα μάθαμε νωρίς. Στο τελευταίο γράμμα του πατέρα μου.”Το γράμμα μου θα σας βρει να κατηφορίζουμε απο Σιβηρία. Εχουμε πολλά λιμάνια ακόμα, αλλά τελευταίο λιμάνι πιάνουμε Πειραιά και θα “δέσουμε”. Στο τέλος του μήνα, βαριά,θα είμαι σπίτι!”. Τούτα τα γράμματα που αναγγέλλουν ερχομό, φέρνουν χαρά και αγαλλίαση.”Να γυρίσει σπίτι του, τόσους μήνες λείπει στις θάλασσες. Να είναι με το καλό και Παναγιά κοντά του στο κατώφλι να φανεί!”. Με το που διάβασε η μάνα μου το γράμμα, κωδικοποίησε την πληροφορία, όπως κωδικοποιούσε ο Νας σύμβολα και αριθμούς και θαρρείς και γίνονταν τρισδιάστατες οι λέξεις διαβάζοντας τες. “….τέλος του μήνα… θα είμαι σπίτι”.
    Όλοι περιμέναμε τον ναυτικό πατέρα να γυρίσει, να γεμίσουν οι αγκαλιές και να ζεστάνουν οι ψυχές, λιώνοντας την παγωμάρα της αγωνίας και λύνοντας το σφίξιμο του μισεμού. Αλλά αυτό που ακόμα και τώρα με συνεπαίρνει, είναι η στιγμή που συναντιούνται τα μάτια. Εκείνο το βλέμμα που σε κοιτά ως το μεδούλι της ύπαρξης σου, και σου μιλά γλυκά, χωρίς να προφέρουν λέξη τα χείλη και σε χαϊδεύει, χωρίς να ανοίξουνε τα χέρια, και σε μετράει και ζυγίζει.
    Κυλούσαν οι μέρες φέρνοντας πιο κοντά τον ερχομό του πατέρα μου και η μάνα μου βάλθηκε να καταπιάνεται με ένα σωρό ετοιμασίες. Μεχρι και τη γειτονιά άσπρισε, μέσα στο Γενάρη και σίγουρα ολόκληρα μερόνυχτα παρακαλιότανε μη βρέξει και ξεπλυθούνε οι ασβέστες και πάει στράφι κι ο κόπος κι ο ασβέστης που τόνε φύλαγε τόσους μήνες για το Πάσχα. Πήγε και κομμωτήριο κι έκαμε περμανάντ! Αυτό σημαίνει ότι ψήλωσε καμιά δεκαπενταριά πόντους, καθώς υψώθηκε στο κεφάλι της μεγαλόπρεπη τριχοφωλιά απο ελικοειδείς τεχνητούς βοστρύχους. Οσο για μένα και τον αδελφό μου, περιμέναμε τον πατέρα με τα ξενόφερτα καλούδια, μια πιο πολύ διψούσαμε για τις ιστορίες του. Για χώρες μακρινές και θάλασσες απέραντες, που όταν φουρτουνιάζανε, καταπίνανε το μισό καράβι, και τόσα άλλα που μόνο στα ντοκυμαντέρ της Ερτ2 βλέπαμε. Κι η γιαγιά μου περίμενε το γιο της, το παιδί της. Έλεγε κάθε φορά “Να τόνε δω ν’ ανεβαίνει από του Τρύπα, κι ας μου ‘ρθει λιγοθυμιά αυτού, στο σκαλί”.
    Και ο πατέρας ήρθε και τον υποδεχτήκαμε με ασβεστωμένη γειτονιά και σπιτίσιες μυρωδιές από γιορτή. Κόκορος παστιτσάδα και μπόλικο κρασί “να κάμει αίμα” και η επωδός “που τόνε φάγανε οι θάλασσες, αλλά τώρα που θα κάτσει θα τόνε πνοέψω μια χαρά με μπουρδέτα και σοφρίτα που τ´ αρέσουνε.
    Τούτος ο ερχομός του πατέρα μου από τα καράβια όμως, έμελλε να σημαδέψει τα παιδικά μου βιώματα κι όταν φυλλομετρώ αναμνήσεις, πάντα στέκομαι εδώ με σελιδοδείκτη τη νοσταλγία για την πιο παράδοξη ιστορία.
    Ένα βράδυ με κρύο πολύ, χιονιάς καιρός, ταΐζαμε το τζάκι ελιά κομμένη περσινή από το πρωί και σαν να μην έφτανε το ξερόκρυο, αργά το απόγευμα είχαμε και διακοπή ρεύματος, που συνήθως τραβούσε ώρες πολλές, κι έτσι κλεινόμασταν μέσα από νωρίς και ξεμυτίζαμε το άλλο πρωί. Εκείνο το βράδυ λοιπόν ελλείψει ηλεκτρικού επιστρατεύσαμε το τζάκι για το μαγείρεμα. Φακές που γίνονται κι εύκολα και μια βρασιά λάχανα για τη γιαγιά μου.
    Στρώσαμε το τραπέζι με αχνιστές φακές και λάχανα και η ατμόσφαιρα στο ημίφως των κεριών και της γενναίας μας φωτιάς ήταν ομολογουμένως μυστηριακή, ίσως και απόκοσμη! Ημασταν όλοι περίεργα σιωπηλοί εκείνο το βράδυ. Άκουγες μόνο τον ήχο από τα κουτάλια μας που βουτούσαν στο πιάτο κάθε τόσο για ανεφοδιασμό φακής, τη γιαγιά μου στην άκρη του τραπεζιού που κομποδιάβαζε τη βρασιά της και το γουργουρητό του γάτου μας που ξαπλώθηκε μπροστά στο τζάκι από νωρίς.
    Η σιωπή μας ήταν δικαιολογημένη. Πέρασαν οι μέρες και η θάλασσα, η πιο μεγάλη ξελογιάστρα, ψιθύριζε στ´ αυτί του πατέρα μου “πρέπει να γυρίσεις, αρκετά με άφησες μόνη μου”. Κοντοζύγωναν οι μέρες και τις μετρούσαμε όλοι κατεβάζοντας με κάθε μπουκιά φακή κι έναν μικρό κόμπο. Μέσα στη σιωπή, τη φακή ,το τζάκι , το κρύο , το σκοτάδι, το γάτο, τα λάχανα, τη θλίψη , τη θάλασσα, ο πατέρας μου, καταπίνοντας κρασί, είπε στη μάνα μου. “Τόσες μέρες είμαι εδώ, εκείνες τις κονσέρβες που έφερα, που μας δώκανε με το τελευταίο φόρτωμα, ούτε που τις αγγίξαμε. Δε φέρνεις καμία να φάμε τώρα να αποσώσουμε και το κρασί μας”. Η μάνα μου σηκώθηκε χωρίς να μιλήσει και ύστερα από λίγο έφερε στο τραπέζι δυο κονσέρβες γαλαζωπές με ένα ασημί ψάρι απ’ έξω. Τις άνοιξε και τις άδειασε σε ένα βαθύ πιάτο. Έμπηξε στα μαύρα σπλάχνα του πιάτου κι ένα κουτάλι και με αυτό το δωρικού τύπου σερβίρισμα μας παρότρυνε να φάμε.
    Αλλά τι να φάμε; “Είναι χαβιάρι συμπλήρωσε ο πατέρας μου με ενθουσιασμό. Έξω το τρώνε πολύ και το μοσχοπουλάνε. Μας τα χαρίσανε, συνέχισε εκλιπαρώντας για μια αντίδραση.”Ελάτε! δοκιμάστε!”, πετάχτηκε η μάνα μου, κραδαίνοντας ένα κουτάλι, της σούπας παρακαλώ, ξέχειλο από εκλεκτό μαύρο χαβιάρι. Και φάγαμε! Και μας φάνηκε μια αιωνιότητα και μια μέρα, ώσπου να καταπιούμε και την τελευταία μαύρη μπίλια του εδέσματος. Η γιαγιά μου τότε ζήτησε πληροφορίες. “Τι ειν´αυτο;”, “Χαβιάρι,μάνα”,” Πα να πει;”, “Αυγά ψαριού, μάνα”. “Α! Ταραμάς δηλαδή!”,” Ε! οχι ακριβώς. Το χαβιάρι είναι πανάκριβο, δεν είναι σαν τον ταραμά που παίρνεις από του Τρύπα!”. Η γιαγιά αγνόησε την αγωνιώδη προσπάθεια του πατέρα μου να την πείσει για τη διαφορά. Σηκώθηκε, έφερε ένα πιατάκι , λίγο λάδι και λεμόνι κι έκαμε τα κουμάντα της. Έτσι έτρωγε τον ταραμά, έτσι έφαγε και το χαβιάρι, συνοδεύοντάς το όχι με μπλίνις, αλλά με μια ταπεινή βρασιά λάχανα, ρουφώντας κρασί αχόρταγα. Προσπαθούσαμε να μη δείξουμε τη δυσαρέσκεια μας και απογοητεύσουμε τον πατέρα μου, ο οποίος έβλεπε την οικογένεια του να συμπεριφέρεται μπρος στο χαβιάρι με πρωτογονισμό σαν ενός Homo Sapiens.
    Η μάνα μου επανήλθε κατεβάζοντας πρόταση.”Μα δεν το τρώνε έτσι σκέτο με το κουτάλι. Έχω δει εγώ. Το απλώνουνε πάνω σε παξιμάδια!” Κρακεράκια εννοούσε, αλλά τέτοιες ώρες τέτοια λόγια. Παξιμάδια όμως; “Τελειώσανε”, είπε η γιαγιά καταπίνοντας λίγο χαβιάρι-ταραμά μαζί με μια γουλιά κρασί. Να δεις που ως το τέλος του γεύματος μου θα έχει γίνει ντέφι, πρόλαβα να σκεφτώ, όταν έντρομη αντίκρισα τη μάνα μου να κόβει δυο φέτες ψωμιού , πάχους ίσαμε δυο δάχτυλα γίγαντα η καθεμία.”Ελάτε, και με ψωμί μια χαρά πάει!”, αποφάνθηκε ο θηλυκός Τσελεμεντές, σαν να μας έλεγε, “θα το φάτε το ρημάδι για να μη στεναχωρηθεί ο πατέρας σας, που σε λίγες μέρες φεύγει πάλι” και η επωδός “που τόνε φάγανε οι θάλασσες και τον έψησε τ´ αλάτι σα λακέρδα” και πάει λέγοντας. Άπλωσε πάνω σε κάθε φέτα μπόλικο χαβιάρι, μπερκέτι, γιατί η μάνα μου όταν άπλωνε πάνω στο ψωμί κάτιτις, κάλυπτε και την τελευταία ακρούλα, αλλιώς δεν ησύχαζε το μέσα της. Και κάπως έτσι, ήρεμα κι απλά, στο πλειστόκαινο της μικρής μας κουζίνας, καταλύσαμε τις ταξικές διάφορες! Παντρέψαμε τον ποπολάρο με τον προύχοντα, το ψωμί με το χαβιάρι. Το ιστορικό τούτο γεγονός έλαβε χώρα πάνω στο καρό τραπεζομάντηλο της μάνας μου, μέσα στο βαθύ πιάτο με τα ζωγραφιστά στάχυα.

    Ματαιοπονούσαμε όλοι με τούτες τις προσπάθειες χαβιαροφαγίας. Ο πατέρας μου τότε πήρε ένα φύλλο εφημερίδα και άδειασε πάνω λίγο από το εκλεκτό χαβιάρι που δεν χώραγε στα γιγαντιαία ‘καναπεδάκια’ της μάνας μου. Άφησε την εφημερίδα μπροστά στο γάτο που το εξαφάνισε με μιας!
    Ναι! Ταϊσαμε το γάτο χαβιάρι! Πάνω σε μια εφημερίδα! Κι εξακολούθησαμε και με τις υπόλοιπες κονσέρβες. Και στήσανε τσιμπούσι όλοι οι γάτοι στη γειτονιά με αρχηγό τον μονόφθαλμο μπαλωματάρη. Τα μόνα πλάσματα στο σπίτι που εκτίμησαν το ευγενές τραταμέντο, ήταν ο γάτος κι η γιαγιά μου, που το βάφτισε βέβαια ταραμά, αλλά σε στομάχι που έχει περάσει Κατοχή, δείχνεις σεβασμό και δε ζητάς πολλά-πολλά.
    Εκείνο το βράδυ συνοδεύσαμε τη γιαγιά μου στο δωμάτιο της, γιατί καλοκαρδίστηκε με τόσο κρασί που κατέβαζε ομού με χαβιαροταραμολάχανα και αφήσαμε το γάτο να κοιμάται χορτάτος μπροστά στο τζάκι. Πήγαμε κι εμείς για ύπνο, για να ξεμυτίσουμε το άλλο πρωί, που θα είχε ξημερώσει μια άλλη μέρα, φέρνοντας όμως πιο κοντά το φευγιό του πατέρα μου. Ως την επόμενη φορά που θα διαβάζαμε σε κάποιο γράμμα του “θα είμαι σπίτι…”!
    image_pdf