back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 17

    Νίκος Λαβράνος – Ο Κερκυραίος άνθρωπος-ορχήστρα

    Από τους τρεις διάσημους μουσικούς της οικογενείας Λαβράνου, ο μεσαίος, ο Νίκος -λιγότερο γνωστός από το διεθνή Γεράσιμο- ήταν και παραμένει ο άνθρωπος Ορχήστρα.

    Ντραμίστας, τζαζίστας, ενορχηστρωτής, συνθέτης, με έργο σπουδαίο.

    Παραθέτουμε το διασκευασμένο ισπανικό τραγούδι ROMANCE (ανώνυμης παρτιτούρας που έγινε γνωστή από τον Μισέλ Ζουρντάν) από το δίσκο του 1978 “Λαϊκά τραγούδια απ’ όλο τον κόσμο”. Τραγουδά η Βίκυ Μοσχολιού σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου.

    Επίσης μια πρόσφατη διασκευή μίξης μπουζουκιού με τζαζ και εκτελέστρια την αειθαλή Μίλλη Καράλη του Take Five.

    image_pdf

    Ιστορίες ενός ερειπωμένου νερόμυλου

    Υπάρχει μια παλιά γέφυρα σε μια διασταύρωση στο δρόμο για την Ρόδα που λέγεται «Ρικίνι» .

    Πήρε το όνομά της από έναν φεουδάρχη της Ενετικής εποχής που λεγόταν «Ρεγκίνι».

    Βρίσκεται δύο χιλιόμετρα πριν από τους Αγίους Δούλους.

    Το χωριό ονομάστηκε «Άγιοι Δούλοι» εξαιτίας του ότι οι πρώτοι του κάτοικοι ήταν δουλοπάροικοι σε μοναστηριακά κτήματα της περιοχής.

    Το καλοκαίρι που μας πέρασε πήγα στους Αγίους Δούλους προσκεκλημένος από τον πολιτιστικό σύλλογό του χωριού για μια ομιλία σχετικά με την γλώσσα των Κερκυραίων.

    Στην επιστροφή και ενώ περνούσα από την γέφυρα στο Ρικίνι αναρωτήθηκα το πόσοι περνούν καθημερινά από εκεί και πόσοι λίγοι ξέρουν για την ύπαρξη της , το όνομά της και την ιστορίας της.

    Τώρα δεν φαίνεται. Από πάνω της φτιάχτηκε η νέα γέφυρα. Πρέπει να κατέβεις κάτω στο ποτάμι για να την δεις.

    Η σημασία της ήταν μεγάλη εκείνα τα χρόνια που τα νερά των ποταμιών ήταν πολλά και μπορούσαν να αποκόψουν πολλά χωριά.

    Στα 1890 χτίστηκε στο Ρικίνι, δίπλα στο ποτάμι, ένας νερόμυλος.

    Τώρα υπάρχουν μόνο μερικά ερείπια εκεί.

    Οι χωριάτες από τσου Αγραφούς, τσου Αντιπερνούς , το Καβαλούρι, τσου Αγίους Δούλους και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής πήγαιναν εκεί το γέννημα τους για άλεσμα.

    Τον χτίσανε δύο φίλοι , ο Νικολέτος Ανυφαντής που ζούσε σε μια κατοικιά στο λιβάδι και λέγανε ότι ήτανε από το Βαλανειό και ο Παύλος Βιτουλαδίτης του Τζουάνη που λέγανε ότι είχε έρθει από τσου Ραφαλάδες.

    Συμφωνήσανε να πουλήσουν τα κτήματά τους και να χτίσουν τον Νερόμυλο.

    Ο Νικολέτος έφερε τα λεφτά όπως συμφωνήσανε.
    Ο Παύλος δεν έφερε ούτε τα μισά.
    Ο Νικολέτος αναγκάστηκε να δουλέψει εργάτης μαζί με τους μαστόρους για να φτάσουν τα λεφτά.
    Έμεινε και μισοτελειωμένη η ξεχυτή «για αργότερα που θα βγάζανε όβολα».

    Ο Νικολέτος δούλευε κάθε μέρα στο μύλο.
    Ο Παύλος ερχότανε το μεσημέρι στο ζύγισμα.
    Ο Παύλος είχε γυρίσει λίγο μια αόρατη βίδα πίσω από την μπελάντζα και έβγαζε το στάρι βαρύτερο.
    Έτσι παίρνανε περισσότερα «αλεστικά».

    Ο Νικολέτος δεν ήθελε να κλέβουνε τον κόσμο αλλά ο Παύλος του έλεγε:
    «Έτσι είναι το εμπόριο».

    Ο Νικολέτος έδινε κρυφά στους χωριάτες πίσω τη διαφορά.
    Δεν του άρεσε το άδικο.

    Είχε καθαρίσει τσι ρίβες του ποταμιού με πολύ κόπο και είχε βάλει κότες, πάπιες , κονέλια και δύο γίδες.

    Είχε φτιάξει και «καθιστικό» δίπλα στο νερό από μια κομμένη καρυδιά που έμεινε στο καθάρισμα του ποταμιού.

    Του Νικολέτου του άρεσε να διαβάζει. Πρέπει να ήταν ο μοναδικός στο χωριό του που ήξερε λίγα γράμματα.

    Γνώριζε και την Ειρήνη Δενδρινού.

    Σταμάταγε εκεί να ποτίσει το άλογο της και του μιλούσε για παράξενους ανθρώπους από τα Σφακερά , από τσι νυμφές και από τσου Πάγους που γνώριζε και γράφανε «στόριες» και ποιήματα.

    Του χε φέρει και μερικά που τα διάβαζε στο «καθιστικό» δίπλα στο ποτάμι ξανά και ξανά και τάχε μάθει απέξω.

    Πήγε και στη χώρα μια φορά που είχανε το καφενείο τους οι ποιητές και κάθισε σιωπηλός σε μιαν άκρη.
    Δεν ήξερε κανένανε.
    Μιλούσαν για παράξενα πράματα και ήτανε , λέει, «σοσιαλιστές».

    Ο Παύλος στο μεταξύ ερχόταν όλο και λιγότερο στο μύλο για δουλειά.
    Τον είχε κάνει κομματάρχη ο Τζόρτζης ο Θεοτόκης που ήτανε με τον Τρικούπη.
    Πηγαινοερχόταν στη χώρα συχνά και τα βράδια γύρναγε τα χωριά και «μάζονε ψήφους».«Έτσι είναι η πολιτική» έλεγε του Νικολέτου.

    Είδε και απόειδε ο Νικολέτος και πήγε στο δικαστήριο να καταγγείλει τη «σεμπριά» με τον Παύλο.
    Τον αποζημίωσε «βάσει νόμου» και συνέχισε μόνος του για μερικά χρόνια ακόμα.

    Ήθελε να γράφει και αυτός «στόριες» αλλά δεν ήτανε «για μεγάλα πράματα».
    Τα βράδια έγραφε μικρές καθημερινές ιστορίες σε ένα τετράδιο .
    Κάτι σαν ημερολόγιο.

    Πολλά χρόνια αργότερα κάποιος βρήκε το τετράδιο και το έστειλε στο τυπογραφείο.
    Ελάχιστα αντίτυπα πουληθήκανε και ο «εκδότης» έκλαιγε τα λεφτά του.

    Ένα αντίτυπο βρέθηκε στο καφενείο ενός χωριού της περιοχής.
    Δεν είχε εξώφυλλα και στις σελίδες του ήταν γραμμένα και τα μπιστιού του καφετζή.

    Από χέρι σε χέρι έφτασε στα χέρια του πατέρα μου.

    Του είπα να το προσέξει γιατί το θέλω.
    Καλύτερα να μην του τόλεγα.

    Εκεί που το διάβαζε με μεγάλη προσοχή το έβαλε σε μια σκατζιά πάνω από την κατσαρόλα με τα λάχανα και τούπεσε μέσα.

    Έβαλα τις φωνές.

    Το βγάλαμε σε χειρότερη κατάσταση από ότι ήταν.

    Οι «στόριες» του Νικολέτου δεν ήταν φαινομενικά τίποτα σπουδαίο.
    Έγραφε λίγες λέξεις για αληθινά γεγονότα της εποχής του.

    Θυμάμαι μια ιστορία για ένα παιδί που σκοτώθηκε δουλεύοντας στην διάνοιξη του δρόμου από τους Χωροπισκόπους στο Βαλανειό.
    Μια πέτρα από το φουρνέλο τον χτύπησε στο κεφάλι.

    Ήτανε από τσου Βελονάδες. Ήρθε όλο το χωριό στα ποδάρια για να πάρει το πτώμα για την ταφή. Μπροστά πήγαινε η μάνα του και ο παπάς.

    Ασήμαντα καθημερινά συμβάντα που δεν αφορούν τους Ιστορικούς , τα μεγάλα γεγονότα και την πορεία του κόσμου.

    Αργά την νύχτα επιστρέφω από την ομιλία στους Αγίους Δούλους.
    Κάποιος έρχεται από απέναντι.
    Χαμηλώνω τα φώτα.

    Στην επόμενη στροφή είναι η γέφυρα στο Ρικίνι.
    Κατεβάζω ταχύτητα.

    Η βενζίνα στο ένα τέταρτο.
    Το στροφόμετρο στις δύο χιλιάδες στροφές.

    Θυμάμαι τις στόριες του Νικολέτου Ανυφαντή.

    Ανηφορίζω προς τους Χωριπισκόπους.

    Το παρελθόν χρειάζεται για να μας διδάσκει όχι για να μας στοιχειώνει.

    image_pdf

    Αναπαψώλια χάι τεκ

    Επάντρεψα την αγγονιά, με δόξα και καμάρι
    επήρε ένα λεβεντονιό, δυο μέτρα παληκάρι.
    Ντεμέλες δε τζ΄αγόρασα μήτε και μαξιλάρια
    παρά από ένα λαπιτόπ βαστάνε εις τα ποδάρια.

    Νόνα, μου λένε, για προικιό πάρε μας δυο κομπιούτερ,
    γουάιφάι ντούρονε, ντανόβιο μόντεμ ρούτερ.
    Ενα παππύρι διπλωτό μου βάλανε εις τη μπόρσα,
    κι ακάτσα εματαπιάκανε τα λαπιτόπια, κόρσα.

    Θωρώ και ξιώ την κούτρα μου, αναπαψώλια θα ναι,
    ντρέπονται τα κουνούβελα και δεν το μαρτυράνε.
    Κάνω καπέτες τα μαγιά, πελώ το μπροστομούνι,
    σιένω και το ροκέτο μου δελεγκου εις το καντούνι.

    Αρέβαρα εις το Γιορμανό με το μπουγκί γιομάτο,
    μα ίσια να κλείσει η σκάτουλα ετιναξα το μπάτο.
    Πλέρωσα και τση Κοσμοτές σύντεση κατοστάρα,
    για να γοδέρουν τα παιδιά, δε μουμεινε δεκάρα.

    Αναπαψώλια χάι τεκ, ταχύτητες να πιάνει,
    χίλιοι σου οι χρόνοι γιορμανέ, άξιζε τη δαπάνη.
    Τριτσέλια δεν ετρίζουνε, μηδέ και άχνα βγαίνει,
    σεστάδοι και καλότροποι οι φρεσκοπαντρεμένοι,

    με τό ΄να χέρι στα κομπιά κια τ΄άλλο στο ποντίκι,
    και γένεται το θέλημα όλο με τσικι τσίκι,
    όχι που εμένα ο Χτόδουλος, με βάστουνε ατέντα,
    τ΄απίκουπα, τ΄ανάσκελα, καί πού να ειπώ κουβέντα…

    βόγκο μιανού δεν ήκουσα , μήτε ν΄αναστενάξει,
    παρά εούτα τα κομπιά ίσιαμε να χαράξει…
    είδες τι κάνει η πρόγοδος, εσάστησα η δόλια,
    δίχως ντιχάλια και λινιές τα νέα αναπαψιόλια…

    image_pdf

    Θα κλαίει και πάλι η αγέλαστος Πέτρα…

    Η Ελευσίνα δεν ήταν τυχαίος τόπος στα χρόνια της αρχαιότητας. Εδώ κατέληγε η Ιερά οδός από το κλεινόν άστυ, που το όνομά της το όφειλε στην ιερότητα του παραθαλάσσιου οικισμού και λατρευτικού τόπου της Δήμητρας.  Τον περιέβαλε η αγάπη της θεάς, ο σεβασμός των πιστών και η αίγλη των μυστηρίων, που σημάδευαν την αξία και το κλέος της πόλης…

    Ένα κράτος με στοιχειώδη αυτοσεβασμό θα φρόντιζε την ανάδειξη αυτής της κληρονομιάς! Θα την περιφρουρούσε σαν κόρη οφθαλμού απέναντι σε όποιες αρπακτικές διαθέσεις οικοπεδοφάγων, εργολάβων, κατασκευαστών…

    Ολόκληρη η πόλη θα μπορούσε να αναπτυχθεί με ισορροπία και αισθητική. Όχι, βέβαια, σαν κιτς αντίγραφο της αρχαίας ή σαν σκηνικό Αμερικάνικης υπερπαραγωγής αλλά στο πνεύμα της συνέχειας και της εξέλιξης… Ενας τόπος επιλογής για τους κατοίκους.

    Όχι, δηλαδή, σαν τόπος υποχρεωτικής εγκατάστασης στα πλαίσια της ‘βίαιης’ μετανάστευσης, που ακολούθησε τα μεταπολεμικά και τα μετεμφυλιακά χρόνια… Τότε, που ήρθαν εδώ από τις 4 άκρες της Ελλάδας για να δουλέψουν και να εξασφαλίσουν τον άρτο τον επιούσιο…

    Σε αυτό το κλίμα της επίσημης κρατικής αδιαφορίας και περιφρόνησης της πολεοδομικής καλαισθησίας, δομήθηκε η σύγχρονη Ελευσίνα… Όπως και το αποτρόπαιο τέρας της Αθήνας αλλά και η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών πόλεων της ομοιόμορφης ασχήμιας.

    Η εξασφάλιση μίας ισόρροπης και καλαίσθητης οικιστικής ανάπτυξης στα πλαίσια των αναγκών του τόπου είχε βασικό αντίπαλο την ακόρεστη εργολαβική κερδοσκοπία και την κρατική της προστασία…

    Ανάμεσα στα μνημεία της Ελευσίνας η Αγέλαστος Πέτρα… Ενας βράχος, που κατά τον επικρατέστερο μύθο προορίζονταν για την ξεκούραση της Δήμητρας. Αλλη εκδοχή θεωρεί την Αγέλαστο Πέτρα ως σειρά 3 βράχων στην είσοδο μιας σπηλιάς, που αποτελούσε μία από τις εισόδους του… κάτω κόσμου.

    Όπως και νάχει, η Αγέλαστος Πέτρα οφείλει την σύγχρονη διασημότητά της στον Φίλιππο Κουτσαυτή, που έδωσε το όνομά της σε μία εξαιρετική ταινία-ντοκυμαντέρ… Μία ταινία, θρήνος για τον ξεπεσμό της πόλης εξαιτίας της προκλητικής αδιαφορίας των …νέο-Ελλήνων της ‘ανάπτυξης’.

    Σήμερα η Ελευσίνα γίνεται η τέταρτη ελληνική πόλη, πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης… Με τις φανφάρες του σύγχρονου νέο-Ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού, που συνεχίζει επάξια την πολιτική απαξίωσης του πολιτισμού… Που πολύ δύσκολα θα καταφέρει στο σύγχρονα διαμορφωμένο οικιστικό περιβάλλον της πόλης να κρύψει κάτω από το χαλί τις ασχήμιες μίας ολόκληρης χώρας.

    Αγέλαστος η Πέτρα ανάμεσα σε γελοίους υποκριτές πολιτισμικοκάπηλους.

    Τιμάμε, τους καλλιτέχνες, που βρέθηκαν εκεί για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στο άθλιο ΠΔ, που τους υποβιβάζει ανενδοίαστα. Ισως είναι η ιδανικότερη έναρξη – τιμή στον θρύλο της αρχαίας χαμένης ομορφιάς.

    Διαμαρτυρόμενοι ηθοποιοί στην Ελευσίνα
    Διαμαρτυρόμενοι ηθοποιοί στην Ελευσίνα

    Κλείνουμε με το τραίηλερ της ταινίας του Φίλιππου Κουτσαυτή.

    image_pdf

    Τι τους χαϊδέυετε ρεεε!!!!

    Εμένα πάντως, άμα μου έλεγε κάποιος πριν από πεντ’ έξι μήνες ότι θα βρίσκονταν αριστερά και προοδευτικά κόμματα που θα καθόντουσαν να κουβεντάσουν με το Bορίδη -με το Bορίδη(!), επαναλαμβάνω- πώς να αποκλείσουν τάχα τους ναζήδες από τις εκλογές, αποκλείεται να τον πίστευα.
    Ναι, τόσο αφελής είμαι, δυστυχώς.
    Όσο για τη νουδού, άμα δε ήθελε τους ναζήδες στον πολιτικό στίβο, δε χρειαζόταν καν να νομοθετήσει.
    Μπορούσε απλά να τους έκλεινε τις πόρτες των οργανώσεών της στα μούτρα κι όχι να τους έχει βιτρίνα ολούθε.
    Και δε μιλάμε εδώ μόνο για τους ευάριθμους διακεκριμένους Αρχι-Χουντέους που έχει ήδη σε κυβερνητικά πόστα, αλλά και για τις χιλιάδες των ακροδεξιών τραμπούκων, άξιων επιγόνων των χιτών, που στελεχώνουν τις τοπικές της στην επαρχία αλλά και σε πολλές συνοικίες της Αθήνας.
    Άρα;;;

    *Σ.Σ : Βάντα Τσέλιου γυμνασιάρχισσα-φιλόλογος ε.α. Η πρώτη κοπέλλα που στρατολογήθηκε στη ΚΝΕ της Κέρκυρας μετά την μεταπολίτευση τον Αύγουστο του ’74.

    Η αναρτημένη αφίσσα είναι του DKP από το 1934 με τίτλο: Η μέρα έρχεται!

    image_pdf

    Σαν έτοιμος από παλιά, σαν θαρραλέος

    …ο περιφερειάρχης Αττικής Γιώργος Πατούλης στη σκληρή αναμέτρηση με την Μπάρμπι, τη βασίλισσα του χιονιού.

    Ανταπόκριση από το μέτωπο του Δημήτρη Τσίρκα, από τη σελίδα του στο facebook:

    Φίλες και φίλοι, αυτό που όλοι φοβόμασταν, η κακοκαιρία του αιώνα για την οποία 29 μετεωρολόγοι μας προειδοποιούν δεκαετίες τώρα, είναι γεγονός.
    Ήδη στο κέντρο της Αθήνας χιόνισε για 10 ολόκληρα λεπτά και η Τροχαία αναγκάστηκε να κλείσει τους δρόμους. Επειδή όμως δεν ξέρουμε με τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε θα επιβληθεί και απαγόρευση κυκλοφορίας.
    Το κράτος είναι άρτια προετοιμασμένο και ετοιμοπόλεμο. Σύντομα θα κυκλοφορήσει σποτ με τον Σπύρο Παπαδόπουλο «Μένουμε σπίτι – Κλείνουμε την πόρτα στην Μπάρμπαρα». Μετακινήσεις θα επιτρέπονται μόνο για τα απολύτως απαραίτητα, κατόπιν αποστολής SMS στο 13033
    Δεν πιστεύω να είστε τίποτα ψεκασμένοι αρνητές της κακοκαιρίας, αρνητές της Μπάρμπαρας;

    image_pdf

    Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης για τις κινητοποιήσεις των καλλιτεχνών

    Η καρδιά μου αγκαλιά με τις αδερφές και τους αδερφούς μου στην Τέχνη.

    Αυτά τα ψώνια, οι χασομέρηδες, οι αχαΐρευτοι, οι αιθεροβάμονες, οι εξώλης και προώλης, αυτοί οι ιερείς της ανθρωπιάς και της αγάπης, παντοδύναμοι και ευάλωτοι, ανασφαλείς και ατρόμητοι, αυτοί πληρώνουν εκ μέρους όλων μας το πανάκριβο τίμημα για έναν κόσμο λιγότερο μάταιο. Όχι μόνο οι διάσημοι και οι «πετυχημένοι». Μα κυρίως όσες και όσοι παλεύουν να βγάλουν την κάθε μέρα, χωρίς χρήματα για το νοίκι αλλά με πίστη, με όνειρο, με ευθύνη, με ακούραστη, απλήρωτη εργασία. Χωρίς εγγυήσεις, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς στήριξη, χωρίς επιβράβευση. Ανυπεράσπιστοι, φτωχοί, απαξιωμένοι και κυνηγημένοι από ένα κράτος-εχθρό κάθε σπίθας που μπορεί να φωτίσει το σκοτάδι του, κρατάνε, χρόνια
    τώρα, κάτι ζωντανό και πολύτιμο σε μια χώρα που βουλιάζει.

    Ηθοποιοί, χορευτές, μουσικοί, φωτογράφοι, κινηματογραφιστές, εικαστικοί, συγγραφείς, ποιητές. Άνθρωποι που σκύβουν πάνω στη λέξη, στη νότα, στην κίνηση, στη λεπτή απόχρωση του αισθήματος. Που βαθαίνουν στην κάθε έννοια, στην κάθε αλήθεια, που τολμούν να αντικρίσουν τα σκοτάδια τους για να ξορκίσουν τα δικά μας. Κάθε ιδέα, κάθε προσχέδιο, κάθε μελέτη, κάθε πρόβα, κάθε άσκηση, κάθε επιτυχία, κάθε απόρριψη, κάθε ματαίωση, κάθε έκθεση, κάθε από ψυχής μοιρασιά, μια προσευχή στο φως.

    Μας γεννά η θυσία των ωραιότερων ανθρώπων που πάτησαν τη γη. Ερχόμαστε από τους
    αιώνες. Κι εσείς, προσωρινοί διαχειριστές της αθλιότητας, ακαλλιέργητοι δούλοι της
    ασχήμιας, νομίζετε πως ορίζετε τις ζωές μας…

    image_pdf

    Αΐντα

    Το όνομά της δεν ήταν Αΐντα. Αΐντα την εβάφτισε το παιδί που τση ’φερνε τα ψώνια.

    «Ακούει», είπε του αφεντικού, «μια μουσική με καλπασμούς αλόγων και τρομπέτες».

    «Αΐντα είναι αυτό», του ’πε ο παρτσινέβελος.

    «Α! Αΐντα», είπε και το παιδί χωρίς να ξέρει, ζαλισμένο ακόμα από τα βυζιά της, που τα άφηνε να χύνονται μέσα απ’ τη ρόμπα, δίχως να αντιλαμβάνεται την ταραχή που προκαλούσε.

    «Τι της βρίσκουνε;» λέγανε οι γυναίκες, «Έχετε δει τα πόδια της; Μόνο τα πόδια της να δεις σου φτάνει, άσε που δεν φοράει ποτέ τακούνι».

    «Περπάταγα ξυπόλυτη, προβάτουνα και με τσαβάτες», έλεγε εκείνη και ξεκαρδιζότανε στα γέλια.

    Η Αΐντα ήτανε ράφτρα. Έραβε τσου αρχόντους. Από το σπίτι της περνούσανε όλες οι κόμε σι ντέβε.

    «Να το κάμετε από σουά σοβάζ και σε σομόν χρώμα το μαντό, με το σλάντσο που ’χετε, θα σάστενε μια κούκλα, έκαμα κι εγώ για μένανε ένα μακρύ να μου κρύβει και τα ποδάρια. Θα αρέσει και του άντρα σας», έλεγε και τόνιζε το «α», διότι η καταγωγή της ήτο από το προάστιον, το γνωστόν, το τιμημένο.

    «“Να φτιάξεις μια φούστα στενή, να σου τονίζει τα κωλομέρια, φόρσι και πάρει λίγο τα πάνου του ο άχαρος ο άντρας σου, που εγίνηκε σαν τον φλέρονα”, τση ’πα μιανής μια μέρα και παραλίγο να αρπαχτούμε», εξηγούσε. «Γιατί έβαλα τότσο θαυμαστικό στο “α”, όταν είπα το “ο άντρας σου!” Πού να το φανταστώ, που δε τση το τιμάει ο φλιμένος και που εκεινής τση εκακοφάνηκε! Α μη δα εμένανε μου το τιμάει ο καψερός, ο λιγόχρονος, ο μαύρος; Όλο τον νου του στο φαΐ έχει. “Έλα”, του λέω, “να σου σιάσω λίγο τη ρεμπάρτα που σου κάτσε στραβά, έλα, ψυχή μου”, μα αυτός, αντίς να έρθει κατά πάνου μου, πάει εις το παράθυρο και κοιτάζει τάχα μου αλλού», έλεγε.

    Τα καρναβάλια ράβανε όλοι τις στολές τους στην Αΐντα. Εκείνη έβανε την όπερα στο φουλ και με τη μεζούρα στο χέρι έφερνε πάνω κάτω το δωμάτιο, να τους παίρνει τα μέτρα.

    «Άνοιξε, ωρέ, τα ποδάρια σου! Τι σκέδιο θα σου το κάμω το βρακί; Να σε πιάκουνε σκαρτσικαβάγιες θέλεις; Θα σου το κάμω τσουτσάδο», του ’πε του Σπύρου τση Λένης, που είχε πάει για τα μέτρα της στολής, τη χρονιά που εντύθηκε όλο το καμπιέλο «τροβαδούροι της αγάπης». «Α δεν ανοίξεις, ψυχή μου, τα ποδάρια σου, θα προβατείς σαν βάρκα! Κάτσε καλά, δεν θα στα πιάκω», του ξανάπε και του ’δωκε μια στα κωλομέρια. Αυτό ήτανε. Έφυγε τριάρατος ο Σπύρος.

    Απ’ το γκρουπ τον εχαλεύανε και δεν μπορούσανε να καταλάβουνε γιατί, από τροβαδούρος τση αγάπης που ήτανε να ντυθεί, κατάντησε ν’ ακούει όλη μέρα την Αΐντα με τα παράθυρα ανοιχτά, ξαπλωμένος ανάσκελα στην ντορμέζα τση μάμας του, με τα ποδάρια τεντωμένα στην ντεστιέρα, σκεπασμένα με ένα σιάλι μπλε, μπαντιέρα κολοράδα. Επεράσανε έτσι όλα τα καρναβάλια. Ο Σπύρος ανάσκελα και εκείνη να περιμένει αλιμάνκου να του πάρει τα μέτρα, μην τυχόν και συγκαεί.

    Και εκεί που εκαθότανε ένα απόγευμα η Αΐντα, χτυπάει η πόρτα δυνατά και ήτανε ο Σπύρος. «Ήρθα!» τση λέει και, αντί για το όνομά της το πραγματικό, τση ρίχνει ένα δικό του υποκοριστικό, που το ’καμε εκείνη τη στιγμή. «Εμένανε επροσφωνήσατε τοιουτοτρόπως;» του είπε και κατακόκκινη έκρυψε το ντεκολτέ. «Εσάς, κυρία μου!» της απαντά αυτός. «Να πάρετε παπούτσια. Ήρθα να σας ασκώσω. Θα πάμε βόλτα, μα έχω φισασιόν, σας θέλω με τακούνια», συμπλήρωσε και αναχώρησε.

    Έκλεισε η κυρά την πόρτα συνετά και πήγε αγάλια αγάλια στο σαλόνι. «Να πας», λέει του άντρα της, «αύριο εις του Wilson. Θα δώκω μέτρα για τακούνια, θέλω να ποδεθώ. Να πας να τα πλερώσεις.

    image_pdf

    Ο γυμναστικός μας σύλλογος – του Τηλέμαχου Ρούση

    Από την εφημερίδα “Κερκυραϊκά Νέα” της 15 Ιουλίου 1945.
    Μια ευγενική προσφορά του γιατρού Ευγένιου Δαφνή από το αρχείο του πατέρα του.


    Το γήπεδο που θα βρεθεί ένας φίλαθλος παίζοντας ή ποδόσφαιρο ή βόλεϊ ή κρίκετ γεννάει στον παίκτη που θα κατέβει στο γήπεδο του «αθλητικού παιχνιδιού» ξέχωρα συναισθήματα. Νιώθει αυτές τις ώρες ο παίκτης αυτός ότι καταβάλλοντας μια σημαντική προσπάθεια, συνδυασμένη με μια πνευματική, ξεφεύγει από την καθημερινή λαχτάρα ή των μαθημάτων ή της βιοπάλης. Και νιώθει να τον συνεπαίρνει μια συγκίνηση που μεταδίδεται και σ’ όσους παρακολουθούν το ποδόσφαιρο, το κρίκετ, ή άλλο αθλητικό παιχνίδι.

    Κάτι όμως εντελώς ξέχωρο νιώθει ο αθλητής του στίβου. Ο στίβος του κλασσικού αθλητισμού έχει άλλη γοητεία για τα νιάτα. Το να τινάξεις το κορμί ψηλά, όσο μπορείς, να νιώσεις πως πετάς σχεδόν, στο «άλμα εις ύψος» ή μακριά «στο μήκος» ή να τρέξεις μ’ ανοιχτό διασκελισμό τα 800 ή να πετύχεις μια καλή «ριξιά» στο δίσκο, μέσα σε μια ωραία άμιλλα, που μόνο στο «στίβο» θα τη βρεις καθάρια.

    Στο ματς θα βρεις τέρψη, ψυχαγωγία. Στον αθλητισμό στίβου θα βρεις ομορφιά. Τόσο κι ο αθλητής το νοιώθει, όσο κι ο θεατής. Μα γενικά για τον αθλητισμό δεν υπάρχει καμμιά αμφισβήτηση ότι και πιο πραχτικά ο νέος που θ’ ασχοληθεί μ’ αυτόν θα καλυτερέψει ασφαλώς τον εαυτό του, θ’ ανάπτυξη το πνεύμα του, ενώ θα προσπαθεί να κάμει πιο γερό το κορμί του.

    Γνωστό βέβαια είναι πως ο αθλητισμός καλλιεργήθηκε σ’ όλο τον κόσμο παντού και πάντα. Και στις πιο δύσκολες στιγμές δεν έπαψε η αθλητική κίνηση μ’ όποια μέσα ήταν διαθέσιμα. Κι ακόμα στο σάλο του του σημερινού πολέμου, πίσω απ’ τα μέτωπα πάντα δίνονταν ευκαιρίες στο στρατό να ριχθεί, για λίγο έστω στη χαρά του στίβου. Αυτή τη χαρά του στίβου πρέπει να τη χάρη η νιότη μας εδώ στην πόλη μας που τη στερήθηκε 5 σχεδόν ολόκληρα χρόνια. Στίβο όμως η Κέρκυρα δεν έχει, γατί «στίβος» δεν είναι τώρα το Γυμναστήριο του Γυμναστικού μας Συλλόγου. Πρέπει όμως να ξαναγίνει. Το ταχύτερο δυνατό.

    Ο «Γυμναστικός μας Σύλλογος» είναι το μοναδικό φυτώριο του κλασσικού αθλητισμού στο νησί μας εδώ και 48 χρόνια. Για χάρη της νιότης μας που τόσο ταλαιπωρήθηκε κι έχει ακόμα τόσο λιγοστές τις χαρές στη ζωή, πρέπει όσοι αγαπάνε πραγματικά τον αθλητισμό να δουλέψουν αυτή τη φορά γι’ αυτόν.

    Το κέντρο για τη στιγμή είναι ο Κερκυρ. Γυμναστ. Σύλλογος. Το Γυμναστήριό του πρέπει να πάψη να’ ναι άσυλο πυροπαθών. Να εξοικονομηθεί στέγη για τις λίγες οικογένειες που μένουν στα δύο πλάγια διαμερίσματα. Ν’ αδειάσουν το γρηγορότερο δυνατό τα τσοράλια που γεμίζουν τη κεντρική αίθουσα, να πάψουν να μπαινοβγαίνουν αυτοκίνητα στο στίβο και ν’ αποδοθεί το Γυμναστήριο στη νεολαία μας.

    Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι σε 2 μήνες αρχίζουν οι βροχές κι’ οι εκατοντάδες των μαθητών των Σχολείων μας δεν έχουν μια αίθουσα για σουηδική.

    Μπροστά στους συνεταίρους του Γυμναστικού Συλλόγου μπαίνουν βαριές υποχρεώσεις και πρέπει σύντομα και δραστικά να τις αντιμετωπίσουν. Η τωρινή Διοίκηση ας κάμει μια συνέλευση που ν’ αποτελέσει την αρχή για μια εργώδικη περίοδο του Συλλόγου.

    Βέβαια πολλά και δύσκολα έχουν να γίνουν, μα ο φίλαθλος κόσμος της πόλης μας κι η νεολαία θα βοηθήσουν σίγουρα. Πάντα η Κερκυραϊκή κοινωνία τον αγάπησε και τον στήριξε το Γυμναστικό μας Σύλλογο σ’ όλο του το μακρύ και καρπερό δρόμου του.

    ΤΗΛ. ΡΟΥΣΗΣ

    Κερκυραϊκά Νέα, 15 Ιουλίου 1945
    Κερκυραϊκά Νέα, 15 Ιουλίου 1945
    Κερκυραϊκά Νέα, 15 Ιουλίου 1945
    Κερκυραϊκά Νέα, 15 Ιουλίου 1945

     

    image_pdf