back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 27

    Βόπες Σαβούρο

    Με το “ευχαριστώ” στο στόμα ήταν η Τίνα. Πριν προλάβεις να της κάνεις το ζητούμενο, άνοιγε το στόμα και ξεστόμιζε το “ευ’. Ευχαριστώ έλεγε και το επαναλάμβανε. Το παρακαλώ την αποθούσε.

    Είχε ορκιστεί core moto και όλα τα ζητούσε αναλόγως. Έλεγε για παράδειγμα “μμμ” να πάρω πιπέρι και εννοούσε “φέρε πιπέρι, όπως έρχεσαι” γιατί τον είχε τον άνδρα της για όλες τις δουλειές! “Θέλω παπούτσια”, θα έλεγε και θα περίμενε ο σύζυγος να μαντέψει και το χρώμα. Για το νούμερο βέβαια δε γινόταν λόγος γιατί εκείνος όφειλε να το ξέρει. Όπως όφειλε να γνωρίζει την κρέμα που έβαζε στο πρόσωπο “δια τας ρυτίδας” , το ύφασμα που προτιμούσε για ταγιέρ, το μαλλί που ήθελε για την ζακέτα της και το μεταξωτό που αγόραζε πάντα από το ίδιο μαγαζί για το πουκάμισο της.

    Ώφειλε να γνωρίζει το φαγητό που αγαπά, το ψάρι που συχαίνεται. Ο κύριος εκείνος, ο καημένος είχε στο passé του ταπεινή καταγωγή. Πέντε αδέλφια καί μία αδελφή και τρώγανε όλοι ψάρι. Αλήθεια είναι, που το αγόραζε και βέβαια το καθάριζε πάντα αυτός μα ποτέ κανείς δεν του είχε κάνει θέμα για τον τρόπο μαγειρέματος.

    Στο σπίτι το καινούργιο, εκεί που έγινε γαμπρός είχανε θέμα στο μαγείρεμα. Να σας το πω λίγο μια στιγμή στην μητρικήν μου! “Αβέβανο ομπίε”, είχανε δηλαδή μανίες. Σοφρίτο, μόνο με πουρέ. Μπουρδέτο μόνο με τους σκορπιούς τους μαύρους. Την παστιτσάδα από κόκορα του Σπύρου ή από κρέας της Πεπίνας και το σαβούρο μόνο από μπαρμπούνια κόκκινα από την τράτα.

    Εκείνο το πρωί του φέρανε ένα καλάθι βόπες. Ψυγείο τους είχανε του πάγου φυσικά. Πάγο που έφερνε in core moto ο Λευτέρης με ΜΜΜ που έκανε η κυρία καθώς περνούσε από το μαγαζί να πάρει και το φύλλο για την σπανακόπιτα που ήταν το μόνο πράγμα που έφτιαχνε η ίδια μια και ανήρ ως άρχων και λιοντάρι της ζούγκλας του σπιτιού δεν ήθελε να βάλε μέσα ρύζι όπως όριζε της γυναίκας του η αστική καταγωγή.

    Πήρε λοιπόν τις βόπες στο σπίτι φρέσκες, φρέσκιες παχουλές κούκλες, κομόνες όπως τι είπε καθως τις έριξε στον νεροχύτη! Εκείνη την ώρα ακούστηκε το μπαμ της πόρτας του σαλονιού που έκλεισε απότομα. Έτσι και με ένα ΜΜΜ in core moto έκλεινε πάντα όταν έμπαινε στο σπίτι ψάρι, μήπως και μυρίσουν οι κουρτίνες σαν το σπίτι του που μύριζε πάντα ψαρίλα.

    Αυτός καθάρισε τις βόπες. Χέρια χοντρά, βόπες παχιές, βρώμισε ο τόπος ψάρι, μύρισε θάλασσα και λίγο φρέσκο βούρκο. Τηγάνισε αμέσως όλο το καλάθι και τοποθέτηση το ψάρι σε πιατέλα. Τότε δεν ξέρανε να βάζουν το ψάρι στο χαρτί, δεν είχαν κιόλας. Σούρωσε ζεστό το τηγανόλαδο και γέμισε τον πάτο.

    Την ώρα που βουτούσε το ψωμί, φρέσκο στο λάδι να το φάει άνοιξε η πόρτα της κουζίνας. Με ένα ΜΜΜ in core moto την ξανάκλεισε η κυρία η οποία πάλι με ΜΜΜ ακούστηκε να λέει στην μητέρα της. “Μαμά αν κάμει τις βόπες σαβούρο, δεν θα το αντέξω”!

    Σ.Σ:
    Η ονομασία του φαγητού είναι σαφής παραφθορά του βενετσιάνικου “pesce en saor” και παραπέμπει στον Μεσαίωνα, την εποχή που μεγάλο μέρος της νησιωτικής κυρίως Ελλάδας βρισκόταν σε ενετική κατοχή.. Στα λατινικά “pesce en saor” σημαίνει ψάρι σε σάλτσα – μαριναρισμένο.

    Το σαβόρο λοιπόν είναι μια σάλτσα η οποία μοιάζει με τουρσί και στην οποία οι Κερκυραίοι συνήθιζαν να συντηρούν τα ψάρια, στις εποχές που δεν υπήρχαν ψυγεία. Το ξύδι που είναι η βάση του σαβόρο, είναι συντηρητικό ενώ το δεντρολίβανο έχει απολυμαντικές ιδιότητες.

    Το σαβούρο ήταν η βασική τροφή των Βενετσιάνων ναυτικών γιατί μπορούσε να διατηρηθεί για πολύ καιρό και έτσι τα πληρώματα δεν πάθαιναν σκορβούτο από έλλειψη βιταμίνης.

    Με το πέρασμα των χρόνων η συνταγή δέχτηκε μια πιο αριστοκρατική τροποποίηση, με την προσθήκη της σταφίδας, που βοηθάει στη χώνεψη, σπάει την ξινίλα και απαλύνει τη μυρωδιά του ψαριού. Η μοντέρνα συνταγή πια, προβλέπει και κουκουνάρι.

    image_pdf

    Με πολύ ζόρι σας ανέχομαι

    Στις αρχές του 2012 στις κάμερες του skai_xeftiles, η υπαλληλός του -σημερινή εκπρόσωπος τύπου του Σύριζα, φανατική μαρξίστρια από γεννησιμιού της- πολτοποιήθηκε από τον καυστικό Ντίνο Χριστιανόπουλο νομίζοντας ότι είχε απέναντί της κάποιον από τους ημιμαθείς πολιτικάντηδες ή καλλιτέχνες της δεκάρας.

    Ιδού κάποιες από τις φοβερές ατάκες:
    «Σας μιλώ όχι για την αξία σας, αλλά γιατί με ακούν κάποιοι.
    Γι’ αυτό σας μιλώ.
    Το καταλάβατε;
    Ε… από αυτή την άποψη επιτρέψτε μου να είμαι
    και λίγο παλαβούτσικος.
    Ας είναι.
    Ελπίζω να μην με παρεξηγήσετε»

    «Τι θα πει τρόικα, δεν ξέρω…
    Ας πούμε ότι δεν ξέρω τι μου γίνεται, ενώ όλοι οι Έλληνες ξέρουν και παραξέρουν τι τους γίνεται γιατί είναι καλά ενημερωμένοι από την τηλεόραση…
    Και εσείς είστε μια καθώς πρέπει κυρία και όχι μόνο ξέρετε, ενημερώνετε και το κοινό μέσω της τηλεοράσεώς σας…
    Αυτά τα πράγματα δεν μου αρέσουν»

    «Δεν πρόκειται να βρω τα στραβά της ελληνικής κοινωνίας.
    Μην ξεχνάτε ότι με ΠΟΛΥ ΖΟΡΙ ΣΑΣ ΑΝΕΧΟΜΑΙ αυτή τη στιγμή
    και για λόγους ευγενείας δε σας έδιωξα.
    Ε… δε φτάνει αυτό;»

    «Γιατί θέλετε να τα ξέρετε όλα;
    Να μάθετε να μη ρωτάτε!
    Όλα αυτά τα έχω γράψει εδώ και 30 χρόνια και έρχεστε εσείς
    και δεν ξέρετε τίποτε!
    Ούτε ακούσατε, ούτε διαβάσατε!
    Εγώ είμαι συνεπής, εσείς δεν είστε ενήμερη!»

    «Δεν ξέρω αν τόσο εύκολα συγκινείστε.
    Αν πάλι όμως συγκινηθήκατε μπράβο σας.
    Ελπίζω να συγκινηθεί και ο αρχάγγελος του παραδείσου μαζί σας. Τόση πολλή συγκίνηση μου φαίνεται υπερβολική»

    «Κάποτε με θάψετε, μα ήμουν σπόρος».

    Το επίπεδο μεταξύ τους απέχει αιώνες. Είναι σαν να βάζεις τον MJ να παίζει με τον κουφό.

    «Όλα καυλά»!!!!
    Είπε και χαιρέτησε ο φοβερός στιχοπλόκος λόγιος.

    Το επίπεδο μεταξύ τους απέχει αιώνες.
    Αλήθεια δέν υπάρχει ένας άνθρωπος συμπαθών της δεξιάς σοσιαλδημοκρατίας με το 1/100 του μυαλού του Χριστιανόπουλου ανάμεσα στις μάζες του 31,53 % του συριζαικού ποσοστού να πάρει την θέση αυτής της γλάστρας;

    Θα ήταν μια ελάχιστη ένδειξη τιμιότητας απέναντι στις εκατοντάδες χιλιάδες των πραγματικών αριστερών ψηφοφόρων του που τους “πουλάει “συνέχεια.

    Όλος ο διάλογος κονιορτοποίησης στο video που συνοδεύει το post.

    YΓ: Σε σημερινό του δημοσίευμα το ανεπίσημο κανάλι του Σύριζα
    το TVXS του Κούλογλου με τίτλο:“Γιατί η Πόπη Τσαπανίδου αναστάτωσε το Μέγαρο Μαξίμου”
    στέκεται στην εκπέμπουσα εικόνα των εκπροσώπων των Κομμάτων και καθόλου στο περιεχόμενο και την καταρτισή τους… Αμερικανιές…

    image_pdf

    Η κάμαρα

    Ετούτη η κάμαρα άνοιγε μόνο μια φορά το χρόνο. Τις άλλες μέρες η πόρτα έμενε κλειστή κι εκείνη, έβλεπε μέσα τσου πεθαμένους όλους. Μόρτι σεντούτι, ιν τζίρο τάβολα.

    Ένα έπιπλο με ύφος εκκλησιαστικό έμοιαζε με στασίδι και οι πολυθρόνες , τέσσερις αυτές, καθότανε με τις βελούδινες ταπετσαρίες τους δεξιά και αριστερά από τσι φανέστρες παρέα με τσι κοντρίνες, που σωριαζότανε βαριές από το ταβάνι για κόντρα λούτσε. Χορό εκάνανε εδώ τα κρόσσια τα γυαλιστερά, που εκρεμότανε από παντού.

    Ο καναπές, οι πολυθρόνες, το τραπεζομάντηλο και οι κουρτίνες είχαν “κρεμάμενα” όπως τα έλεγε, η μιτσή στις άκρες τους μεταξωτά.

    Με γλώσσα, μύτη, δάχτυλα ποδιών μα φυσικά και των χεριών τα είχε κάνει από μικρή να κουνηθούνε πέρα δώδε, πάντα κάτω από “μπα μπα μπα, κοίταξε μάτια δεν τα εφέραμε όλα τούτα από το Τριέστε για να τα ξεκάμεις, μην είσαι ανάντελη, στα τζίτα, κάτσε καλή, σώνει με τσι γκιράντολες”.

    Το δωμάτιο άνοιγε πάντα τα Χριστούγεννα. Εκεί στόλιζαν και το κυπαρίσσι με μπάλες τσελέστε, που ήτανε ιλ κολόρο ντε ι μπεμεστάντι.

    Την είχε δει τη τζια Έλλη να το ανοίγει. Ένα πρωί, πριν τις γιορτές, φορώντας την άσπρη της μεταξωτή ποδιά έβγαζε το κατάλληλο κλειδί και λέγοντας “αβάντι και του χρόνου και πολλούς” έβαζε το μέταλλο στη κλειδαριά και άνοιγε τη πόρτα.

    Είχε τώρα τούτο το παιδί ντιρίτο αν εκαθότανε καλό να μπαίνει να ξαπλώνει στο δωμάτιο από μεσημέρι, την ώρα που ενεκρωνόντανε οι μεγάλοι! Έμπαινε μέσα, το λοιπόν , στη κάμαρα, τη σκοτεινή, όταν την καίγανε τα πόδια και ξάπλωνε στον καναπέ πλέκοντας τα χέρια της γύρω από το στέρνο.

    Τα μωβ λουλούδια κλείνανε τα μάτια της και το βελούδο άναβε το κορμί της. Οι δύο πλεξίδες των μαλλιών της χανότανε στο πλάι με τα φιογκάκια τους και τα παπούτσια πέφτανε στο πάτωμα. Το χέρι χάιδευε το ακριβό βελούδο ανάμεσα από τα δάχτυλα αθόρυβα μην την νομίσουν άτακτη.

    Εκεί η μοναξιά γινότανε χαρά. Βελούδο στο κορμί της και στα μπούτια το ακριβό ταξιδεμένο υλικό, φερμένο από μακριά πράγμα, ανεκτίμητης αξίας, γινότανε το μυστικό της.

    Κανείς δεν ήξερε πως αγκαλιά με το βιβλίο της, κλειστό γιατί ήταν όλα σκοτεινά, χάιδευε η ίδια το μυαλό της με δάχτυλα βελούδινα!

    image_pdf

    2023: Χάσαμε το μικρό Νικολά. Στοπ.

    Αφού πολυχρονίσουμε τους φίλους αναγνώστες και όλους, μα όλους, τους συναδέλφους  της συντακτικής ομάδας, δηλώνουμε ότι η καθημερινότητα συνεχίζεται και θα σχολιάζουμε μέχρι δακρύων όλα τα στραβά που γίνονται. Ζωή νά ‘χουμε, κάθε μέρα γίνονται ένα σωρό και η πολυαγαπημένη μας δημοτική αρχή κάνει ότι μπορεί για να μη μένουμε άπραγοι.

    Ας πούμε όμως λίγες κουβέντες για να κλείσουμε το 2022 και νά ‘μαστε απερίσπαστοι για το 2023.

    Γίνηκε ό,τι γίνηκε στο δημοτικό συμβούλιο και ξαφνικά καταλάβαμε ότι δεν ακούσαμε το μικρό Νικολά ούτε να αγορεύει, ούτε να χτυπιέται ζητώντας έλεος που τον πρήξανε ενώ είναι ο τέλειος και ούτε να ζητάει συλλήψεις δημοτών. Τίποτα απολύτως. Ξενέρωτα πράγματα δηλαδή.

    Βέβαια η εξήγηση είναι απλή. Εντολή της τζίας ήταν να μη μιλήσει κανένας για να μην της χαλάσει το… ηγετικό ίματζ. Γι’ αυτό και ο εμπορίου δεν μίλησε καθόλου, παρ’ όλο που ο Χρυσόστομος τον έκανε με τα κρεμμυδάκια.

    Όσο για την άλλη, του συνδυασμού του Τζόννυ που φώναζε να πάει η παράταση μέχρι τις 2 και δυόμισι, τι να πούμε; Ούτε μπαράκι νά ‘χε δεν θα την έκοφτε τόσο.

    Τελοσπάντων, εμείς μετά τις γιορτές περιμένουμε το μικρό Νικόλα με πολλή χριστιανική αγάπη για να δούμε τι θα υπογράψει αυτή τη φορά με τη τζία Μερόπη. Έχουν ξεχεριαστεί να υπογράφουν μια και ποτέ δεν θα δουν κάτι από αυτά τελειωμένο.

    Μοιράζουν βέβαια αναθέσεις αβέρτα αλλά ήλθε και το Συμβούλιο Επικρατείας να τους βάλει άγρια χέρι. Για να δούμε τώρα με τι μούτρα θα βγουν στην πιάτσα με ένα μαό παρανομίες.

    Με μεγάλη μας λύπη πάντως δεν είχαμε φέτος τη δυνατότητα να θαυμάσουμε τη δήμαρχό μας να λανσάρει κάποιο φόρεμα εκθαμβωτικό ή υπερμοντέρνο σύνολο στο χώρο του δημοτικού μεγάρου. Έκανε πάντως, όπως λένε,  τη βόλτα της στα εορτάζοντα μπαράκια και βράδυ παραμονής Πρωτοχρονιάς κελαηδούσε μπροστά από το Σαντζιάκομο.  Πολλά από αυτά  τίμησαν δεόντως την παράταση του ωραρίου δίνοντας και… αυτοβούλως μια ακόμα παράταση κανένα δίωρο με ντεσιμπέλ που δεν είχαν σχέση με τα ογδόντα. Έτσι για να δείξουν ποιοι κάνουν κουμάντο στην πόλη. Μη νομίσουν μερικοί ότι κάνει κουμάντο η Μερόπη και η ακολουθία της (συμπεριλαμβάνεται και ο Ρισελιέ στην ευγενή αυτή ακολουθία).

    Τελοσπάντων, καλή χρονιά και ο Άγιος να μας φυλάει από αυτή τη δημοτική αρχή (και από την περιφερειακή βέβαια).

    image_pdf

    Μια παρεξηγημένη διακοσμητική πινελιά

    Ως φοιτήτρια στο ΑΠΘ η Εύα είχε θητεύσει δίπλα στον περίφημο Σαλονικιό καθηγηταρά Σπύρο Βούγια* που οι φήμες λένε πώς τον γοήτευσε κι άνευ ανταλλαγμάτων ούτος την επέρναγε κάθε έτος στο ντούκου (αβλεπί) που λέμε και στο ευγενές άθλημα της πόκας. Όλα τα μαθήματα αέρα.

    Εκεί διδάχτηκε από τον εθελοντή Πυγμαλίωνά της το επιτηδευμένο κιτς του Κουνς, καθώς και το οργανωμένο χάος του Cluttercore, την πασίγνωστη αντίθετη τάση του μινιμαλισμού που ο πυρήνας της έχει να κάνει με τη συλλογή αντικειμένων που έχουν κάποια συναισθηματική ή νοσταλγική αξία για τους ιδιοκτήτες τους και τη διακόσμηση του προσωπικού χώρου με αυτά.

    Αυτός ήταν και ο λόγος που τα ευτελέστατα εκατόευρα σκόρπισαν στο φτωχικό διαμερισματάκι σφραγίζοντας με ένα προχωρημένο τρυφερό concept τον χώρο που μεγάλωνε το παιδάκι τους.

    Επιπλέον, ο Τζορτζέτος, που ήταν ο κουβαλητής της οικογένειας, απόθετε το φτωχό του βαλάντιο κατά τέτοιο τρόπο που να θυμίζει τα λοφάκια νομισμάτων και κοσμημάτων που υπάρχουν στο θησαυροφυλάκιο του Σκρούτζ Μάκ Ντάκ. Το να πέφτει βουτιά στους σωρούς του Μαμωνά ήταν παιδικό απωθημένο από τις εικόνες των καταδύσεων της πλούσιας πάπιας.
    Αυτή είναι η υπερασπιστική γραμμή της νεράιδας και του παλληκαριού, για λόγους αισθητικής κύρια κι ενός αθώου παιδικού όνειρου ταυτισμένου με τις παιδαγωγικές εικόνες του δημιουργήματος του Γουώλτ Ντίσνεϋ.

    Η σακούλα με τα χιλιάρικα που κουβάλαγε ο μπαμπάς ήτανε για τα ψώνια ημέρας στο μπακάλικο της γειτονιάς που ανήκει σε λαθροεισβολείς μάνατζερς από το Βελγικό Κογκό που δέχονται μόνο μετρητά (που ξέρουν αυτοί οι καθυστερημένοι αραπάδες από κάρτες και POS).
    Αναμένουμε συντομότατα το παιδάκι τους που μεγαλώνει μες στην ορφάνια και την ανέχεια να απολαύσει σύντομα την οικογενειακή θαλπωρή των πανέμορφων γονέων του.

    Σ.Σ “Π”:
    Ο Σπύρος Βούγιας υπήρξε υποψήφιος Δήμαρχος με τον Συνασπισμό το 1998 μετά πήρε μεταγραφή στο ΠΑΣΟΚ. Μεταξύ 2001 και 2002 διετέλεσε Υφυπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών. Τον Οκτώβριο του 2009 τοποθετήθηκε Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη στην Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2010 έως και τον Ιούνιο του 2011 ήταν Υφυπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.

    Αναλυτικά η παρουσία της σχέσης μέντορα-Πυγμαλίωνα με την φοιτήτρια Ευανθία από τον Μικροπολιτικό στα ¨Νέα” του Λαμπράκη, εδώ

    image_pdf

    Συνεδρίαση παρωδία και ανακοίνωση μποστάνι

    Ησυχία ήτανε στη συνεδρίαση του ένδοξου δημοτικού μας συμβουλίου τρία μερόνυχτα πριν τα Χριστούγεννα.

    Θυμηθείτε την άλλη φορά που οι ιδιοκτήτες μπαρ είχαν φέρει το προσωπικό που είχε ρεπώ  για να διαμαρτυρηθεί ότι δήθεν θά ’μενε άνεργο (έτσι τους έλεγαν).

    Το τι έγινε όλο το καλοκαίρι δείχνει ότι πουλούσαν φύκια για μεταξωτές κορδέλες και το μόνο που θέλουν είναι να είναι ασύδοτοι.

    Όποια ώρα θέλουν να βάζουν μουσική σε όποια ένταση θέλουν.

    Να βάζουν όσα τραπέζια θέλουν και να πληρώνουν για όσα θέλουν.

    Για να μην παρεξηγούμαστε πάντως, δεν είναι όλα τα μπαρ έτσι.

    Είναι όμως μια σημαντική μερίδα η οποία στο όνομα του κέρδους και των διασυνδέσεων αποδιοργανώνει την παλιά πόλη.

    Την καλύτερη ατάκα την έριξε ο γιατρός που ξεκινώντας λέει:

    «Δεν βλέπω πολλούς ιδιοκτήτες μπαρ και έχει ησυχία, που σημαίνει ότι έχουν την απόφαση υπέρ τους στο τσεπάκι» και είχε απόλυτο δίκιο.

    Βγήκε  ένας σοβαροφανής μουσάτος να δικαιολογήσει τη ψήφο αυτών που έχουν μείνει πιστοί στον  Τζόννυ Φόν Τρεπέκλα   και τα είπε πολύ καλά.

    Αν βέβαια άκουγε τι έλεγε θα είχε παραιτηθεί από σύμβουλος και θα μετακόμιζε σε κάνενα βουνό.

    Φοβερός ήταν.

    Με κάτι τέτοια πήγε κατά διαόλου η ομάδα του Τζόννυ του βαρώνου.

    Από την ομάδα του η μόνη που είχε κότσια ήταν η Φανή Τσινπούλ  και πολύ μπράβο της και βέβαια ο μίστερ  Ζάν -Αντρέ  Ρίγγας  που ανεξαρτοποιήθηκε παλαιότερα.

    Οι λεβέντες του Ξεκινήματος προτίμησαν να φύγουν και δεν είχαν και άδικο αφού η συνεδρίαση ήταν παρωδία-κοροϊδία.

    Το ίδιο και οι Καλουδοταλιμπάν.

    Έμεινε ο γιατρός για να τα πει έξω από τα δόντια και από οθόνης ο Χρύσανθος ο οποίος ξεφτέλισε με το γάντι το δημοτικό συμβούλιο.

    Ούτε φώναξε ούτε έβρισε αλλά στο χαλαρό τους πέρασε από την τρύπα του βελονιού.

    Τα κουμούνια ήταν αντίθετα με τη δημαρχίνα και συνεπή και αυτά με όσα έλεγαν από το καλοκαίρι.

    Το φοβερό κάδρο ήταν όταν μιλαγε το Μεροπάκι και έλεγε ότι έλεγε (μη φανταστείτε τίποτα σοβαρό).

    Οι κυρίες της ομάδας της ατένιζαν το πολιτικό τους μέλλον και προφανώς το εύρισκαν μαύρο και άραχλο. Ένας είχε τεντωθεί και αποκοιμηθεί και όλοι οι ρέστοι έκαναν chat στα κινητά. Σου λέει αφού θα τα πει ο… εγκέφαλος της ομάδας δεν χρειάζεται να παρακολουθούμε και να σκεφτόμαστε. Θα μας στείλει μήνυμα όταν θα ψηφίζουμε. Στρατιώτες τους έχει η Μερόπη και αυτή λοχίας, ναι μα τον Άγιο!

    Όσο για το Ζωρζ μας ψιλοεξέπληξε. Πολιτικά το περιμέναμε αλλά προσωπικά όχι. Θα… πιέστηκε φαίνεται ο άνθρωπος. Έρχονται και εκλογές όπου νά ‘ναι και να μην κακοφανιστεί με τα μπαρ (των οποίων απ’ ό,τι ξέρουμε δεν είναι καν θαμώνας).

    Όσο για το Σπύρο μας, τι να πούμε. Νέα περίοδος αρραβώνων ανέτειλε όπως φαίνεται. Έφερε μια ψιλοαντίρηση για το ονόρε και μετά ψήφισε ότι έλεγε το Μεροπάκι (μεγάλη η χάρη του), μη κακοφανιστεί και αυτός με τα μπαρ.

    Το Μεροπάκι όμως δεν κάθησε στα αυγά του. Αφού είχε σαλαμοποιήσει το δημοτικό συμβούλιο και πήρε τριάντα ψήφους, που ήταν ήδη σίγουρη για αυτό και λύσσαξε να γίνει συνεδρίαση, έβγαλε και ανακοίνωση σκέτο περιβόλι. Εκεί όποιος ξέρει τι έγινε βλέπει το μίσος που βγάζει η «Δήμαρχος της Εστίασης» εναντίον των κατοίκων.

    Λέει η Δήμαρχος της Εστίασης ότι «Η συνεργασία, η συνεννόηση και η λογική εκφράστηκαν έμπρακτα με τη χθεσινή απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου». Λέει και προκαλεί μπόλικο γέλιο ότι «Όποιο κατάστημα δεν τηρεί το ωράριο θα ανακαλείται η άδεια του σύμφωνα με το νόμο». Γελάσαμε και πολύ μάλιστα αλλά και μας εκνεύρισε που μας κοροϊδεύει ανερυθρίαστα. Θα μου πείτε πρώτη της είναι;

    Είπε και πολλά άλλα που θα τα βρείτε αναρτημένα στις τοπικές ειδησεογραφικές σελίδες και θα διαπιστώσετε χωρίς έκπληξη ότι η αχρηστότερη δημοτική αρχή όλων των εποχών μας κογιονάρει χωρίς να ντρέπεται έτσι λίγο για το γαμώτο.

    Το τσόκολο είναι η μόνη λύση αλλά έχουμε ακόμα αρκετούς μήνες που θα τη φάμε και θα τους φάμε στη μάπα. Στο μεταξύ θα αποδιαλύσουν ότι έμεινε όρθιο και είμαστε περίεργοι για το διάδοχο της Μεροπίτσας – όποιος και νάναι- που θα παραλάβει ερείπια να καπνίζουν και ένα Δήμο που θα έχει ως τότε ιδιωτικοποιήσει μέχρι και τις τουαλέτες του Σαντζιάκομο.

    image_pdf

    Κάτω τα χέρια από τον Στέφανο

    Συνελήφθη από αντίχριστους ο Στέφανος Χίος μετά από καυγά στο Γύθειο Λακωνίας παραμονάδες πρωτοχρονιάς

    Σύμφωνα με πληροφορίες, ο συγγραφεύς των πύρινων Ιερεμιάδων του Έθνους αυτός ο σύγχρονος σταυροφόρος των ιδανικών ελληνορθοδοξίας ενώ βρισκόταν σε καφετέρια της περιοχής την Παραμονή Χριστουγέννων, έπεσε θύμα λεκτικής επίθεσης από κατώτερο όν μία γυνή αγνώστων λοιπών στοιχείων.

    Οι δύο τους διαφώνησαν έντονα και η γυναίκα στη συνέχεια υπέβαλε μήνυση κατά του Στέφανου Χίου για εξύβριση και ένοπλη απειλή.

    Οι αρχές τον αναζήτησαν και τον εντόπισαν στη λεβεντογέννα Μάνη γνωστή από το αριστούργημα ” Η γή της ελιάς”.

    Κατά τη σύλληψή του στο πλαίσιο του αυτοφώρου, οι αστυνομικοί εντόπισαν πάνω του ένα όπλο, το οποίο δικαίως κατείχε αλλά είχε ξεχάσει να το δηλώσει…

    Σχηματίστηκε δικογραφία σε βάρος του για εξύβριση, απειλή και παράνομη οπλοκατοχή κι αφέθηκε καθαρός στην κοινωνία .

    Ο φίλος Γιάννης Ανδρουλιδάκης καυτηρίασε με την πλούσια σε γνώση φαρέτρα του τους καταπιεστές

    Το Χίο τον συλλάβανε
    Μια Νύχτα με φεγγάρι
    Κι ας ήτανε καλό παιδί
    Τον είχαν για τομάρι.
    Από την μία ή Καϊλή
    Από την άλλη ο Χίος
    Είναι πολύ σκληρή η ζωή
    Επέθανε κι ο θείος.
    (Το τελευταίο είναι fake αλλά δεν μού ‘βγαινε η στροφή)

    Ενώνω τη φωνή μου με αυτούς που βλέπω να γράφουν ότι η σύλληψη του Στέφανου Χίου αποτελεί -ανεξάρτητα από ιδεολογικές απόψεις- χτύπημα στην ελευθερία του Τύπου.
    Πιστεύω ακράδαντα ότι ο μπαμπάς του θα έπρεπε να είχε τραβηχτεί την κρίσιμη ώρα ή να φορούσε προφυλακτικό.
    Η σύλληψη θα είχε αποφευχθεί και θα είχαμε γλιτώσει και από όσους μπερδεύουν την ελευθερία του Τύπου με τα αλογοκούραδα.

    image_pdf

    Το στοιχειωμένο αρχοντικό

    Ο χειμώνας είχε σκεπάσει για τα καλά το χωριό. Φώλιαζε στα κεραμίδια, στις κόχες,στις ρεματιές και στα κοντράκια. Έσπερνε πάχνη παγερή στα πεδινά, που τύλιγε σαν διάφανη μεμβράνη τα σιδερόχορτα και τα άγουρα τριφύλλια.

    Δεκέμβρης πια. Ο αιώνιος γέροντας των παραμυθιών, ο ασπρογένης πατέρας όλων των μηνών, ο φορτωμένος φρύγανα και ξύλα, που τα βαριά του ρούχα μύριζαν υγρό χώμα και μανιτάρια του βουνού.

    Οι χωριανοί τυλίγονταν σφιχτά στα τσόχινα πανωφόρια τους και οι μανάδες σκέπαζαν το βράδυ τα παιδιά τους με μάλλινες κουβέρτες, που μύριζαν ναφθαλίνη και λεβάντα, από τα κοκάρια που τις είχαν φυλαμένες σε κομούς και ντιβανοκασέλες.

    Τα σπίτια μάταια προσπαθούσαν να κρατήσουν ζέστη. Οι νοικοκυρές απελπισμένες, τάιζαν το τζάκι ελιά ξερή και κυπαρίσσι, μα το στοιχειό εκείνο τις κορόιδευε, βγάζοντας γλώσσα,σαν λόγχη παγερή.

    Μέσα σε όλα ετούτα που είχανε οι χωριανοί να αντιπαλέψουν, υπήρχε κάτι που σαν σκιά απλωνόταν και  στρογγυλοκαθόταν πάνω από το βουνό, κάτι μυστήριο και ακαθόριστο, που πλάκωνε τις ψυχές των ανθρώπων, κι εκείνοι σαν παραδομένοι ή σχεδόν υπνωτισμένοι από την απόκοσμη δύναμη, πάλευαν με όσα καθημερινά είχανε να καταπιαστούν.

    Οι πιο παλιοί γνωρίζανε. Οι αφηγήσεις έβγαιναν δειλά δειλά από τις χαραμάδες, τραβώντας από το χέρι και τη λίγη ζέστα που με  κόπο είχε απλωθεί σε χαμηλοτάβανες κουζίνες και κατώγια.

    Οι νύχτες ντύνονταν νύφες του κακού, με φτερά γερακιού και όστρακο χελώνας. Το φόρεμα τους δεν ήταν κεντημένο με άστρα λαμπερά, μα με του σύννεφου την σκοτεινή ομίχλη ύφαιναν τα προικιά τους.

    Ακόμα και οι νεράιδες εκείνες που μας λέγανε οι γριές πως τάχα μου στ’ αληθινά ζούσανε στις γράβες του βουνού και πλένονταν σε κρυστάλλινες πηγές, ακόμα κι αυτές, με τον ερχομό του Δεκέμβρη, έμεναν κρυμμένες στις πιο μακρινές πλαγιές, να μην έχουνε κακά συναπαντήματα.

    Στην άλλη άκρη του χωριού, έστεκε κουφάρι επιβλητικό, μα τσακισμένο από το χρόνο και την εγκατάλειψη, το αρχοντικό του Μπουζαβιέρη. Οι θρύλοι και το μυστήριο έσφιγγαν τη φήμη των αρχόντων, όπως έσφιγγε σαν μέγγενη το πέτρινο σώμα του σπιτιού, ο τεράστιος κισσός,που η ρίζα του τρυπούσε με ορμή το χώμα.

    Κάποτε το αρχοντικό γνώρισε μέρες λαμπερές και δοξασμένες.

    Χοροί και γλέντια με μουσικές, με όλα τα σπάνια  εδέσματα, με πολυελαίους αναμμένους, μαρμάρινα πατώματα  και τοίχους με ζωγραφιές αγγέλων, κυρίες με ομπρελίνα και φορέματα από μετάξι,οργαντίνα και φίνο λινό το καλοκαίρι, άντρες με κολαρίνα και μπαστούνι με φινίρισμα από όνυχα και φίλντισι.

    Οι κήποι του ήτανε ξακουσμένοι για την ομορφιά και τα αμέτρητα λουλούδια που στόλιζαν ζαρντινιέρες και παρτέρια.

    Οι καλύτεροι κηπουροί φρόντιζαν τα δέντρα που δίνανε τα πιο ζουμερά φρούτα, που τα παίρνανε οι μαγείρισσες και φτιάχνανε επιδόρπια, μαρμελάδες και πουτίγκες.

    Όμως τα χρόνια που πέρασαν, σκόρπισαν σκόνη, θανατικό και έρεβος, κάνοντας το μεγαλείο του αρχοντικού και τις φωτεινές μέρες, αλλοτινή ανάμνηση, που ολοένα και ξεθώριαζε.

    Οι χωριανοί ήταν σίγουροι πως εκεί μέσα κατοικούσαν πνεύματα κακά, και πώς αυτά ήταν η αιτία για τις ζοφερές μέρες που περνούσαν. Πίστευαν πώς ο άρχοντας ξυπνά τις νύχτες και τριγυρνά στην ερημιά του αρχοντικού. Κάποιοι μάλιστα λέγανε πώς κάποτε ήτανε άνθρωπος καλός και δίκαιος, μα ο ξαφνικός χαμός της κόρης του τον γέμισε σκοτάδι και τρέλα ανατριχιαστική.

    Από τότε και μέχρι τον δικό του θάνατο, έγινε σκληρός με τους εργάτες που είχε στη δούλεψη του. Ξεσπούσε άδικα ακόμα και σε παιδιά μικρά που πηγαίνανε στο αρχοντικό για μικροθελήματα, με αντάλλαγμα λίγο αλεύρι ή βούτυρο που κάνανε οι μαγείρισσες.

    Κανένας δεν τολμούσε να περάσει βράδυ έξω από το αρχοντικό και ακόμα και στα πειράγματα των νέων του χωριού, άμα κάποιος προκαλούσε τον άλλονε να μπει νύχτα στο αρχοντικό, έπεφτε σιωπή και ποτέ κανένας δεν δέχτηκε τέτοια παλαβομάρα.

    Κάλιο το’ χε να υπομείνει το κάζο, παρά να

    αποδείξει την τόλμη του με τέτοιο τρόπο.

    Όμως οι μέρες του Δεκέμβρη, και όσο προχωρούσε το σαρανταήμερο, κάνανε τη φαντασία των χωριανών να τρέχει ξέφρενη και να λυσσομανά αλλοπαρμένη. Η αρχοντοπούλα, πνίγηκε λένε παραμονές Χριστουγέννων. Βρήκανε το άψυχο κορμί της κάτου στη Λαόπετρα. Το ξέβρασε η παγωμένη θάλασσα ύστερα από μέρες που την ψάχνανε. Το κορμί του κοριτσιού ήτανε κάτασπρο σαν κύκνος. Δεν έμοιαζε με λείψανο, μα με την ωραία κοιμωμένη του παραμυθιού. Ο άρχοντας στην αρχή κατέρρευσε. Ύστερα το βλέμμα του κυριεύτηκε από βαθύ σκοτάδι. Έδωκε εντολή σε όλους τους εργάτες του να ανοίξουνε στον κήπο του πηγάδια. Τι θα τα κάμεις άρχοντα μου τόσα πηγάδια, τόνε ρώτησε κάποτε ο Νικάκης, ένα παλικαράκι είκοσι χρονώ.

    Θα στέλνω παρέα να’χει η αρχοντοπούλα μου στον Κάτω Κόσμο, να μη μου φοβηθεί.

    Αν είδες εσύ ξανά το Νικάκη, άλλο τόσο τον είδε κι η μάνα του. Άκουσα ένα βράδυ τη Βγαίνω, να λέει ψιθυριστά στη γιαγιά μου.

    Για όσα κακά συνέβαιναν στο χωριό, κατηγορούσανε τον άρχοντα, κι όταν εκείνος πήγε να βρει τη θυγατέρα του, σακατεμένος και αγνώριστος από τον θρήνο και την τρέλα, κατηγορούσανε το πνεύμα του, που είχε φέρει όλα τα κακά στοιχειά από τον άλλο κόσμο.

    Όσο πλησιάζανε τα Χριστούγεννα, τόσο περισσότερο τρέμανε οι χωριανοί μην αγριέψει το φάντασμα και βγει όξω από τ’ αρχοντικό και τσου κάμει όλους πέτρα.

    Ένα βράδυ, κοντά στ’ Αγιού τη μέρα, εμαζευτήκανε οι άντρες του χωριού να βγάλουνε απόφαση τι θα γένει με τούτο το πράμα που τσου βρηκε και τόσα χρόνια υποφέρουνε και ησυχία δε βρίσκουνε.

    “Δε γένεται ούτε στην εκκλησιά καλά καλά να μη μπορούμε να πάμε. Άλλα χωριά ετοιμάζονται χρονιάρες μέρες κι εμείς να  σκιαομάστενε να ξεμυτίσουμε από τα σπίτια μας. Έχουμε παιδιά μιτσά, που περιμένουνε δέντρο και γλυκά και κάνα παπούτσι από τη χώρα. Μπορούμε να καθομάστενε ντρουμωμένοι μέσα, μην πάει και του’ ρθει να πάρει εγδίκηση που επέθανε η κοπέλα του ύστερα από τόσα χρόνια;”

    “Κι εμείς τι εφταίαμε. Ποιός ξέρει τι την έβρηκε και πήγε χειμώνα καιρό στη θάλασσα και τηνε πήρε το κύμα;”

    “Σαν να μου κάεται που την είχανε τη βουρλισιά οικογενειακή τους. Κι η μάνα της όλο με μίας επέθανε, που ήτανε σαν το καλό του Θεού. Πώς είχε την καρδιά της, εβγάλανε ύστερα. Και ποιός ξέρει τι γενόντανε εκεί μέσα; Μην την έσκασε του λόου και επήρε στο λαιμό του ύστερα και τη μιτσήνε την αρχοντοπούλα.”

    “Και ύστερα με τα πηγάδια ωρές παιδιά τι γένεται; Οι γριές ξέρουνε και μόνο στα κρουφά τα λένε. Έπνιγε κόσμονε εκεί μέσα αυτός, να μου το θυμηθείτε.

    Αν έχει κάποιος άντερα να πάει να κατεβεί εκεί κάτου με σκοινιά, μισό χωριό κόκκαλα θα βρει.”

    “Και τι να κάουμε παναπεί; Να τα βάλουμε με τσου μομόλους θέλεις; Δε γκαθεσαι ήσυχος που’ ναι κι η γυναίκα σου ετοιμόγεννη;”

    “Ετούτο δω το πράμα δεν ημπορεί να συνεχιστεί. Κάτι να κάουμε. Να διώξουμε το πνεύμα του από κει μέσα μια και καλή.”

    “Και τι λέτε να γένει;”

    “Εκεί μέσα αυτός το ξέρει για σπίτι του, γι’ αυτό εγύρισε. Άμα γκρεμίσουμε το σπίτι του, θα σκορπίσει και θα εξαφανιστεί.”

    “Μωρέ τι λες αυτού. Θα χολευτεί χειρότερα και θα φέρει όλα τα κακά του βουνού να μας ερημαξουνε. Ή μήπως δεν ηξερεις τι γένεται τόσες μέρες απάνου στο βουνό. Άμα νομίζεις που αυτά που ακούονται είναι βροντές, γύρισε πλευρό άχαρε, τι δεν το βάνει ο νους σου, τι σουβλάνους και σκιές έχει κουβαλήσει αυτός.”

    Με τα πολλά το πήρανε απόφαση.

    “Θα του γκρεμίσουμε το σπίτι, είπανε και στου Θεού το χέρι.”

    Ο κύριος Φιλήμονας, δάσκαλος στο επάγγελμα, συνταξιούχος όμως από χρόνια, άκουγε τους χωριανούς του, καθισμένος στη γωνιά του. Παρέμεινε για ώρα σιωπηλός και μόνο όταν άκουσε ότι ήθελαν να γκρεμίσουνε το αρχοντικό τους είπε ήρεμα και σταθερά.

    “Ποια είναι τα κακά που σας έχουν βρει και πιστεύετε ότι φταίει το φάντασμα του άρχοντα; Και τώρα θέλετε να γκρεμίσετε ένα τόσο όμορφο σπίτι;

    Να φροντίσουμε όλοι να φτιαχτεί πρέπει, όχι να το γκρεμίσουμε.”

    “Είσαι με τα σωστά σου κυρ δάσκαλε, του φώναξαν. Τόσο καιρό σοδειά δεν έχουμε, του Κωσταντή του ψόφησε ο γάιδαρος κι από το βουνό κατεβαίνουνε κοπάδι οι αλεπούδες και μας ερημαξανε τα ζα μας. Ποιός νομίζεις ότι μαζώνει τόσες αλεπούδες στο βουνό. Αυτός τσι φέρνει και σε λίγο μη μας φέρει και κάνα τσάκαλη, να μου το θυμηθείς. Εσύ έχεις μια χαρά τη σύνταξη σου και βάνεις ένα κομμάτι ψωμί στο τραπέζι σου, εμάς μας ερωτάς αν έχουμε μισή ελιά να φάμε;”

    Ο κύριος Φιλήμονας, δεν προσπάθησε άλλο να τους μεταπείσει.

    Έβαλε το παλτό του, σήκωσε το γιακά του και χάθηκε σιωπηλά μέσα στην περίεργη εκείνη νύχτα.

    Εξημέρωσε ο Θεός τη μέρα και το χωριό ήτανε από την αυγή στο ποδάρι.

    Με σφυριά, βαριοπούλες και καδρόνια, με ότι είχε ο καθένας, βάλθηκαν να βάλουν το σχέδιο σωτηρίας σε εφαρμογή.

    Έλα όμως που κανένας δεν έπαιρνε την απόφαση να διαβεί το βαρύ σιδερένιο πορτόνι του αρχοντικού.

    Γκρέμισμα από μακριά δε μπορούσε να γίνει.

    “Να βάλουμε φουρνέλο”, είπανε κάποιοι τολμηροί. Εγινηκε λίγο φασαρία αναμεταξύ τους, αρπαχτήκανε κάποια στιγμή, αλλά ύστερα από λίγο επικράτησε η λογική του παραλογισμού τους.

    “Θα μπούμε μέσα όλοι μαζί και θα γκρεμίζουμε ότι βρίσκουμε μπροστά μας. Εξάλλου τώρα είναι μέρα. Δε μπορεί να μας εκάμει τίποτα.”

    Έτσι κι έγινε.

    Βαρούσανε σφυριές στα έπιπλα, έσκιζαν τους ζωγραφισμένους τοίχους, πριόνιζαν τις σκαλιστές πόρτες, έσπαγαν τους κρυστάλλινους πολυελαίους, κομμάτιαζαν τα περίτεχνα μαρμάρινα τζάκια.

    Σε μια στιγμή το πλήθος σταμάτησε.

    Κάθισε ο κουρνιαχτός και μια κλεφτή ηλιαχτίδα φώτισε το πορτραίτο της αρχοντοπούλας που ήταν πεσμένο στο πάτωμα της μεγάλης σάλας.

    Πάνω από τον πίνακα στεκόταν ασάλευτος ο Πέτρος τση Βανθίας. Βαριανάσαινε αποκαμωμένος, κρατώντας ένα σφυρί στο χέρι. Από το μέτωπο του έσταξε μια σταγόνα ιδρώτα και έπεσε πάνω στον πίνακα. Κύλησε αργά αργά πάνω στο κατάλευκο μάγουλο της αρχοντοπούλας. Στράγγιξε στην άκρη των χειλιών της και ύστερα χάθηκε. Ένα μικρό δάκρυ,σαν πέρλα από τα κοράλλια του βυθού. Του βυθού που κάποτε την πήρε.

    “Δείτε την.Για αυτό δεν άντεξε ο άρχοντας.”

    “Εγώ δεν μπορώ να διαλύσω αυτή την ομορφιά”, είπε ο Πέτρος. Δε μου βαστάει.

    Και δίνει μια κι αφήνει κάτου το σφυρί.

    Έπιασε ύστερα τον πίνακα με το πορτραίτο της αρχοντοπούλας και τόνε κρέμασε, με ευλάβεια,σαν κρατούσε εικόνισμα της Παναγίας.

    “Αυτό είναι το σπίτι σου κυρά μου”, είπε στο κάδρο.

    “Μείνε εδώ και ξεκουράσου. Και όποιος σου καμε το κακό που σ’ έβρηκε να μην τόνε έβρει ο χρόνος.”

    Στο χρόνο απάνου,εμάθανε στο χωριό για ένα γέροντα που επαίθανε ξαφνικά. Φίλος τ’ αρχόντου ήτανε.

    Άνθρωπος επιφανής.

    Υπεράνω πάσης υποψίας, θα λέγαμε σήμερα.

    Το αρχοντικό ακόμα πασχίζει να ανασάνει από τον τεράστιο κισσό, που σφίγγει όση πέτρα ακόμη αντιστέκεται.

    Μια παράξενη ηρεμία επικρατεί εκεί μέσα εδώ και χρόνια.

    Τα δέντρα κάρπισαν και πάλι, στο βουνό φύτρωσαν ασφάκες και τριφύλλια, και στον τρύγο εκάμανε όλοι το πιο γλυκό κρασί.

    Τώρα που κοντεύει Παραμονή Χριστουγέννων, τα παιδιά θα βγούνε ξανά να πουν τα κάλαντα και τα σπίτια να μοσχομυρίσουνε γαρύφαλλο και κανέλλα.

    Ίσως να κάμουνε και πάλι μια γιορτή.

    Μέσα στο μισογκρεμισμένο αρχοντικό, στην σκοτεινή σάλα, βρίσκεται ακόμα κρεμασμένο το πορτραίτο της αρχοντοπούλας, με το ολόλευκο δέρμα, με το αχνό χαμόγελο και έτσι όπως πέφτει πάνω στον πίνακα το φώς του φεγγαριού, μια σκιά στα μαλλιά της απλώνεται.

    Σαν χέρι, σαν χάδι τρυφερό, σαν ψίθυρος αγάπης, σαν παράπονο πρόωρου αποχωρισμού, σαν λυγμός αγιάτρευτου πόνου.

     

    Χρόνια Πολλά!

    image_pdf

    Και εγένετο φως

    0

    Ο Pervers Pepere είναι μία από τις πολλές προσωπικότητες που ανέπτυξε ο μέγιστος Γάλλος σχεδιαστής Marcel Gotlib (Gai-Luron, Coccinelle, Professeur Burp, Commisaire Charolles, Superdupont, Ηamster Jovial κ.α.).

    Ο διεστραμμένος παπούλης -όπως αποδίδεται στα ελληνικά- είναι ένας αισχρότατος γεροντάκος επιδειξίας, που προκαλεί με ανελέητες φάρσες τα ήθη, τα έθιμα, τις παραδόσεις, τη δημόσια αιδώ και την επιβεβλημένη διά πυρός και σιδήρου τάξη πραγμάτων.

    Όσοι με γνωρίζουν προσωπικά θα διαπιστώσουν ότι φατσικά μου μοιάζει. Έχει την ίδια μυτόνγκα, παρόμοια μοχθηρά μάτια και φιλοσοφικά  δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο.

    Εδώ, σε τέσσερα στριπάκια παίρνει τον ρόλο ενός εκ των χιλιάδων δημιουργών του σύμπαντος που προϋπήρχαν του δικού μας μοναδικού γνήσιου Ιουδαίου Γιαχβέ που η αυθεντικότητα και πανοπτικότητά του απεδείχθησαν διά των Γραφών από σύγχρονούς του δημοσιογράφους και ρεπόρτερς που σε ζωντανή μετάδοση συνέταξαν την παλαιά και την καινή διαθήκη.

    Εξ άλλου ο Γιαχβέ ποτέ δεν φορούσε σαγιονάρες, ούτε έτρεχε μύξες η μύτη του, ούτε ποτέ χρειάστηκε να σνιφάρει για να ξελαμπικάρει κατά το εφταήμερο της δημιουργίας αυτός ούτος ο ποιητής ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων.

    Ο Γκοτλίμπ με τον αοιδό Μαξίμ Λε φορεστιέ εμπνεύστηκαν μάλλον την ιστορία από τον προκολομβιανό πλάστη Τσιμινίγκουα που μασούσε φύλλα κόκας όπως πίστευαν οι αφελείς ιθαγενείς μέχρι να έρθει ο πολιτισμός του Χριστούλη να “τσου στρώση να τσου κάμη αθρώπους” όπως λένε οι Καμπιελώται.

    ΥΓ

    Τέλος εύχομαι η γέννεσις του θείου βρέφους να σας εύρη υγιείς, αρτιμελείς, μετανοούντες, εξαγνισμένους από πάσαν αναρχοκομμουνιστικήν επιροήν μετά την πολυπόθητον πέψιν και ακολουθίαν πολλαπλών αφοδεύσεων των χθεσινών εδεσμάτων τα οποία ηγοράσθησαν εκ των πενιχρών επιδομάτων της εθνοσωτηρίου ημών κυβερνήσεων κατ’εντολήν του Μεγάλου Ελεήμονος…

    image_pdf

    ΕΑΜικά Μιθρούγεννα

    Του NioRantistas Canzonissima

    Eπειδή πολλές χιλιετίες πριν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επιβάλλει τον Γιαχβικό μονοθεϊσμό, υπήρχαν οι ελληνικές τελετές της Ικετηρίας και της Ειρεσιώνης, συνήθειες που αποσκοπούσαν στον εξευμενισμό των δαιμονικών όντων και στην ευετηρία (καλή χρονιά) που οι Ρωμαίοι τις μετάλλαξαν.

    Επειδή τέλη Δεκεμβρίου σχεδόν παντού γιορταζόταν η «ανανέωση» του θεού Ήλιου (όπως και αν τον έλεγαν σε κάθε γλώσσα), που από τη 21η Δεκεμβρίου άρχιζε να αποκτά δύναμη, και η ημέρα να «κατακτά» τη νύχτα και να τη λιγοστεύει.

    Επειδή το Αγγλικό και το Ιρλανδέζικο Εργατικό κόμμα προσάρμοσαν τον ύμνο τους την Κόκκινη Σημαία (Red Flag https://www.youtube.com/watch?v=sHoyoKgRq5U) στο πρωσσικό Τάνενμπάουμ (Ω! Έλατο ώ έλατο).

    Προς τούτο και η στήλη, επειδή το ΕΑΜ ήταν ελληνικότατη πλατιά μετωπική επινόηση,
    αντί να τραγουδήσει αυστριακές μελωδίες όπως το “Stille Nacht, heilige Nacht”, η Σάϊλαντ Νάϊτ-Χόλλυ Νάϊτ (Άγια Νύχτα in Greek), όπως το τραγούδησε ο Μπιγκ Κρόσμπυ,
    και για να μη διατηρεί πια τη Σοβιετική “Κατιούσα” ή fischia il vento ιταλιστί ή Kasachok γαλλιστί – σαν δικό του τραγούδι (https://www.youtube.com/watch?v=U0pOosIu8uE),
    επροσαρμόστηκε και παρουσιάζει το anthem του στο μουσικό ελληνικότατο σκοπό από τον “Ρούντολφ το ελαφάκι” από τα υπέροχα δημιουργήματα της αβρααμικής ημών μας θρησκείας.

    image_pdf