back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 52

    Τα Μαλτέζικα

    Οι δύο φίλοι  εδιαβάζανε τσάμπα  τσι ντόπιες γκαζέτες στο καφενείο.

    Ρωτάει πρώτα ο Πέρικλες το Μίκιο πού ‘ξερε από κόμματα:

    –  Ωρέ τι σκέδια είναι τούτα με τα σκουπίδια; Θα τα δώκουνε σε ιντερεσάδους;

    – Όλο ρεμπατάρει ο δήμαρχος από τα μανιφέστα του,  βρωμάει μάρτα η υπόθεσις. Θα πάθουμε κανά σκουλαμέντο.

    – Τι λές ωρέ Μίκιο βρωμάει η αμμοκονία; Η νογάς που κάνουν κουτρουμπέλες  τσι λάσπη τσ’ αμαρτίας.

    – Μάρτα ωρέ κουγιάμπαλο, μάρτα Κώτσο!

    – Κώτσο βασιγιά;

    – Κώτσο ωρέ Κωτσέλα τα Μαρτέζικα!

    – Ε τi; Eγενήκανε σα και μας χριστιανοί;

    – Όχι ωρέ κούτρι!

    – Μάρτέζικα, μία από  Μικάλεφ μου βγάνει μπόχα πάλε.

    Παρόλες βροντερές κι όσο από πράξεις κούφιες πορδές…

    image_pdf

    Σέπια

    Ήταν μόνη  στο σπίτι της. Είχαν περάσει ήδη δύο μέρες από την κηδεία και καθώς ήταν άνθρωπος που δεν άντεχε τις αναβολές αποφάσισε να ξεκαθαρίσει τα πράγματά της, να δει τι θα κρατούσε, τι θα μπορούσε να δώσει, τι να πετάξει. Αυτήν είχε ορίσει άλλωστε κληρονόμο της, το ήξερε, την είχε φροντίσει καλά και όπως έπρεπε θα διεκπεραίωνε κι αυτά τα τελευταία πρακτικά πράγματα. Ήταν η γεροντοκόρη θεία της, πάντα δίπλα στην οικογένειά της από τα παιδικά της χρόνια κι ωστόσο κλειστή κι απόμακρη, με το δικό της σπίτι και την ανεξαρτησία της, μια γυναίκα στεγνή και προγραμματισμένη σε όλα. Δεν τους έκανε αστεία ούτε πολύχρωμα δώρα, στις γιορτές τους έφερνε πάντα μια φογάτσα και χρήματα, ένα συγκεκριμένο ποσό κάθε φορά, ούτε λίγο ούτε πολύ, μετρημένο. Δεν ήταν η θεία που θα έβρισκαν τυχαία στο δρόμο και θα τα έπνιγε στα φιλιά και στα χαρτζιλίκια ή θα τα κερνούσε κρυφά το δεύτερο παγωτό μέσα στη μέρα. Ήταν όμως η δική τους θεία και την είχαν συνηθίσει με τα χρόνια, όπως συνηθίζεις τη θέση που έχει η ομπρελοθήκη στην είσοδο του σπιτιού σου, απλά υπάρχει εκεί από πάντα. Με τα χρόνια ερχόταν όλο και λιγότερο στα οικογενειακά τραπέζια, σα να βαριόταν να αφήσει το σπίτι της και την ησυχία της. Και τώρα, μόνη, η ανηψιά της,  να ξεδιαλέγει τα λιγοστά και τακτοποιημένα της υπάρχοντα και να καθυστερεί την ώρα που θα άνοιγε τα συρτάρια στο κομό με τα πιο προσωπικά της πράγματα. Ο λόγος ότι δεν ήξερε τι να κάνει τις λιγοστές φωτογραφίες που υπολόγιζε ότι θα έβρισκε και κάποια ίσως οικογενειακά γράμματα. Αισθανόταν βαριά την υποχρέωση να μην τα καταστρέψει αλλά να τα μεταφέρει ίσως στο δικό της σπίτι και να μεταθέσει στα δικά της παιδιά την ευθύνη να τα καταστρέψουν ή να τα κρατήσουν με τη σειρά τους. Από την απώλεια αυτό της φαινόταν το πιο βαρύ, τι γίνονται δηλαδή οι φωτογραφίες των ανθρώπων όταν πεθαίνουν, όταν δεν υπάρχουν πια μάτια γνώριμα να τις κοιτούν και δάχτυλα οικεία να περνάνε πάνω από τα πρόσωπα και τα στιγμιότυπα. Όταν αφήνονται στη λήθη ή στην καταστροφή. Ή ακόμη χειρότερα στα ξένα βλέμματα. Αποφασιστικά άνοιξε τα συρτάρια του κομού. Κι εκεί, ανάμεσα στις αναμενόμενες οικογενειακές φωτογραφίες,  τα λιγοστά προσωπικά χαρτιά και τις ευχετήριες κάρτες βρήκε ένα πακετάκι επιστολές προσεκτικά τυλιγμένο με μια γαλάζια σατέν κορδέλα. Της έκανε μεγάλη εντύπωση τούτη η διαφορετική αντιμετώπιση και δίστασε, μέχρι που σε κάποιους φακέλους, όλους κιτρινισμένους πια και με μελάνι στην απόχρωση της σέπιας, αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της θείας της. Αποφασιστικά άνοιξε την κορδέλα, τον πρώτο φάκελο, διάβασε την πρώτη επιστολή,  στην αρχή διεκπεραιωτικά, μετά με έκπληξη, μετά με ταραχή, μετά τη δεύτερη, την τρίτη, ώσπου τελείωσε το διάβασμα με μια ήρεμη θλίψη. Εκείνο το πακετάκι περιείχε μια ιστορία αγάπης, από την αρχή μέχρι το τέλος της (ή τουλάχιστον μέχρι το συμβατικό της τέλος), τέτοιας έντασης και πάθους που στην αρχή της ήταν αδύνατον να τη συνδυάσει με το πρόσωπο της θείας που εκείνη ήξερε. Οι άνθρωποι είμαστε πολλοί άνθρωποι ταυτόχρονα, σκέφτηκε. Μα για κάποιο λόγο, δεν θέλουμε, ή δε μπορούμε να δείχνουμε όλα μας τα πρόσωπα. Όμως τώρα ξέρω πως εκείνη ήταν ήρεμη στη μοναξιά της ˑ είχε ζήσει το απόλυτο. Πόσοι μπορούν να το πουν αυτό;

    image_pdf

    Leon of Athens και Γιώργος Λάνθιμος

    Ο Τίμος Βερέμης also called Leon of Athens, ξεκινά σήμερα τα live του στο “Σταυρό του Νότου” με μικτό ελληνοεγγλέζικο γκρουπ.

    Ερευνητής, ξενιτεύτηκε στη Αγγλία, όπου έδωσε live σε 20 πόλεις για να ψηθεί όπως ο κάθε σοβαρός μουσικός που σέβεται τον εαυτό του.

    Συνεργάστηκε στο πολύ ψαγμένο βίντεο του “Baby Asteroid” με το σκηνοθέτη Γιώργο Λάνθιμο με ένα σούπερ αποτέλεσμα.

    Δεν πάει πίσω και το βίντεο του “Global”, που είναι και ο τίτλος του τελευταίου του δίσκου.

    image_pdf

    Ο νεοσύλλεκτος του Φρανκ Κάπρα

    Είχαμε παρουσιάσει πριν κάποιο καιρό τον Private Snafu, έναν αγαθό νεοσύλλεκτο που πασχίζει να τα βγάλει πέρα με τη στρατιωτική ηλιθιότητα.

    Παρά το ότι ήταν παραγγελία του US Army στη Γουόρνερ, η σειρά έγινε αποδεχτή και προβλήθηκε αλλά εξαφανίστηκε με τον Ψυχρό Πόλεμο.

    Η σειρά είχε διευθυντή τον ίδιο τον Φρανκ Κάπρα και σκηνοθέτη τον Τσακ Τζόουνς.

    Αναρτούμε  ένα βίντεο με θέμα τη στρατιωτική λογοκρισία.

    Αν κάποιος τολμούσε να δείξει σε στρατιωτική αίθουσα καρτούν σαν κι αυτό σήμερα, θα τσουβαλιαζόταν για το Γκουαντάναμο.

    SNAFU  είναι ακρωνύμιο των λέξεων: Situation normal! All fucked up! κι έχει καταχωρηθεί και στην επίσημη slang του ΝΑΤΟ.

    “Kατάσταση κανονική, άστα να πάνε (ή γαμησέ τα!)”

    image_pdf

    Κοντεσίνα

    Είχε μποτίνια από τελατίνι με κορδόνια, φουστάνι με βολάν, μαλλιά πλεγμένα σαν στεφάνι στο καμαρωτό κεφάλι της και κορδέλα από ταφτά. Κατέβαινε για βόλτα με τη μαντμαζέλ κι επιτρεπόταν να μιλούν μεταξύ τους μόνο στα γαλλικά, αλλιώς, της έλεγε η  μητέρα της, ποιος ο λόγος να έχουμε  τη μαντμαζέλ; Αρσάκειο τα πρωινά, πιάνο και μαντμαζέλ το απόγευμα. Γρήγορα έφυγαν από τις λέξεις που όριζαν τα αντικείμενα και πέρασαν στις λέξεις που όριζαν τις ιδέες και τα συναισθήματα, η κουβέντα τότε είχε διάσταση και χρώμα, η μαντμαζέλ αποδείχθηκε ανώτερη των προσδοκιών της και σύντομα της έδινε βιβλία για μεγάλους στα γαλλικά, τι ευτυχία! Περνούσαν κάποτε από μαγαζιά να κάνουν κάποιο μικροθέλημα για το σπίτι, «Καλώς την κοντεσίνα» την καλωσόριζαν οι μαγαζάτορες, καμιά φορά κάθονταν στο ζαχαροπλαστείο και έπαιρναν ένα γλυκό, μικροί ξυπόλητοι θεληματάρηδες της πιάτσας την κοιτούσαν με δέος από το τζάμι, δεν κατάλαβε ποτέ αν κοιτούσαν την πάστα ή τα γυαλιστερά μποτάκια, «σιγά την κοντεσίνα» σφύριξε ένας μοχθηρά όταν πέρασαν δίπλα του για να εισπράξει μια ομπρελιά από τη μαντμαζέλ (αργότερα την είδε να του στέλνει πεταχτή από το φούρνο). Μια φορά έξω από ένα φαρμακείο είδε μια συντροφιά αντρών να μιλάει έντονα. Στο κέντρο της ένας όμορφος άντρας με περιποιημένο μουστάκι και πολύ γλυκά μάτια. «Τι κάνετε κοντεσίνα; Μαντμαζέλ;»  Τον κοίταξε προσεχτικά, είδε στο πρόσωπό του σημάδια κούρασης. Το βράδυ η μαντμαζέλ της έδωσε τους «Σκλάβους στα δεσμά τους». Ύστερα από όλες αυτές τις συναντήσεις η κοντεσίνα δεν  μπορούσε να ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της ράτσας της. Ευτύχησε; Δεν νομίζω. Αγάπησε; Πολύ. Ακολούθησε τις επιλογές της; Σίγουρα. Χρόνια μετά έκλεισε τα μάτια της με τους στίχους ενός άλλου ποιητή στα χείλη της :

    «Θα περάσουν από πάνω μας όλοι οι τροχοί

    στο τέλος

    τα ίδια τα όνειρά μας θα μας σώσουν….

    Με την αγάπη

    Θα σηκώσουμε την απελπισία μας

    Απ’ το αμπάρι του κορμιού.».

    image_pdf

    Πραγματικό γεγονός

    Αλληλοκοιτάχτηκαν ο Γιάννης ο Ταρζάν που πέρναγε μπροστά από τη παγιά εμπορική με το Λουμπούμπα το ψηλό Αφρικάνο που πουλεί ρολόγια και γυαγιά που ήτανε στο απέναντι πεζοδρόμιο στη παγιά Σίγγερ.

    Εξεκίνησε ο Ταρζάν:

    Ωρέ μου χαλάς τη πιάτσα!

    Τσώπα μπρέ! Του απάντησε ο καλόκαρδος μαύρος

    Παένετε από κεί πούρθατε, πίθηκες! Ε πίθηκες!

    Είσαι λαμόγκιο!

    Ουρακοτάγκοι!! αμήτε στη ζούγκλα..

    Μιτζαντόρο!

    Θα φέρω το Δήμαρχο και τον Αστυνομικό διευθυντή!

    Κι εμείς θα φέρουμε Ομπάμα να σας γκαμήσει…

    Νοήμων ο Γιάννης δεν εσυνέχισε…

     

    *Συνέβη αργά το μεσημέρι στου Σαββάτου 22 Νοέμβρη.

    image_pdf

    Αντάμα

    Αντάμα μια ζωή. Αυτός ψηλός, ευθυτενής ακόμη και στα γεράματα, ντυμένος με ωραία γιλέκα και σακάκια και πρόσωπο κερκυραίου ευπατρίδη. Αυτή κομψή παρά την ηλικία, κλασικά ταγεράκια και τσάντα ασορτί με το παπούτσι, τα μαργαριτάρια του γάμου της στο λαιμό. Κάθε μεσημέρι κάθονταν στου Ζήσιμου, το γκαρσόνι τους έλεγε μια καλημέρα, τους έφερνε το ουζάκι τους και τους άφηνε σε μια υπέροχη σιωπή. Δεν έλεγαν τίποτε μεταξύ τους, ωστόσο δεν ήταν η αμήχανη σιωπή που κύκλωνε άλλα, πολύ νεότερα ζευγάρια, που έβγαιναν πια μαζί από υποχρέωση και δεν είχαν στ’ αλήθεια τι να πουν μεταξύ τους, αλλά  υποδείκνυε μια τηλεπαθητική σχεδόν επικοινωνία, μια κατανόηση πέρα και πάνω από τις λέξεις και κυρίως μια ευχαρίστηση που κάθονταν ακόμη αντάμα και απολάμβαναν στον ήλιο ένα ουζάκι πριν από το μεσημεριανό. Εκεί και τις Κυριακές, αυτή να απαντάει σε ερωτήσεις άλλων συνομηλίκων κυριών τι είδους μανέστρα θα έβραζε σήμερα για την ήδη έτοιμη παστιτσάδα (εγώ προτιμώ τα μπομπολάκια και όχι το σπαγέτο, έλεγε, κρατάνε τόσο καλά τη σάλτσα), αυτός να κραδαίνει την εφημερίδα του εν είδει χαιρετισμού σε ένα παληκάρι στο απέναντι τραπέζι (ήταν δυο ολόκληρα χρόνια νεότερός του, είσαι παιδί, του έλεγε), να σηκώνονται αργά μετά την ιεροτελεστία του ούζου και να βαδίζουν αντάμα για το σπίτι. Είχαν αγαπηθεί κι είχαν παντρευτεί. Κι ενάντια σε όλες τις προβλέψεις για τις συγκρούσεις και τη φθορά των μεγάλων ερώτων αυτοί ταίριαξαν και έδεσαν πιο πολύ μέσα στη ρουτίνα του κάθε μέρα, δεν μπορούσαν να θυμηθούν καν πως ήταν η ζωή πριν ανταμώσουν. Κι έτσι αντάμα τους έβλεπες σε διάφορες μεριές της μικρής μας πόλης και σε διάφορες δραστηριότητες, στο μπακάλη, στο καθαριστήριο, στην αίθουσα αναμονής του γιατρού, στην ουρά στην Τράπεζα. Ένα απογευματάκι μόνο εκείνη κατέβηκε μόνη της ˑ την χτύπησε ένα αυτοκίνητο σε μια κακοφωτισμένη διάβαση στην παραλιακή και τον άφησε πρώτη φορά στ’ αλήθεια μόνο του. Μετά από μια εβδομάδα, σαν έτοιμος από καιρό, την ακολούθησε ήσυχα. Δεν πιστεύω στο επέκεινα. Αυτοί όμως πίστευαν και  ξέρω ότι είναι εκεί αντάμα.

    image_pdf

    Μικρά τίποτα

    Μικρά τίποταΚοντούλης, με πηδηχτό, χαρούμενο βήμα και καλόκαρδη φάτσα φασουλή, τον έβλεπες και χαμογελούσες πλατιά, έτσι, χωρίς λόγο. Η γυναίκα του στο ίδιο σουλούπι με αυτόν, λίγο πιο γεματούλα, με ένα μούτρο ευτυχισμένο. Πόσο σπάνια συναντάς πρόσωπα ευτυχισμένα. Έμεναν σε ένα μικρό, ισόγειο, κουκλίστικο σπιτάκι μέσα στην πόλη, ένα ζευγάρι αγαπημένα ποντικάκια. Αυτός ήταν κουρέας, δεν θυμάμαι εάν είχε μαγαζί, πήγαινε κάθε μέρα στο νοσοκομείο της πόλης και ξύριζε όσους ασθενείς κατάκοιτους είχαν την ανάγκη του. Με το πηδηχτό, ανάλαφρο βήμα του και το φωτεινό του μούτρο έμπαινε στους θαλάμους, τα σύνεργα της τέχνης του στο χέρι. Εκεί, ανάμεσα στους διάφορους πόνους, αυτός, με τέχνη και με αγάπη (ναι, με αγάπη γιατί αγαπούσε πρώτα – πρώτα τη δουλειά του), ξύριζε τους αρρώστους, το ξυράφι άγγιζε τα ταλαιπωρημένα μάγουλα και το ψυχρό μέταλλο στα χέρια του ανακούφιζε και γαλήνευε. Στηνόταν μικρά πανηγύρια, με πειράγματα και ψιλοκουβέντες, βοηθούσε το παρουσιαστικό του κι η καλοσυνάτη φύση του. Δεν ξέρω εάν τον φώναζαν να περιποιηθεί κι αυτούς που μετέβαιναν σε έναν άλλο κόσμο. Αλλά εκεί, ανάμεσα στους τάλαινες ζωντανούς, εκείνο το μικρό τίποτα, το ξύρισμα από τα χεράκια του, ίσως να μετρούσε κάποιες στιγμές πιο πολύ κι από όλη την ομάδα των γιατρών πάνω από το κεφάλι του αρρώστου. Πάντοτε αγαπούσα τη «μικρή» ιστορία. Κι ακόμη κι όταν καμιά φορά αναλογίζομαι τη δική μου ζωή αντί για τα μεγάλα εκείνα τα μικρά τίποτα είναι που αναδεύει η μνήμη μου. Το πρόσωπο μπορεί να έχει σβήσει αλλά δεν ξεχνάω το χέρι που κράτησε το δικό μου. Τη γλύκα στη φωνή της μάνας. Μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, εγώ σε μια βάρκα μικρή με τον πατέρα μου. Την καλοσύνη ενός ξένου στο δρόμο (χρειάζεσαι βοήθεια;). Το βλέμμα αναγνώρισης ενός άγνωστου άντρα στο μετρό που δεν είδα ποτέ ξανά. Εκείνο το υπερήλικο ζευγάρι που τους θυμάμαι να περπατάνε κάθε μέρα πιασμένοι από το χέρι. Το γλυκό που μοιράστηκα με ένα γυφτάκι, όχι ελεημοσύνη. Εκείνο το κρυφό απόγευμα που έκλεβα σύκα, τα σποράκια τους στα δόντια σου. Από μικρά τίποτα κι αυτά που γράφω. Μικρά τίποτα που λένε πολλά, ποιος είσαι και από πού έρχεσαι, τι διάβασες, ποιους αγάπησες, γιατί αγωνίστηκες, τι άφησες πίσω σου. Αν τελικά έγινες κάποιων άλλων το μικρό τίποτα.

    image_pdf

    135 δόσεις σινεμά

    Για να παρατείνουμε τη διατήρηση της απογευματινής Κυριακάτικης σας ραστώνης αναρτούμε ένα απολαυστικό βίντεο για να ξαναθυμηθήτε καλές στιγμές απο τις σκοτεινές αίθουσες.

    Από το Κουροσάβα στο Πολάνσκι κι από τον Αϊζενστάιν στον Κιούμπρικ και το Ταραντίνο, ένα ποιητικό επτάλεπτο πέρασμα που σηκώνει ποτό.

    image_pdf

    Η εξουσία η λαϊκιά

    Σενάριο: Πέρονας
    Επιμέλεια: Τατούμ Ο Νήλ

    Εκάτσανε να τα ειπούνε οι δύο φιλενάδες τ’ απόγιομα τσι Δευτέρας.

    – Ωρή Αγγιολίνα, πως σου φάνηκε ο Δήμαρχος μας που εβγήκε στη Λιτανεία κουστουμάδος, όλο τίρο και μ’ αυτά τα μπουκαλέτα τα ¨Μαγκάρθου¨? Αυτά που φόραε κι ο Γκρέκορι Πέκ εις το Κιλιμάντζαρο

    – Ασε Σταματέλα μου, αυτοί ελέγανε ότι θα μας κάμουνε Κούβα, με ποιανούς ωρή με τσου καθηγητάδες ή τσου δικεόρους, ο Θεός να σε φυλάει από αυτήνε τη καμόρα.

    – Ναι ωρή, μια φορά επήγα μάρτυρας για τη ξαδέρφη μου κι εμαρτύρησα

    – Ένα πράμα ξέρω γω, ότι εξουσία λαικιά είχαμε μόνο με το Χρυσανθό μας.

    – Γεια στο στόμα σου, όλο το πόπολο ήτανε είς το Σαν Τζιάκομο, ο Γιοχάλας, ο Φίλλιπας, ο Τεμπονέρας, ο γιός του Κλέφτη, ο Τζίτζης …..

    – Ο γλυκός μου ο Τζίτζης που μου φτιαχνε τσι καντένες τσι νόνας μου κι ο Παναγιώτης μου το θερίο, άμα εβούλωνε το καναλέτο στο καντούνι έστερνε ένα λόχο μανουάλους να το σιάξουνε κι έφερνε και το βαγγέγιο να ορκιστούμε που θα τονε ψηφίσουμε!

    – Γιατί τη Σοφούλα τη κομμώτρια που τηνε βάνεις? Που εκουβάλουνε ολόκληρο δήμαρχο είς το μηχανάκι της όλη μέρα. Ζευγάρι που κάμανε τα δυό τους…

    – Τσου πέρνε και ταξίδια να συμορφωθούνε να μάθουμε από τσου ξένους, τι Ιταλίες, τι Γερμανίες, τι Αμερικές.

    – Ωρή θυμάμαι τσι ιστορίες που μας έλεγε η Λουκία η Σαίνη, που μας είχε φέρει και κονκάρδες με μήλο από τη Νέα Γιόρκη

    – Ναι, που επήγε να πάθει κάζο η καψερή είς το ξενοδοχείο που εζήτησε ρούμ σέρβι και εβήκε στο διάδρομο με τη ρόμπα της τη καπιτονέ, τη νυχτικιά της τη μπαμπακερή τη φιοράδα, τσι παντόφολες τσι βελουτέ σα Δούκισα θα τανε! Κι ανοίγει μια πόρτα απέναντι κι εβήκε ένας αράπης και τσι ρίχτηκε.

    – Εσκιάχτηκε η λουκία μας που τον είδε σαν το κατράμι μαύρονε κι έβαλε τα ούρλα κι εσήκωσε το οτέλι πενηνταπέντε πατώματα. Ευτυχώς εμπήκε στη μέση ο Χρύσανθος με τσι σκελέες γιατί γλυτρωμό δε θα χε. Ήθελε να τηνε παντρευτεί ο αράπης στο σέκο έτσι που τηνε είδε.

    Σα τη Κόμισσα του λιμανιού ήτανε.

    – Α ωρή Σταμάτω τότε είχαμε δήμο, τώρα έχουμε τσου τζιτζιφιόγγους.

    Ριβολουτσιόνε Ρομάντικα, δουγειά για χέσιμο…

     

    image_pdf