Άκουγα ιστορίες από μωρό, εγώ μέσα στο καρότσι, η μαμά μου περπατώντας μου έλεγε ότι έβλεπε για να το δω κι εγώ, δέντρα, πουλιά, τον ουρανό, τη θάλασσα. Παρόλο που δεν μου το έχει πει ποτέ, πρέπει να μου μιλούσε κι όλους εκείνους τους εννέα μήνες, μάλλον από μέσα της. Εγώ πάντως την άκουγα. Μετά ακολούθησαν τα βιβλία γεμάτα χρώματα και ζωγραφιές αλλά και λέξεις που τα συνόδευαν. Είχα τόσο μαγευτεί που είχα μάθει τα λόγια απ’ έξω, γυρνούσα με τα χεράκια μου τις σελίδες, διάβαζα διαισθητικά. Στο νηπιαγωγείο ζήλευα ένα αγόρι (είχε έρθει από την Αθήνα) που οι γονείς του το είχαν μάθει να διαβάζει μόνο του, εγώ έπρεπε ακόμη να ζητάω βοήθεια από τη νηπιαγωγό. Στο δημοτικό, με το που έμαθα να διαβάζω, δανείστηκα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του σχολείου. Να τα φέρετε αύριο πίσω, είπε η δασκάλα κι εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου στο κρεβάτι μου να καταβροχθίζω «Τα μυστικά του βάλτου», την άλλη μέρα το βιβλίο είχε γυρίσει πίσω στο ράφι. Τα βιβλία πλέον είχαν βρει το δρόμο τους. Τα καλοκαίρια στο χωριό διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου (τα βιβλιοπωλεία ήταν μακριά), όλες τις ώρες, το μεσημέρι διάβαζα κάτω από την ελιά τα περιοδικά που έπαιρναν οι μεγαλύτερες κοπέλες («Βεντέτα», «Ρομάντζο»), ένα σύμπαν λαϊκό, η μαμά μου έπαιρνε τη «Γυναίκα» που μπροστά σ’ αυτά ήταν σαν την Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα, και μετά έβαλα χέρι και στα διαβάσματα των αγοριών, «Μπλεκ» και «Μικρό Σερίφη», αυτά πήγαιναν πιο καλά με την περιπετειώδη φύση μου. Φτάνει πια, ώρα να κοιμηθείτε μας έλεγαν και έσβηναν το φως. Ναι, αλλά εγώ δεν είχα τελειώσει αυτό που διάβαζα, ευτυχώς που υπήρχε ένα ηλεκτρικό καντηλάκι αναμμένο, τα αδέρφια μου φοβόταν το σκοτάδι, κι έτσι απέκτησα σύμμαχο στο διάβασμα. Το Σεπτέμβρη που γυρίσαμε στην πόλη με πήραν από το χέρι στον οφθαλμίατρο, διάγνωση καραμπινάτη μυωπία κι ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά να με συντροφεύουν από τότε. Δεν είχε κανείς άλλος στην οικογένειά μου, αλλά τουλάχιστον πια με άφησαν να κλείνω το φως το βράδυ μόνη μου και μου αγόρασαν καλές λάμπες και για το γραφείο μου και για το κομοδίνο μου. Η ανάγνωση συνεχιζόταν αδιάλειπτα, τα πρώτα πολιτικά βιβλία στο γυμνάσιο, η παράδοση της Κέρκυρας, η ποίηση με τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα. Για χρόνια κουβαλούσα στα ταξίδια τα ποιήματα του Σεφέρη, αισθανόμουν απροστάτευτη αλλιώς. Στις πανελλήνιες όλοι έκαναν επαναλήψεις κι εγώ κοιμόμουν και διάβαζα «Το όνομα του ρόδου» ανάμεσα στα διαγωνίσματα. Η μαμά μου ανησυχούσε, δεν είχε λόγο, το κατάλαβε όταν πέρασα άνετα στη σχολή που ήθελα. Όταν πήρα πτυχίο κι αναρωτιόμουν για τη συνέχεια της ζωής μου διάβαζα αρχαίους Έλληνες. Στις δυσκολίες διαβάζω αστυνομικά. Με τα κλασικά στέκομαι ξανά στα πόδια μου όταν ο κόσμος κλονίζεται. Φύγε, είπα σε ένα μεγάλο έρωτα μετά από ένα μυθικό καυγά. Με το «Αρμαντέιλ» που διαβάζω τώρα μπορώ να σε ξεπεράσω. Η λίστα με τα βιβλία που θέλω να διαβάσω δεν τελειώνει ποτέ. Αλλά η πιο ωραία λίστα είναι αυτή που φτιάχνουν τα βιβλία μόνα τους, όπως το ένα με παίρνει από το χέρι και με οδηγεί στο άλλο, και στο άλλο, και στο άλλο. Γιατί έχουν την δική τους ζωή. Κι έχουν πολλά να πουν για τις επιλογές μου σε όλα τα επίπεδα. Μύωψ; Δε νομίζω.
Πληρότητα
Τη θυμάμαι πάντα αρχαία – σαν τα βουνά. Η μορφή της θα μπορούσε να είναι σκαλισμένη σε πέτρα, χαρακτηριστικά που ο χρόνος τα είχε κάνει άχρονα. Το σπίτι της ήταν σαν κι αυτήν, πέτρινο, δίπατο, κοιτούσε από την κορυφή του αγέρωχα το χωριό. Το κατώι με πατημένο χώμα, τα ζώα της (ο γάιδαρος, η κατσίκα), τα ξύλα για τη στια, μια πίλα με λάδι. Το πάνω πάτωμα με χοντρές αλουστράριστες σανίδες από κυπαρίσσι (από αυτές που τώρα πουλιούνται πανάκριβα στους γνωρίζοντες καθώς δεν υπάρχουν πια), με ένα χώρισμα από χάρμπορντ. Στη μια μεριά το δωμάτιο της – δυο τρίποδες, σανίδια, στρώμα φτιαγμένο στο χέρι με μαλλί από πρόβατο (κι αυτό το έψαχνε μάταια μια φίλη υποψιασμένη για το αλλεργικό παιδί της, δεν υπάρχουν πια) και μια – δυο φορεσιές να κρέμονται στη μπερτουέλα στο παράθυρο, στη ράχη μιας φτενής καρέκλας. Στην άλλη μεριά ένας χοντροφτιαγμένος ξύλινος πάγκος κι ένα τραπέζι με μουσαμά. Για άλλα έπιπλα και κουρτίνες ούτε λόγος. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ κι έτσι είχε στερηθεί ακόμη κι αυτήν την κασέλα με τα λίγα προικιά. Και στο βάθος μια κουζίνα, μια μαυρισμένη στια, ένας πέτρινος νεροχύτης, δυο μπαρουτοκαπνισμένα αγγειά, τρία πηρούνια, ένα μαχαίρι, δυο νεροπότηρα κι ένα παράθυρο που έδινε σε ένα τοπίο ονειρικό, σαν πίνακας του Γιαλλινά. Δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα γιατί δεν ήθελε, είχε δυο λάμπες γυάλινες με φυτίλι τις οποίες σπανίως άναβε καθώς κάθε μέρα ξυπνούσε με το λάλημα του πετεινού και κοιμόταν με τις κότες, τηρώντας ένα πρόγραμμα που της υπέβαλε η φύση της και το οποίο θα έπρεπε να διδάσκεται από γκουρού της οικολογίας. Τάιζε και περιποιούταν τα ζώα της, πήγαινε στις ελιές της με το γάιδαρο, γυρνούσε σπίτι, έφτιαχνε ένα γεύμα λιτό που αποτελούταν σχεδόν καθημερινά από άγρια χόρτα και ψωμί από το μοναδικό φούρνο του χωριού, ξανά στα ζώα της, ύπνος. Δεν πρέπει να έφαγε σχεδόν ποτέ κρέας και δεν πρέπει να πήγε ποτέ στο γιατρό. Οι άλλες αδελφές της είχαν όλες παντρευτεί κι είχαν παιδιά κι αγγόνια, στην ίδια δεν συνέβη απλώς αυτό ποτέ κι ούτε μαρτυρούσε τίποτε πάνω της κάποιον άτυχο έρωτα. Μας ανέβαζε η αδελφή της στην ανηφόρα για το σπίτι της και τότε οι δυο τους, ενώ τιτίβιζαν σαν μικρά πουλάκια στην πρωτόγονη κουζίνα, θυμίζοντας τις κοπέλες που κάποτε υπήρξαν, μας τηγάνιζαν στο κατάμαυρο τηγάνι τις πιο ωραίες πατάτες που έχω φάει στη ζωή μου. Δεν την είδαν να κλαίει ποτέ όταν πέθαναν οι αδελφές της, δάκρυσε μόνο όταν έχασε το γάιδαρό της, σίγουρα μαζί του είχε περάσει περισσότερο χρόνο από ότι με οποιοδήποτε άλλο ζωντανό σε εκείνες τις μοναχικές τζουρνάδες στα χτήματα. Όποτε την έβλεπα παιδί μου μετέδιδε μια απίστευτη αίσθηση ηρεμίας. Πληρότητα, αυτή είναι η λέξη. Κοιμήθηκε (ναι, κοιμήθηκε) μια μέρα ήσυχα. Στο κοιμητήριο ο τάφος της, απόλυτα συνεπές αυτό με τη ζωή της, δεν έχει κάποιο διακριτικό. Ετούτο εδώ ας είναι το μνημόσυνό της.
Κυκλάμινα
Ζούσε μια ζωή ήσυχη και είχε συνηθίσει πια μόνη της. Σαράντα πέντε χρόνια μαζί του μόνο καλά είχε να του θυμηθεί. Ήταν ένας καλοσυνάτος άνθρωπος και την είχε πάντα έννοια. Μόνο που δεν έκαναν παιδιά, στην αρχή αναρωτήθηκαν, μετά, λίγο ντροπαλά, πήγαν σ’ ένα γιατρό στη χώρα αλλά δεν έβγαλαν άκρη, μετά τα χρόνια πέρασαν, κι ήταν χρόνια ήρεμα και γλυκά. Κάθε πρωί σηκωνόταν πρώτος και μέχρι να σηκωθεί κι εκείνη να φτιάξει τον καφέ είχε κόψει από τη γλάστρα ένα λουλουδάκι, ότι υπήρχε ανάλογα με την εποχή, και το έβρισκε σε ένα ποτήρι με νερό στο τραπέζι. Κάθε πρωί. Ύστερα κινούσαν για τα χτήματα, για τις δουλειές τους, ήρεμα, συντροφικά ήταν η λέξη που δεν έλεγαν, αυτό ήταν όμως. Κι εκείνος ποτέ δε σήκωσε τη φωνή, ποτέ δεν τη μάλωσε, ποτέ δεν απαίτησε. Κάθε βράδυ της διάβαζε κι από κάτι όπως κάθονταν παρέα στην κουζίνα, πότε την εφημερίδα, πότε από ένα βιβλίο με διηγήματα, πότε ποιήματα ενώ εκείνη συνήθως έφτιαχνε φαγητό, μπάλωνε ή έπλεκε με το βελονάκι. Ήξερε κι αυτή γράμματα, όπως τα περισσότερα κορίτσια στο Όρος, κι είχε μια νοικοκυροσύνη, επίσης χαρακτηριστικό της περιοχής, και μια καλαισθησία όλη δική της, την οποία επαινούσε όλο το χωριό. Το σπίτι ήταν πάντα πεντακάθαρο, το παράθυρο στο κατώι της στόλιζαν πάντα κουρτινάκια με κοφτό μοναδικά από τα χέρια της, έστρωνε κάθε μέρα στο τραπέζι της λινό τραπεζομάντηλο κι ας έτρωγαν μόνοι οι δυο τους κι αργότερα ολότελα μόνη της, σερβίριζε τον καφέ τους σε μικρά φαρφουρένια φλιτζανάκια από την προίκα της – ποτέ στα χοντροπότηρα του κρασιού -, για την παστιτσάδα της της Κυριακής μιλούσε όλο το χωριό και κάποτε ένας ξένος που είχε γευτεί μπακαλιαρόπιτα από τα χέρια της την παίνεσε για τούτο το αεράτο σουφλέ που θα στεκόταν σε κορυφαίο γαλλικό εστιατόριο. Εκείνος έφυγε ήρεμα στα χέρια της όπως έζησε κι αυτή μόνη, με ένα μπαστούνι πια για να στηρίζεται, τώρα που έφυγε εκείνος, συνέχισε τη ζωή τους, στο σπίτι, στα χτήματα. Πηγαίνοντας καθημερινά στα χτήματα, λίγο έξω από το χωριό, περνούσε ανελλιπώς από το κοιμητήριο και τώρα πια αυτή ήταν που του άφηνε κάθε πρωί το λουλούδι από τη γλάστρα. Ήθελε όμως βοήθεια, ήταν μεγάλη, κι εκείνη ακριβώς την εποχή, που τα παλιά «χέρια» του χωριού κατέβαιναν στη θάλασσα κι έβγαζαν μεροκάματα από τους τουρίστες, ο τόπος πλημμύρισε από ξένους εργάτες, ένα μεγάλο κύμα που ήρθε από τα απέναντι βουνά. Τη βοηθούσε ένα ζευγάρι, άνθρωποι εργατικοί, δούλευαν μαζί αδιάκοπα ο άντρας με τη γυναίκα, μα ήταν, πώς να το πει, ήταν άνθρωποι κλειστοί, αμίλητοι, ήταν άνθρωποι γρέτζοι. Είχαν ένα κοριτσάκι που το έφερναν μαζί τους στις ελιές, δεν είχαν που να το αφήσουν άλλωστε, καθόταν κι αυτό σιωπηλό και παρόλο που τα ρούχα του ήταν καινούρια και καθαρά ήταν πάντα παράταιρα ντυμένο, σαν να μην είχε η μάνα του έννοια για τα χρώματα, σαν να είχε αποκλείσει την αρμονία και την ομορφιά από τη σκληρή ζωή τους. Δεν είναι όμως έτσι, σκεφτόταν εκείνη. Δεν είναι αυτό προνόμιο των πλουσίων. Η ομορφιά μας δίνεται απλόχερα, αρκεί κανείς να κοιτάξει τον ουρανό και τη θάλασσα, τα χρώματα στα δέντρα και στα πουλιά. Είναι αυτό που μας γαληνεύει. Είναι το λουλούδι που μου άφηνε στο ποτήρι κάθε πρωί, ακόμη και τους πιο σκληρούς χειμώνες. Πήρε το παιδί από το χέρι και αργά, άρχισαν να περιδιαβαίνουν στο χτήμα κι εκείνη να του δείχνει, πότε ένα κομμάτι ουρανού ανάμεσα από τις ελιές, πότε τη θάλασσα που φαινόταν μακριά, πότε μια σειρά από μυρμήγκια (δεν τα πατάμε ποτέ!), πότε το έντονο, ψυχρό μπλε στο στήθος μιας κίσσας και στο τέλος μάζεψαν κυκλάμινα, το παιδί πρώτα άγαρμπα, μετά πιο προσεκτικά, την παρατηρούσε πως έκοβε τα λουλουδάκια με τρυφερότητα και με αγάπη και πώς έφτιαχνε ένα μπουκέτο με χρώμα που αιχμαλώτιζε όλη τη μαγεία του φθινοπώρου. Τώρα της είπε, αυτό το μπουκετάκι θα το δώσεις στη μαμά σου, είναι κι αυτό ένας τρόπος να της πεις ότι την αγαπάς, κι όταν θα πάτε σπίτι να το βάλετε σε ένα ποτήρι με νερό, να το αλλάζεις κάθε πρωί. Το παιδί χαμογέλασε, ήταν η πρώτη φορά που το είδε να χαμογελάει, πλησίασε τη μάνα του, της έδωσε τα κυκλάμινα, κι ήταν κι η πρώτη φορά που είδε και τη μάνα να χαμογελάει. Ποιός ξέρει, σκέφτηκε, ποιός ξέρει, μπορεί μετά από χρόνια να με θυμηθεί και να μου αφήσει στο κοιμητήριο λίγα κυκλάμινα.
Η Νίνα
Στρουμπουλή, με κόκκινα χωριάτικα μάγουλα και φάτσα αγαθή, δούλευε στις ελιές και στα ξενοδοχεία, πότε καμαριέρα, πότε λαντζέρα, και είχε γεννηθεί σ’ ένα χωριό του νότου. Ούτε όμορφη, ούτε καπάτσα, κάποια στιγμή της προξένεψαν έναν χαράκτη από τη χώρα χωρίς να της πουν πολλά. Ήταν κι αυτός ένα ήμερο, αγαθό ανθρωπάκι που όμως φαινόταν από το παρουσιαστικό του πως έσερνε κάποια βαριά κληρονομική ασθένεια. Γέννησε ένα παιδί και δεν πέρασε πολύς καιρός και φάνηκε η δυσβάστακτη κληρονομιά του. Και από τότε που αυτό άρχισε να περπατάει τους θυμάμαι στο δρόμο πάντα μαζί, τη Νίνα κι αυτό, να περνάνε τα καλοκαίρια κι οι χειμώνες, να εναλλάσσονται οι ηλικίες, ζευγάρι παντού μαζί, αυτό ανήμπορο δίπλα της, με πρόσωπο που δεν άλλαζε με τα χρόνια κι αυτή ο μόνος του φάρος (ο πατέρας του πέθανε νωρίς), χωρίς φίλους, χωρίς συγγενείς, χωρίς παρέες, χωρίς τη σιγουριά του πλούσιου σπιτιού ή των άλλων αδελφών που θα φροντίσουν το αδέρφι τους όταν θα φύγει η μάνα, χωρίς… Και πάντα μου έκανε εντύπωση το ήρεμο κι αγαθό μούτρο της Νίνας, που ποτέ δεν έδειχνε ούτε κόπο, ούτε παραίτηση, ούτε βαρυγκόμια παρά μια γλυκιά απαντοχή, κι αυτό πάντα καθαρό και καλοβαλμένο μέσα στα συνηθισμένα του ρούχα, να περπατάει δίπλα στη μάνα του, σχεδόν χαρούμενο, κι εσύ να σκέφτεσαι ότι ίσως αυτό είναι ότι μετράει, να είσαι ο φάρος ενός άλλου ανθρώπου και αυτό να αρκεί και να ελαφραίνει το φορτίο και η ζωή να μην χρειάζεται, ακόμη και μέσα στη φριχτή αδικία της, πιο περίπλοκα ερωτήματα και πιο φιλοσοφικές απαντήσεις. Μια μέρα είδα τη Νίνα στο δρόμο ντυμένη στα κατάμαυρα, το παιδί πέθανε έτσι ξαφνικά και για κάμποσο καιρό έβλεπα τη στρογγυλή φιγούρα της στα μαύρα να διασχίζει μόνη της τους δρόμους της πόλης, με την ίδια ήρεμη απαντοχή στο μούτρο της. Μετάνιωσα που δεν την χαιρετούσα όταν ήταν με το παιδί και ντράπηκα και δεν την χαιρετούσα ούτε τώρα.
Ο Πα-γα-γα-τζούμ…
Με ένα τσουβάλι στη πλάτη γεμάτο δαφνόφυλλα μέρες από λιτανεία τ’ αγιού ή του Πάσχα τις
ακολουθίες ο Πα-γα-γα-τζούμ έραινε με αυτές τους δρόμους που θα πέρναγε η πομπή…
Γραφική φιγούρα ο Τάσος ο Πα-γα-γα-τζούμ που σε κάποια στροφή της ζωής του σαλτάρισε ακίνδυνα για τους γύρω του…
Στα καλά του πριν από το μπλοκάρισμα του σκληρού του δίσκου ήταν αρχιεργάτης στη βιομηχανία κατεργασίας Κάνναβης – Ιούτης και Λινού Αλέξανδρου Δεσύλλα, με απλά λόγια στα σχοινιά στη Γαρίτσα, τότε που η σφυρίχτρα της φάμπρικας κτύπαγε ακόμα και για τρεις βάρδιες την ημέρα…
Νιος ο Τάσος τότε, πήρε στο κατόπι με την σιδερόβεργα στο χέρι το δεύτερο γιό του αφεντικού που πήγε να του πουλήσει τσαμπουκά μπροστά στο γυναικείο πληθυσμό
των αργαλειών… Λίγες γριούλες ακόμα θυμούνται τον παιδαρά τον Τάσο να λέει στον αφεντικό να μην τολμήσει να ξανά πλησιάσει στο μπλοκ το δικό του γιατί αυτό το έκανε από μικρό παιδί με το αίμα του δουλεύοντας εκεί νύχτα και μέρα… Πρωτάκουστα πράγματα για εκείνη την εποχή και όμως ο Τάκης ο γιος του αφεντικού δεν ξαναπάτησε από εκείνο το πόστο, όσο εκεί υπήρχε ο Τάσος…
Ο Παρελθοντολόγος
Μίμης Τσαφέντας, ο ξεχασμένος τυραννοκτόνος
Μύτη γαμψή κλασσικού Κρητικού και βλέμμα κυνηγημένου αγριμιού είχε το πρόσωπο που είδαμε στα πρωτοσέλιδα τις αρχές του Σεπτέμβρη το μακρινό 1966.
Ήταν ο Γραικός Τυραννοκτόνος Μίμης Τσαφέντας (Τσαφεντάκης)που σκότωσε με τέσσερεις μαχαιριές τον Πρωθυπουργό-Αρχιτέκτονα του Απαρτχάιντ Χένρικ Φερφρούντ μέσα στο Κοινοβούλιο του Κέηπ Τάουν.

Πέθανε σε ψυχιατρική κλινική εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
Ξεχασμένος απ’ όλους, ειδικά από το Κόμμα του το ΚΚ Νότιας Αφρικής του οποίου υπήρξε ενεργό μέλος όλη τη δεκαετία του ’30.
Μπαρκάρισε μετά, έμαθε και μιλούσε οκτώ γλώσσες, περιπλανήθηκε και γύρισε στον τόπο του. (Είχε γεννηθεί στο Λορένσο Μαρκές από Κρητικό πατέρα και Μοζαμβικανή μάνα, μετακόμισαν στο Τράανσβαλ όταν ήταν δέκα χρονών).
Αμέσως μετά την εκτέλεση τον αποκήρυξαν οι πάντες, οι αντιρατσιστικές οργανώσεις και το Κογκρέσσο πήραν αποστάσεις, η κυβέρνηση που ήταν πολύ εύκολο να τον εξοντώσει δεν το έκανε, με βάση παλιά του συμπτώματα τον έβγαλε τρελό.
Δεν θέλησε να αποδώσει πολιτικό χαραχτήρα στην πράξη για να μη βρει μιμητές και ξεκινήσει καμιά κόκκινη τρομοκρατία.
Μόνο ένας τρελός μπορούσε να σπάσει τυχαία την ασπίδα της ρατσιστικής πανοπλίας που δεν έπρεπε να ηρωοποιηθεί κι έτσι προχώρησαν στη βολική για όλους εξαφάνιση.
Έμεινε αόρατος και μετά το πέρασμα του καθεστώτος στη Μαύρη πλειοψηφία, στα πλαίσια του Ιστορικού συμβιβασμού με το Κεφάλαιο, οι άγιοι της απελευθέρωσης δεν έπρεπε να ήταν οπλισμένοι με μαχαίρια.
Ο Τσαφέντας, λόγω της γλωσσομάθειάς του δούλευε σαν κλητήρας στο Κοινοβούλιο, έκανε αίτηση να μεταταχθεί στη κατηγορία των “εγχρώμων” γιατί ήθελε να συζήσει με μια μαύρη κοπέλα που αγαπούσε.
Του το αρνήθηκαν επανειλημμένα.
Δεν θέλει και πολύ να πάρει ανάποδες το μυαλό ενός ανθρώπου περιπλανημένου που στο σχολειό τον κορόιδευαν για το σκούρο χρώμα του δέρματός του και όρμησε.
«Τον σκότωσα επειδή δεν μπορούσα να ανεχθώ τις ρατσιστικές πολιτικές του» είπε όταν τον συνέλαβαν.
Κανείς επίσημος Έλληνας δεν τίμησε αυτόν τον άνθρωπο που έβαλε λάδι στα γρανάζια της εξέλιξης μιας μεγάλης χώρας.
Αντίθετα, ο αγαπημένος της “Φρίκης” Γιαν Σματς είχε άγαλμα και οδό στην Αθήνα.
Το εφοπλιστικό Λόμπυ του Λονδίνου έκανε χρυσές δουλειές με το εμπάργκο της Ν. Αφρικής.
Ξύπνιος λαός εμπόρων εμείς οι Έλληνες αλλά και λαός πού γεννά λίγους βουρλισμένους που αψηφούν το θάνατο, έτσι για τα όμορφα μάτια μιας μαύρης κοπέλας.
Ούτε μνήμα με τ’ όνομά του δεν του έφτιαξαν οι “προοδευτικές” μαύρες αρχές των πρώην Κομμουνιστών εκεί που τον έχωσαν.
Μια ακανόνιστη πέτρα μόνο, ανάμεσα σε δυο μνήματα, για να δείχνει ότι κάποιος είναι θαμμένος εκεί.
* Στο βίντεο των λίγων δευτερολέπτων που παραθέτουμε από την άρθρωση και τη ροή των λόγων του φαίνεται ότι ο Μίμης ήταν σε απόλυτη διαύγεια μέχρι τα τελευταία του.
Η Διαθήκη
Ο άνθρωπος με βήμα διστακτικό και συνάμα αποφασιστικό διάβηκε το κατώφλι του δικηγορικού γραφείου. Ο δικηγόρος, από τους πιο γνωστούς της πόλης μας, συναλλασσόταν κυρίως με ανθρώπους της υπαίθρου. Το γραφείο του, με τις ψηλοτάβανες κάμαρες, τα τοξωτά παράθυρα, ένα – δυο τεράστια γραφεία αντίκες, ήταν αρκούντως εντυπωσιακό αλλά συνειδητά μη πολυτελές, ώστε να μην αποθαρρύνονται οι εκτός πόλεως πελάτες – πολλοί έρχονταν με τα ρούχα και τα παπούτσια της δουλειάς, απευθείας από το χωράφι. Ο άνθρωπος μίλησε λίγη ώρα με το δικηγόρο, χαμηλόφωνα και κοφτά. Ο δικηγόρος, μεταξύ άλλων φημιζόταν για την ικανότητά του να είναι σύντομος και περιεκτικός, ιδιότητα συνήθως δυσεύρετη στην κάστα του. Με το πέρας της συνομιλίας τους φώναξε τη μικρή ασκούμενη. Γράψε σε παρακαλώ της είπε, ένα κείμενο διαθήκης ως εξής : «Εγώ, ο τάδε, μετά τον θάνατό μου επιθυμώ…». Η μικρή ασκούμενη πριν τρέξει να εκτελέσει το έργο, καθώς ήταν φιλομαθής, τον ρώτησε εάν εγείρετο κάποιο νομικό θέμα με την κατάλειψη στη σύζυγο αποκλειστικά της επικαρπίας. Ο δικηγόρος την διαβεβαίωσε ότι αυτό ήταν συνήθης πρακτική στην κερκυραϊκή ύπαιθρο και να μην ανησυχεί. Η μικρή ασκούμενη πληκτρολόγησε το κείμενο και στο τέλος έβαλε και μια ευχή : «Εύχομαι η γυναίκα μου και τα παιδιά μου μετά το θάνατό μου να μείνουν μονιασμένοι και αγαπημένοι.». Έβαλαν τον άνθρωπο να καθήσει σε ένα τραπέζι, έστρωσαν μπροστά του μια κόλλα χαρτί, του έδωσαν ένα στυλό και του είπαν να αντιγράψει με το χέρι του το δακτυλογραφημένο κείμενο. Ο άνθρωπος κάθησε ταπεινά, σαν ένας κακός μαθητής που αντιλαμβάνεται την ανεπάρκειά του, με στητή ράχη, έβγαλε ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένα γυαλιά και σφίγγοντας το στυλό άρχισε με μεγάλη προσοχή να αντιγράφει τις λέξεις, χαράζοντας βαθιά τα ι και τα υ, σκαλίζοντας τα ο και τα ω, τονίζοντας, ενώ κάπου – κάπου εμφανιζόταν κι ένα πνεύμα βγαλμένο από τα βάθη της μνήμης του. Πάλευε με το στυλό και τα χαρτί όπως πάλευε και με τη γη, τακτοποιώντας τις υποθέσεις του για μετά το θάνατό του, πασχίζοντας να τα αφήσει όλα στρωτά και νοικοκυρεμένα σαν τη ζωή που έζησε. Ποιός είσαι; Σκέφτηκε η μικρή ασκούμενη. Τι έχουν δει τα μάτια σου; Πώς είναι τα παιδιά σου; Τα αγαπάς το ίδιο ή τα ξεχώριζες; Η γυναίκα σου πέρασε μια ήρεμη ζωή μαζί σου ή βασανίστηκε; Ο άνθρωπος τελείωσε τον κόπο του, υπέγραψε, του έβαλαν το χαρτί σε ένα φάκελο, πλήρωσε, χαιρέτισε και έφυγε. Σε λίγο καιρό έφυγε και η μικρή ασκούμενη από το γραφείο, άνοιξε δικό της. Δεν ξαναείδε ποτέ τον άνθρωπο. Τον σκέφτεται κάθε φορά που την επισκέπτονται για κληρονομικές διαφορές, αδέρφια που τσακώνονται μεταξύ τους και αναπολεί την έγνοια εκείνου του ανθρώπου να φύγει και να τα αφήσει όλα τακτοποιημένα.
Οι 1550 σε διασκευή του “Θεός αν είναι”
Το συγκρότημα που έντυσε μουσικά τη ταινία του Θ. Αγγελόπουλου “Η σκόνη του Χρόνου” αλωνίζει τις ροκ σκηνές από την αρχή του αιώνα μέχρι σήμερα.
Μάλιστα, πέρυσι την άνοιξη χοροπηδήσαμε στο Αpple της Σκουφά σε μια ροκ διασκευή του “Bella Ciao”.
Ο Αλέξανδρος Μίχας από το 1.55 έως το 2.45 του βίντεο δίνει μια εκδοχή με πόνο που ξεκινά από τα Βαλκάνια έως τα βάθη της Ανατολής στη μουσική του Μπρεγκόβιτς.
Μετά σας έχουμε τη πολύ γνωστή τους ραπ επιτυχία του 2011 “Τις νύχτες ντύνομαι παιδί”.
Τελειώνουμε με το τραγούδι από το σάουντρακ της “Σκόνης” σε αγγλικό στίχο, το “Τhe true face of beauty”.
Αν το θελήσετε θα σας βρούμε και την οπορτουνιστική τους εμφάνιση με την Πάολα!!!
Το κυνήγι
Κλείνουν δύο μήνες από την έναρξη της κυνηγητικής περιόδου.
Ένα έξυπνο οικολογικό Καρτούν του Στιβ Κατς (Steve Cutts) -που έχουμε παρουσιάσει παλαιότερα- για να τιμήσουμε τους σύγχρονους Νεμρώδ που έχουν βαλθεί να αφανίσουν ό,τι πετάει, κολυμπάει και βαδίζει στα τέσσερα.
Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα βίντεο του Κατς, το The Fall και το Man, τούτο είναι εξολοκλήρου σε Computer Animation.
Μποκολέτες παντού!
Η Όργα με τη φίλη της την Έρσα επή’ανε τση Μάχης στα Ψαράδικα και εκάμανε “Πίρσι” εγιομιστήκανε πιρτσίνια για ν’ αρέσουνε τσου μορόζους τους.
– Ωρή πολύ βαθειά σού’χωσε το χαλκά στη ρώγα! παρατήρησε η Όργα πούχανε πάει σπίτι της κι εθαυμάζανε η μιά τα κάλλη τσ’αλληνής.
– Νοιώθω να μου βγάνει το γάλα όξω, αλλά δε με πονεί ,ξέρει και κεντάει η Μάχη έχει χέρι! απάντησε η Έρσα.
Αυτό το θηλυκό είχε πιάκει δουγιά στο κομμωτήριο της Σούζαν πίσω απ’τον Άγιο και η κυρά-Ερβίρα πού’ναι γραμματιζούμενη το λέει “Πραχτορείο Τάς ή επί Τάν”.
Ζαχαρούλα την είχανε βαφτίσει τη Σούζαν κι εκράταε στο μαγαζί τη μιτσήνε επειδή ήτανε όμορφη και τση άλλαζε κάθε βδομάδα τα μαγιά, άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε, σα ζωντανή ρεκλάμα τση τέχνης της, γιατί το Ερσάκι όχι ψαλίδι, μήτε τη σκούπα να μαζέψει τσί τρίχες δεν ήξερε να πιάκει κι εκοιταζότανε τσου καθρέφτες όλη την ώρα.
– Δε την άφηκα να μου περάσει το καρφί στη γλώσσα γιατίς εσκιάχτηκα μη με πνίξει αναστέναξε η Όργα.
– Κρίμα ωρή θα τον εβούρλιζες το Μίκιο, μούπε ο Σπύρος ότι η παγιά του είχε καρφί στη γλώσσα κι ότανε τού’κανε πομπίνο τονε γαργάλα’ε κι εφχαριστιότανε πολύ, τον έφτανε στα ουράνια!
– Ναί μούπανε πως είναι σα να σε γαζώνει ραφτομηχανή! Ωρή στ’αφάλι όλο το ζωδιακό κύκλο σου πέρασε, σα τση Μαντόνας.
– Κι εσένανε το σταυρουδάκι στο φρύδι σα Παναγιά σ’έκαμε!
Μπουκάρει κείνη την ώρα στο δωμάτιο η Σταματέλα κι έφριξε.
– Πείτε σε κείνη τη φθισικιά να σας μπήξει από μιά μποκολέτα στο πράμα σας να το σφρα’ίσει να φαινόσάστενε παρθένες μη και βρείτε κανά κουτόνε και σας βάλει στεφάνι.
Η Αγγιολίνα που επαραμόνευε τσι κουβέντες μέσα από το κουζινί εσυμπέρανε:
– Ωρές κοπέλλες δίκιο έχει η γυναίκα, έτσι και τηνε κάμετε, θα θυληκώσει ο στρόπος τ’άντρα μέσα τσού κρίκους και θα τονε σύρετε αιχμάλωτο μέχρι δώ να σας ζητήξει, μηδά θα μπορεί να κάμει κι αγιώς.


