back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 7

    Οι κοκκυκιές ανθίζουν και φέτος

    Όταν οι Ενετοί επιδότησαν την δενδροφύτευση της Κέρκυρας με Ελιές, επέβαλαν μια καταπράσινη ομοιομορφία απ’ άκρου εις άκρο του νησιού.
    Αιωνόβια άγρια δένδρα εκριζώθηκαν προκειμένου να γίνει το νησί , εκτός των άλλων , και παραγωγός λαδιού.
    Η κύρια χρησιμότητα του λαδιού ήταν η παραγωγή σαπουνιού ,ως του μόνου βιομηχανικού απορρυπαντικού της εποχής , καθώς και η βάση για την παραγωγή ενός εύφλεκτου υλικού κατάλληλου για τον φωτισμό των πόλεων.
    Ελάχιστα άγρια δένδρα επέζησαν από αυτήν την γενοκτονία.
    Ανάμεσά τους και οι κοκκυκιές.
    Αλλού τις λένε κουτσουπιές.
    Λένε ότι είναι το δέντρο από το οποίο κρεμάστηκε ο Ιούδας.
    Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που καθιερώθηκε το μωβ ως το πένθιμο χρώμα.
    Είναι πολλοί αυτοί που ουδέποτε το είχαν σε υπόληψη αυτό το δέντρο.
    Θα ήταν αδιανόητο , ας πούμε, να κρεμαστεί ο Ιούδας από μια αχλαδιά η από μία κερασιά.
    Όπως επίσης θα ήταν αδιανόητο να δούμε στην πάνω πλατεία να βγάζει βόλτα κάποιος αντί για σκύλο μια κατσίκα.
    Ακόμα , ουδείς ποιητής θα ασχολούταν με ένα τέτοιο δένδρο.
    Θα έπρεπε να πει , ας πούμε , «..καθώς εσκόρπιζεν η κοκκυκιά τα ροδοπέταλά της» η «ετίναξε την ανθισμένη κοκκυκιά με τα χεράκια της».
    Δεν γίνονται αυτά τα πράματα.
    Συνήθως ασχολούμαστε με ότι μας εξυπηρετεί γαστρονομικώς.
    Θυμάμαι έναν μνημειώδη διάλογο από τον «Ζορμπά».
    -«Τι πουλί είναι αυτό;»
    -«Τίποτα. Δεν τρώγεται.»
    Σε πείσμα ,όμως, των απανταχού εραστών των «ωφέλιμων» ζώων και φυτών οι εναπομείνασες κοκκυκιές επιμένουν να ανθίζουν διάσπαρτες σε όλο το νησί.
    Ξαφνικά , μέσα στην άνοιξη τέτοιες μέρες, το καταπράσινο τοπίο στολίζεται με μωβ πινελιές για λίγες βδομάδες.
    Κάθομαι στην πλατεία , στα τίλια και πίνω τον καφέ μου.
    Κάποτε κάποιος ευφυής γεωπόνος φύτεψε εδώ τα δέντρα της παλαιάς χλωρίδας της Κέρκυρας πριν την δενδροφύτευση του νησιού με τις ευεργετικές και απολύτων απαραίτητες ελιές.
    Αγριοκαστανιές , τίλια, βαλανιδιές και κοκκυκιές μετατρέπουν την πάνω πλατεία σε μουσείο φυσικής ιστορίας και ελάχιστοι το γνωρίζουν.
    Σκληρά, άγρια, αιωνόβια και όμορφα δέντρα κατάλληλα και δοκιμασμένα στο κλίμα μας.
    Θα μπορούσε η δήμαρχος να τοποθετήσει μια πλακέτα που να ενημερώνει περί τούτου τους περιπατητές αλλά μάλλον δεν θα το γνωρίζει καν.
    Απέναντί μου η κοκκυκιά ανθίζει και φέτος.
    Σκέφτομαι ότι η κοκκυκιά διαφοροποιείται τόσο αργά που μάλλον δεν θα αντιλαμβάνεται το τόσο γρήγορο πέρασμα των ανθρώπων από μπροστά της.
    Ίσως και να αγνοεί την ύπαρξή μας.
    Το χειρότερο όμως είναι ότι οι άνθρωποι περνούν τόσο βιαστικά από δίπλα της που μάλλον , και αυτοί αγνοούν την ύπαρξη της .
    Κρίμα.
    Μπροστά μου μια παρέα μαθητών από κάποια άλλη πόλη χαλάει τον κόσμο . Βγάζουν φωτογραφίες και αστειεύονται.
    Ωραία εικόνα.
    Οι καθηγητές συνοδοί με πλησιάζουν και κάθονται στο διπλανό τραπέζι.
    -«Από εδώ είστε;» μου λέει μια καθηγήτρια.
    Φοράει γκρίζο ανοιξιάτικο ταγέρ και ψηλά τακούνια .
    -«Μάλιστα κυρία μου» απαντώ.
    -«Και ..δε μου λέτε … αυτό το δέντρο απέναντι , τι είναι;»
    -«Κοκκυκιά» απαντώ.
    -«Και τι κάνει;»
    -«Καλά είναι υποθέτω… βλέπετε κάτι ανησυχητικό;»
    Χαμογελάει συγκρατημένα.
    -«Όχι.. εννοώ τι φρούτα κάνει»
    «Δεν κάνει φρούτα , κυρία , αλλά μας είναι απολύτως απαραίτητη». Απαντώ.
    -«Σε τι πράγμα;» ξαναρωτά.
    -«Είναι πολύ όμορφη κάθε τέτοια εποχή και, δυστυχώς, μόνο για λίγες βδομάδες ».
    Με κοιτάει ανήσυχη, τραβιέται ελαφρά πίσω και παίρνει θέση άμυνας.
    Φαίνεται ότι στα μέρη της δεν συνηθίζονται τέτοιοι διάλογοι.
    Συνεχίζω.
    -«Μπορείτε κυρία μου να φαντασθείτε τον κόσμο μας χωρίς κοκκυκιές;» .
    Ο καθηγητής δίπλα της μειδιά.
    Είπα να συνεχίσω το σφυροκόπημα αλλά την έσωσε από τα νύχια μου ο σερβιτόρος.
    Το περιστατικό δεν φαίνεται να έγινε αντιληπτό από την κοκκυκιά.
    Το συμβάν για αυτήν συνέβη με την ταχύτητα του φωτός .
    Συνεχίζει την πορεία της στον χρόνο, ήσυχη όσο δεν έχουμε ανακαλύψει επαρκώς τις θεραπευτικές της ιδιότητες.

    image_pdf

    Οι λουόμενες του ανεμόμυλου

    Την πρώτη φορά που τις είδα πήγε να μου φύγει το τιμόνι από το χέρι.
    Το επανέφερα την τελευταία στιγμή.

    Ήταν αργά το φθινόπωρο, κρατούσε ο καλός καιρός όπως και φέτος, έβρισκα τα πόδια μου στην Κέρκυρα και κατεβαίνοντας από το Κανόνι στην παραλιακή, ανάμεσα στα αυτοκίνητα, τα καφενεία, τον κόσμο που ντυμένος και comme il faut έκανε τη βόλτα του, όγκοι από γερασμένη και μαυρισμένη γυμνή σάρκα πρόβαλλαν πάνω στα κουρτελάτσα, ξαπλωτά στη σκαλίτσα, πλατσούριζαν ελαφρά στα ρηχά του γιαλού, κορμιά σαν πομπαρισμένα, πλισέ από τα χρόνια, φιγούρες τοτεμικές, κάνοντας τα μπανιερά να φαίνονται δυσανάλογα και εκτός τόπου, αφημένες όμως στο χάδι του ήλιου και της θάλασσας και στην καταπραϋντική ομορφιά του τοπίου, αδιάφορες για τους περαστικούς, τα μαρσαρίσματα, τις κόρνες, τις ματιές, αδιάφορες ακόμη και για τα νιάτα που περνούσαν δίπλα τους ή για τους συνομήλικους που η συστολή ή μια άλλη αίσθηση κοινωνικής ευπρέπειας τους έκανε να μην τολμούν να εκθέτουν τα δικά τους γηράσκοντα κρέατα στα βλέμματα των περαστικών.

    Τι σε ταράζει; Με ρώτησες. Τα γηρατειά; Ο ξεπεσμός του φθαρτού μας σώματος; Αυτό που τα τελευταία χρόνια όλοι κρύβουμε και φωτοσοπάρουμε επιμελώς, τόσο που δεν τολμάμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη το πρωί που ξυπνάμε; Αυτό προτιμάς, την ψεύτικη βιτρίνα ή την απόσυρση από τη ζωή;

    Πάμε λοιπόν να σε πάρω μια βόλτα στο γιαλό. Κατέβα από το αυτοκίνητο. Όχι, μην παίρνεις φόρα, μην περπατάς όπως όλοι τούτοι οι όψιμοι αθλητές που πάνε να κερδίσουν το θάνατο. Πιάσε με αλαμπρατσέτα, όπως πιάνονταν τα κορίτσια παλιά για να πούνε τα μυστικά τους, χαλάρωσε το βήμα σου, πιο θηλυκά παιδί μου, η ζωή θέλει λίγο νάζι, δεν θέλω να μου τρομάξεις τα κορίτσια. Ναι, σ΄αυτές πάμε, θέλω να στις γνωρίσω.

    Η Ντουντού, αυτή η πρώτη που βλέπεις, που είναι σα φώκια, δεν υπήρχε πιο ωραία γυναίκα σε όλα τα Μπακοτσιάνικα, τα ντεκολτέ της έκαιγαν καρδιές, χειμώνα – καλοκαίρι, αυτή όμως είχε μάτια μόνο για το Νιόνιο της. Εκείνη δίπλα της, η μισή μερίδα, σα λιανομαρίδα, η Όργα, αυτή γέννησε έξι παιδιά, δούλευε και στο εργοστάσιο του Δεσύλλα, με το που σχόλαγε έτρεχε να τα ταΐσει με την κοιλιά φουσκωμένη με το επόμενο, η Έμελι ήταν η πιο καλή μαγείρισσα στη γειτονιά, με το τίποτα χόρταινε κι ευχαριστούσε ένα τσούρμο, έλα να τη ρωτήσουμε τι φαί έφτιαξε σήμερα…

    Μόνο σεβασμό γι’ αυτά τα κορίτσια που δεν κλείστηκαν στην κάμαρα παραπονούμενες για τη σκληρή ζωή, τα νιάτα που φύγαν, τα λεφτά που είναι λίγα, τα παιδιά που είναι αχάριστα, τα αρθριτικά και τις αρρώστιες, τους πεθαμένους συντρόφους και αγαπημένους και που για μένα κάνουν τη μεγαλύτερη πράξη αντίστασης αντιμετωπίζοντας τούτο δω το βλογημένο κομμάτι παραλίας σαν το σαλόνι τους και την αυλή τους.

    Α και πρόσεξε, μη μου ταραχτείς, η Μαρίκα τα λέει λίγο σόκιν, ήτανε τσαχπίνα πολύ…

    image_pdf

    Η σεζόν ξεκινά…

    Η σεζόν ξεκινά και για ακόμη μια χρονιά στα ΜΜΕ προβάλλονται οι ελλείψεις προσωπικού.
    «Οι μαγαζάτορες του τουρισμού παραπονιούνται ότι δεν βρίσκουν προσωπικό και αναγκάζονται να μπουν και στην λάντζα επειδή οι “νέοι” προτιμούν να παίρνουν επίδομα παρά να δουλέψουν.
    Υπονοεί ότι πρέπει να μην δίνονται επιδόματα ούτως ώστε οι “νέοι” να μην έχουν άλλη επιλογή.
    Αντί δηλαδή να παίρνουν τα 300 του επιδόματος και να κάθονται, να παίρνουν τα 700 που πληρώνουν αυτοί για να δουλεύουν 12 ώρες επτά ημέρες την εβδομάδα υπό άθλιες συνθήκες εργασίας.
    Όποιος έχει δουλέψει σεζόν, καταλαβαίνει.
    Και είναι πραγματικά αστείο.
    Οι μαγαζάτορες, που θεωρούν τους εαυτούς τους το λιγότερο μεσοαστούς, θεωρούν ανήκουστο να μπαίνουν στην λάντζα αφού αυτό είναι κάτι που πρέπει να το κάνει μια κατώτερη τάξη από αυτούς, αυτοί που κακώς παίρνουν επίδομα από το κράτος.
    Και κατηγορούν το κράτος ότι δίνοντας τους επίδομα τους αποτρέπει από το να δουλέυουν αυτές τις σκατένιες δουλειές για πενταροδεκάρες, διαταράσσοντας έτσι την κοινωνική ιεραρχία: μπαίνει ο μαγαζότορας στην λάντζα!
    Λυπάμαι που νομίζετε ότι είστε μεσοαστοί, αλλά αυτό είναι και το λιγότερο και ταυτόχρονα το καλύτερο τρικ του νεοφιλελευθερισμού: Όλοι να είναι μικροαστοί και όλοι να νομίζουν ότι είναι μεσοαστοί υποθέτοντας της ύπαρξη μιας τάξης που δεν υπάρχει (ή μάλλον δύο).
    Αλλά ειλικρινά, δεν έχουμε άλλα καλοκαίρια να δώσουμε για τα κόμπλεξ σας.
    Δεν έχουμε άλλα χέρια να σπάσουμε κρατώντας τους δίσκους σας και πλένοντας τα πιάτα σας.
    Κανείς δεν πρέπει να δουλεύει 12 ώρες και 7 ημέρες σε μια δουλειά που τον κάνει να αισθάνεται απαίσια.
    Αν δεν μπορείτε να προσφέρετε ελκυστικές θέσεις εργασίας να μην έχετε μαγαζί.
    Αν δεν θέλετε να μπείτε στην λάντζα, να τα κλείσετε.
    Αν εκεί που σερβίρατε 150 τραπέζια και φτάναν οι καρέκλες μέσα στην παραλία τώρα σερβίρετε 70, δεν πειράζει, θα ζήσετε.
    Καλό καλοκαίρι σε όλους».

    _________________
    Σ.”Πι.Ντε.Μπαν”: Η χρήση του όρου “λάντζα” έχει συμβολικό μόνο χαρακτήρα. Στις τουριστικές υπηρεσίες περιλαμβάνονται κι άλλες δουλειές πιο βαριές και ταπεινωτικές.
    Όπως να ξεβουλώνεις τις τουαλέτες της παραλίας ή να φορτώνεις τη σκουπιδιάρα ή ακόμα να τρίβεις τη πλάτη του ανήμπορου υπέρβαρου βασιλέα του Μαρόκου, όπου στο ξενοδοχείο που καταλύει τα μπάνιο του δεν έχει μπανιέρα αλλά ψηλό μαρμάρινο πάγκο που το τέρας κάθεται στη μέση και δυο γυναίκες τον πλένουν και μια τρίτη αναλαμβάνει τις βρωμοποδάρες του.

    image_pdf

    Ανθρωποφύλακες

    Το βιβλίο «Ανθρωποφύλακες» είναι η προσωπική μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση για το απάνθρωπο χουντικό καθεστώς.

    Οι “Ανθρωποφύλακες” στηρίχτηκαν στο υλικό που περιείχε η πολυσέλι­δη κατάθεση του συγγραφέα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Το υλικό αυ­τό συντέλεσε αποφασιστικά στην καταδίκη της χούντας από το Συμβούλιο της Ευρώπης και υποχρέωσε τον δικτάτορα Παπαδόπουλο να αποσύρει τη χώρα μας από τον διεθνή αυτόν οργανισμό. Αποτέλεσε δε την κύρια αιχμή ενός διεθνούς κύματος διαμαρτυρίας για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα της Χού­ντας, που κορυφώθηκε με την έκδοση του βιβλίου.

    Οι “Ανθρωποφύλακες” είναι ένα βιβλίο εξαιρετικά επίκαιρο και σήμερα, δεκαετίες μετά, καθώς φωτίζει, τις συνθήκες που τρέφουν και γιγαντώνουν τις νεοφασιστικές ιδεολογίες στην σύγχρονη, ταλαιπωρημένη Ευρώπη. Όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του: “Δυστυχώς, οι Ανθρωποφύλακες δεν έχασαν σε επικαιρότητα. Το ίδιο «βαθύ κράτος» που εξέθρεψε τις χούντες του Μεταξά και του Παπαδόπουλου συντηρεί και τη Χρυσή Αυγή. Ρωτάτε γιατί ο κόσμος δεν αντέδρασε στη χούντα – μήπως αντιδρά στη φασίζουσα συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ; Όταν την αποκαλούσα έτσι, με λέγανε εξτρεμιστή, αλλά να που η υπόθεση Μπαλτάκου το επιβεβαιώνει. Το ακαταλόγιστο για ασφαλίτες και βασανιστές παραμένει: «Κάνε ό,τι θες, θα είσαι και μάγκας». Καμία συνέπεια, καμία τιμωρία. Βλέπουμε πώς αντιμετωπίζει η αστυνομία τους διαδηλωτές, είδαμε ότι σωφρονιστικοί υπάλληλοι δολοφόνησαν τον βαρυποινίτη Ιλίρ Καρέλι που το ίδιο το σύστημα έσπρωξε στην απελπισία, μετατρέποντάς τον σε θύτη και θύμα ταυτόχρονα. Αναβίωση φασιστικών φαντασμάτων συμβαίνει βέβαια κι αλλού, σε χώρες όπως η Ουκρανία αλλά και η πλούσια, πολιτισμένη Νορβηγία. Προφανώς κάτι πάει στραβά με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

    Πρόλογος στην πρώτη έκδοση

    “Μετά την 21η Απριλίου 1967, το δικαίωμα να υπάρξεις σαν πολίτης ήτα­νε αντίσταση. Σ’ αυτούς που επέμεναν να ‘ναι πολίτες, το νέο καθεστώς επέβαλε μια τυπική διαδικασία προσαρμογής στα νέα ιδανικά. Η διαδι­κασία θα μπορούσε να ονομαστεί γραφειοκρατική και δεν είχε κανένα ιδιαίτερο μίσος, έξω απ’ αυτό του παραδοσιακού αντικομμουνισμού.
    Προσπάθησα να παραμείνω πολίτης.”

    Η πολιτισμένη ανάκριση

    …όπου εξιστορούνται από το συγγραφέα όσα διαδραματίστηκαν σε ένα γραφείο του τετάρτου ορόφου στο κτίριο της Ασφάλειας. Πρωταγωνιστές, ο συλληφθείς Κοροβέσης και ο βασανιστής αστυνόμος Σπανός, ο οποίος είχε προβεί νωρίτερα στη σύλληψη του Κοροβέση, εντός της οικίας του, στις τρεις τα ξημερώματα. Μαζί είχε συλληφθεί και ένας φίλος του Κοροβέση, που τυχαία είχε βρεθεί στο σπίτι του εκείνη τη νύχτα.

    «Άκουσε παιδί μου. Η Ασφάλεια δεν βυζαίνει το δάχτυλό της. Δεν σε πιάσαμε αμέσως, για να δεις την καλοσύνη μας. Το τι έχεις κάνει από την ημέρα της Επαναστάσεως είναι γνωστό στας αρχάς. Δεν έχεις κάνει και λίγα πράγματα. Τα ξέρουμε όλα. Λοιπόν, σαν καλό παιδί, πες τα. Άντε, θα περάσεις καλά. Σκέψου ένα πράγμα μόνο: η Ασφάλεια για τους κακούς είναι Νταχάου και για τους ειλικρινείς Παράδεισος. Πρόσεξε, δεν εξετάζουμε την ενοχή σου, που είναι αποδεδειγμένη, αλλά την ειλικρίνειά σου, που θα καθορίσει τη δική μας συμπεριφορά. Σκέψου: Νταχάου ή Παράδεισος. Εγώ, παρόλο που δεν ’ξηγήθηκες εντάξει στο σπίτι, είμαι έτοιμος να σε συγχωρέσω».

    Φοβόμουνα. Αισθανόμουνα τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη μου. Είχα ακούσει καθαρά τη λέξη «Νταχάου» δυο φορές. Βρισκόμουνα στην Ασφάλεια, σ’ αυτόν τον μυθικό τόπο, που τόσα και τόσα είχανε γίνει. Όμως, ακόμα κι αυτή την ύστατη στιγμή, είχα μια κρυφή ελπίδα πως ίσως να ’ναι λόγια. Πιο καθαρά, σκέφτηκα πως μπορούσε και να την γλίτωνα.

    Απάντησα πως, έτσι γενικά που ρωτάει, δεν με διευκολύνει καθόλου. Του δήλωσα πως δεν έχω κανένα λόγο να κρύψω τίποτα και, αν μπορούσα να κάνω κάτι, θα το έκανα. Μόλις τέλειωσα αυτή τη φράση, ζεματίστηκα. Ωραία τα κατάφερα. Μέσα στα πρώτα τρία λεπτά είχα αρχίσει τις δικαιολογίες. Ντράπηκα, σιχάθηκα. Το καλό που βγήκε ήταν πως τώρα είχα αρχίσει να ηρεμώ. Φάνηκε ικανοποιημένος.

    «Ναι, παιδί μου, καλά έκανες. Μια που παραδέχτηκες, λοιπόν, πως ανήκεις στο Πατριωτικό Μέτωπο… και καλά έκανες που δεν το αρνήθηκες γιατί —ξέρεις τι έγινε;— η ηγεσία του Μετώπου μάς έχει δώσει πλήρη σχεδιαγράμματα, βέβαια, και η όλη διάρθρωση έχει διαλυθεί. Λοιπόν, θέλω να μου πεις όχι την καθοδήγηση —την ξέρουμε— αλλά τα ονόματα των ανθρώπων που είχες επαφή. Κατάλαβες; Αυτούς που έβλεπες. Άντε, λοιπόν, να τελειώνουμε γρήγορα».

    Διευκρίνισα πως δεν έχω παραδεχτεί τίποτα. Αυτές είναι δικές του εικασίες, που δεν πρέπει να γίνουν υποχρεωτικά δεκτές. Τσαντίστηκε και άρχισε ένας διάλογος. Τον παραθέτω αυτούσιο.

    «Τι ξέρεις για το Πατριωτικό Μέτωπο;»

    «Είναι μια οργάνωση που έγινε μετά την 21η Απριλίου και θέτει εμπόδια εις το έργον της Κυβερνήσεως».

    «Από πού τα ξέρεις αυτά;»

    «Από τον Κωνσταντόπουλο».

    «Πού κάθεται;»

    «Τον Σάββα Κωνσταντόπουλο, τον διευθυντή του Ελεύθερου Κόσμου. Η φράση που χρησιμοποίησα είναι δικιά του».

    «Ασιχτίρι, πουσταράδες, όλοι τα ίδια λέτε. Βλέπω το ’χεις μάθει το μάθημα καλά».

    «Δεν καταλαβαίνω».

    «Μην κάνεις τον μαλάκα τώρα. Ποιοι άλλοι ήτανε στην εφημερίδα;»

    «Ποια εφημερίδα;»

    «Ξέρεις, οι μαλάκες εδώ δεν περνάνε καλά. Εννοώ την εφημερίδα του Μετώπου».

    «Δεν την είδα ποτέ».

    «Εγώ δούλεμα δεν σηκώνω. Πού την έδινες την εφημερίδα;»

    «Δεν καταλαβαίνω τι με ρωτάτε».

    «Ποιος έμενε σπίτι σου;»

    «Η γυναίκα μου».

    «Εκτός από τη γυναίκα σου».

    «Εγώ φυσικά».

    «Κοίταξε, ρε πουσταριό… για τις βόμβες που έβαζες δεν σου λέω τίποτα. Για να δεις πόσο εντάξει είμαι. Σ’ τη χαρίζω εδώ, για να μην σε ντουφεκίσουν. Διαλέγω τα πιο ελαφριά. Άσε, λοιπόν, τις εξυπνάδες και πες μου. Ποιοι δουλεύουνε για σας στο θέατρο».

    «Νομίζω πως κάνετε λάθος. Δεν καταλαβαίνω για τι με ρωτάτε».

    «Θα καταλάβεις. Αυτούς τους ξέρεις;» Είπε μερικά ονόματα.

    «Είναι όλοι άγνωστοι».

    «Αυτοί λένε πως σε ξέρουν».

    «Δεν ξέρω».

    Εδώ περίπου τέλειωσε αυτός ο διάλογος. Έγινε έξω φρενών. Με βλαστήμησε. Μου είπε ένα «Θα το μετανιώσεις!», χτύπησε την πόρτα και έφυγε. Έμεινα μόνος. Ήμουνα ακόμα φοβισμένος, αλλά λιγάκι κάλμος. Δεν ήτανε και τόσο τρομεροί. Ανοίγει πάλι η πόρτα. Μια κεφάλα γίγαντα προβάλλει. Με ρωτάει αν είμαι μόνος κι έρχεται άγρια καταπάνω μου.

    Ενστικτωδώς κάνω μια κίνηση άμυνας.

    «Θα βρούμε και κανένα μπελά», μουρμουρίζει ο γίγαντας και κολλάει τη φάτσα του πάνω μου. «Πες τα, ρε μαλάκα! Τα ξέρουνε όλα, θα σε σακατέψουνε στο ξύλο, θα σε δώσουνε στους τρελούς να σε ρημάξουν. Εγώ σ’ τα λέω για το καλό σου. Εγώ που σ’ τα λέω τώρα, ξέρεις πως μπορώ να βρω τον μπελά μου;»

    Πριν προλάβω να αντιδράσω, έφυγε. Και πριν προλάβω να εξηγήσω το φαινόμενο του «καλού» συμβουλάτορα, ανοίγει η πόρτα με κλοτσιά και μπαίνει δεύτερος τύπος αγριεμένος. Φωνές ακούγονται από το βάθος. «Πιάστε τον τρελό. Ο τρελός θα σκοτώσει τον κρατούμενο». Ο τρελός αρπάζει την καρέκλα. Λέει:

    «Ρε πούστη, εσύ δεν ήσουνα που τον Δεκέμβρη σκότωσες τον πατέρα μου και του έβγαλες τα μάτια και τα ’παιζες κομπολόι; Α, ρε πούστη, τι έχεις να πάθεις τώρα που έπεσες στα χέρια μου».

    Τα πράγματα άρχιζαν να γίνονται σοβαρά. Σηκώθηκα από την καρέκλα και οπισθοχώρησα ως τη γωνιά του καλοριφέρ. Ο τρελός με την καρέκλα πλησίαζε σαν θηριοδαμαστής. Πρόσεξα πως χαμογελούσε. Μου φάνηκε λίγο σαν θέατρο. Με την καρέκλα προτεταμένη, με χτύπησε καμιά δυο φορές. Επανέλαβε τα ίδια λόγια. Τα χτυπήματα ήτανε συγκρατημένα. Το μάτι του χαμογελαστό. Πείστηκα ότι έκανε θέατρο. «Τη δουλειά μας», σκέφτηκα.

    Ακολουθεί δεύτερη πράξη. Μπαίνουν μέσα διάφοροι χαφιέδες και αρπάζουν τον «τρελό». Κάποιος με ρωτάει αν είμαι ακόμα ζωντανός, άλλος προσθέτει:

    «Τυχερός είσαι που δεν σε πέταξε από το παράθυρο».

    Τώρα πια ο τρελός ωρύεται:

    «Αφήστε με να πάρω το αίμα μου πίσω τώρα που τον πέτυχα».

    Τον καθησυχάζουν πως δεν μπορεί, δεν μπορεί να ’μουν εγώ, δεδομένου ότι το σαράντα τέσσερα ήμουν πολύ μικρός. Ο τρελός ανένδοτος ζητάει εκδίκηση και αδιαφορεί για τα λογικά επιχειρήματα. Κι εγώ να μην ήμουνα, έχω κομμουνιστική φάτσα και θα πληρώσω. Τα «Μήτσο μου, κάτσε φρόνιμα!» που του λέγανε, δεν είχανε καμιά επίδραση. Ακολουθεί η εμφάνιση του Σπανού. Λέει ένα «Φρόνιμα παιδιά!» και τα παιδιά, επικεφαλής του τρελού, απαντάνε «Μάλιστα, κύριε προϊστάμενε» και βγαίνουν ήσυχα, σχεδόν πολιτισμένα, σαν ηθοποιοί που έχουν υποκλιθεί στο κοινό και χάνονται στις κουίντες.

    Δεύτερος διάλογος:

    «Λοιπόν, πώς πάμε; Άλλαξες γνώμη;»

    «Μα δεν διατύπωσα καμιά γνώμη».

    «Δεν θα ξαναρχίσουμε τα ίδια. Γυρίζω από την ανάκριση του άλλου. Μας τα ’πε όλα για σένα. Θα τον φέρουμε μπροστά σου να τα πει και να σε κάνει ρεζίλι».

    Ο κ. Σπανός έλεγε ένα χοντρό ψέμα. Χάρηκα που το άκουσα. Ο φίλος μου ποτέ δεν είχε σχέση με την πολιτική. Είχα να τον δω σχεδόν πριν από το πραξικόπημα. Εντελώς τυχαία βρέθηκε σπίτι μου.

    «Δεν μου κάνει καμιά εντύπωση, κύριε ανακριτά. Και εγώ μπορώ να παραδεχτώ πως η γη είναι τετράγωνη. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι αλήθεια».

    «Η γη είναι ό,τι μ’ αρέσει, ρε παλιοπούστη. Και για να τελειώνουμε, είσαι ρε κομμουνιστής;»

    «Είμαι το πανίσχυρο Βιμ».

    «Είσαι κουμμούνα, ρε πούστη! Εκατό τόνους κομμουνιστικά βιβλία είχες σπίτι σου, και κάθομαι εγώ και σ’ ακούω».

    Άρχισε να με χτυπάει με μπουνιές· καθόμουνα ακίνητος και τον κοίταζα. Είχε κάτι χεράκια πολύ κοντά, σαν νάνου. Μετά μ’ έπιασε από τα μαλλιά κι άρχισε να με χτυπάει στ’ αυτιά με την κόψη της παλάμης. Έμενα ακίνητος. Ευτυχώς που άνοιξε η μύτη μου. Είχανε ματώσει και τα δόντια μου. Ήτανε καλό αυτό. Λερώθηκαν τα χέρια του και, έτσι όπως χτύπαγε, υπήρχε κίνδυνος να πιτσιλιστεί. Σταμάτησε, λέγοντας πως αν τον είχα λερώσει, θα το πλήρωνα ακριβά. Έφυγε. Πάλι μόνος. Το πουκάμισό μου είχε γίνει κατακόκκινο. Το στόμα γεμάτο αίμα. Στην πραγματικότητα δεν είχα πονέσει. Άλλα αισθήματα κυριαρχούσαν. Μια παρήγορη σκέψη: αν το ξύλο σταμάταγε εδώ, θα ’μουνα τυχερός. Κάτι παραπάνω κι από τυχερός. Ξαναγύρισε. Ευτυχώς, δεν τον είχα λερώσει. Ήτανε ήρεμος. Σχεδόν χαρούμενος. Με κοίταζε χωρίς να μιλάει. Κάθισε στο γραφείο και εξακολουθούσε να με κοιτάζει. Του μίλησα εγώ, διαμαρτυρήθηκα, που να πάρει ο διάολος, σ’ έναν τόνο κόσμιο. Αρκέστηκα να του πω πως δεν μ’ έβρισκε σύμφωνο αυτός ο τρόπος ανακρίσεως, γιατί ήταν απάνθρωπος. Κάτι για τα δικαιώματα του ανθρώπου.

    Γέλασε και μου είπε:

    «Άκουσε, παιδί μου. Υπάρχουνε δύο τρόποι ανακρίσεως: ο πολιτισμένος και ο επιστημονικός».

    «Ποιος είναι ο πολιτισμένος;»

    «Αυτός που κάνουμε τώρα».

    «Και ο επιστημονικός;»

    «Αυτός που θα ακολουθήσει».

    ____________

    Υστερόγραφο

    “Αυτό το βιβλίο δεν θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικει­μενικοί άνθρωποι όλης της γης δεν βοηθούσαν, με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους, στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστη­ρίων. Εδώ, θα μπορούσαμε να εντάξουμε και ανθρώπους σαν τον ερευ­νητή του Διεθνή Ερυθρού Σταυρού, Μαρτί, που δεν βρήκε την ταρά­τσα ή σαν τον Αμερικανό γερουσιαστή Πουσίσκυ, που αφού «συνο­μίλησε με εκατοντάδες κρατουμένων, κατέληξε εις το συμπέρασμα ότι αι καταγγελίαι περί βασανιστηρίων και απανθρωπιών ήσαν τελείως αναληθείς και καθαρά μυθεύματα» ή ακόμα ανθρώπους σαν τους Εγγλέζους βουλευτές που συμμετείχαν στην περίφημη αποστολή Φρέιζερ, και που αποκάλυψαν, μαζί με τους Sunday Tίmes, ότι «αυ­τές οι δουλειές είναι λίαν επικερδείς»”.

    Αντί επιλόγου (Από τον πρόλογο της έκδοσης του 1994)

    “Καμιά φορά, ο έφηβος γιος μου ή άλλοι νεαροί και νεαρές -που βρί­σκουν τα δικά μας νιάτα ηρωικά και όμορφα-με ρωτούν για το τι πρέ­πει να γίνει για ν’ αλλάξει ο κόσμος. Κι εγώ τη συνταγή που είχα κά­ποτε την έχω χάσει πια. Μπορώ όμως να πω με σιγουριά: η βία, ο πό­λεμος, η μισαλλοδοξία, οι φυλακές, τα βασανιστήρια είναι η έσχατη αθλιότητα του ανθρωπίνου είδους, που τις ονομάζουν εθνοσωτήριες αρε­τές για να μπορούν να εγκληματούν χωρίς ενοχές. Θα έλεγα κι εγώ μα­ζί με τον Μπρεχτ: αλίμονο στη χώρα που έχει ανάγκη από ήρωες. Και θα πρόσθετα: αυτό σημαίνει πως δεν έχει πολίτες.
    Η ύψιστη επαναστατική αρετή σήμερα είναι να είσαι πολίτης. Και είναι ο πιο αποτελεσματικός φραγμός σε κάθε αυθαιρεσία.”

    ~ Οκτώβρης 1994

     

    *Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά σε 15.000 αντίτυπα το 1970, στη Σουηδία, από τον οίκο Raben & Sjorgen που είχε εκδώσει το βιβλίο και στα σουηδικά το ίδιο έτος. Η πρώτη στοιχειοθέτηση του βιβλίου από ελληνικό εκδοτικό οίκο ήταν από τις εκδόσεις Γνώση το 2007.

    image_pdf

    …Εν τη εννοία της εννοίας και ούτως ειπείν… αφιέρωμα στην… “Εθνοσωτήριo”

    Ένα θαυμάσιο λεύκωμα του Μίλτου Βασιλείου, που τα έζησε από κοντά, για τη μαύρη σημερινή επέτειο. Περιέχει ντουκουμέντα, κείμενα, βίντεο, φωτογραφίες, καθώς και το παλαιότερο άρθρο του συνεργάτη μας Δημήτρη Λεβέντη, “Ο καθημερινός φασισμός”.

    Δείτε το εδώ: https://faiakas.blogspot.com/p/21.html

    image_pdf

    Εις μνήμην του Γαβρίλου Βουλισμά

    Από “Τα παιδιά τση παγιάς πόλης”

    Έφυγε από τη ζωή σήμερα το πρωί (10/4), σε ηλικία 64 ετών ο αγαπητός σε όλους τους κερκυραίους και μη, κυρ Γαβρίλος Βουλισμάς…

    Ο άνθρωπος που γλύκανε τόσες γενιές κερκυραιοπαίδων, που συνέχισαν να τον τιμούν αυτόν και μετέπειτα τον γιο του Γιάννη όταν μεγάλωσαν κι έμαθαν και τα παιδιά τους να τρώνε γλυκό μόνο από του Βουλισμά.

    Για τα παιδιά μικρά και μεγάλα τση παγιάς πόλης ο Βουλισμάς αποτελεί σημείο αναφοράς.

    Είναι το γλυκό το φρέσκο, που ναι έχει ζάχαρη ωρές!!!!!!!!!

    Κι όχι συντηρητικά.

    Άμα θέλετε λάιτ να πάτε τσου μεταμοντέρνους ζαχαροπλάστες.

    Απ΄αυτουνούς τση τελεόρασης.

    Οι μπορσεβίκοι με ή χωρίς κρέμα επεράσανε δια παντός εις την πολιτιστική κληρονομιά του νησιού μας.

    Η ωραιότερη σαντιγί του κόσμου ήτανε δικό του δημιούργημα.

    Που μόλις εβγαίνανε οι φράουλες -οι δικές μας οι κορφιάτικες μιτσές και μυρωδάτες-, ετρέχανε οι μανάδες να πάρουνε τη σαντιγί τη φρέσκια από του Βουλισμά για να τηνε ταΐσουνε εις τα τέκνα τους.

    Οι τούρτες των παιδικών μας χρόνων και των παιδιώνε μας, δικές του.

    Οι κορμοί του και η περίφημη κασετίνα… αυτή που και η νεότερη γενιά Βουλισμάδων τηνε φτιάνει αριστουργηματικά και δεν προλαβαίνεις να γυρίσεις τη πλάτη σου, κι έχουνε εξαφανιστεί όλες.

    Οι πιο μυρωδάτες φογάτσες και κολομπίνες.

    Που τρως μια μπουκιά και ταξιδεύεις στην αχλύ του χρόνου…

    Γιατί η ΤΕΧΝΗ του κυρ- Γαβρίλου και του άξιου συνεχιστή του, του Γιάννη, είναι ένα ταξίδι στο χρόνο τση ζαχαροπλαστικής αλλά και στην εξελιξή της.

    Γεύσεις που έρχονται από τη Δύση από παγιά, που τσι βρίσκεις μόνο σε κάτι ζαχαροπλαστεία τση Νάπολης και του Βένετο . από κείνα τα παγιά, που τα φυλάνε σαν κόρη οφθαλμού οι ντόπιοι γιατί είναι μνημεία της πολιτιστικής τους κλερονομιάς.

    Είναι οι γεύσεις των Βουλισμάδων κλερονομιά για όλη τη περιοχή την ευρύτερη εδώ και κύρια για τις λαϊκές αικές τάξεις και την εργατιά.

    Με το φευγιό του κυρ Γαβρίλου, έφυγε-χωρίς να σβήσει- κι ένα κομμάτι από την αθωότητα και την χαρά όλων των παιδιών τση παγιάς πόλης , κι ας κοντεύουμε να πιάκουμε σε λίγο μπαστούνι..

    Καλό ταξίδι, γλυκό κυρ Γαβρίλε να έχεις.

    Δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ!!!!!!!!!!!!!!

    “Τα παιδιά τση παγιάς πόλης”.

    Που έθρεψες.

    Υ.Γ.

    Ο κυριος Γαβρίλης ο τελευταίος από τους πατριάρχες του κορφιάτικου γλυκίσματος μιας σπουδαίας παράδοσης καλλιτεχνών, τελευταίος ζωντανός κρίκος μιας μακριάς αλυσίδας μαστόρων, όπως του Σπόζιτου της νογκατίνας, του Μηλιού που ήταν ο πρώτος παγκόσμια που τόλμησε μαρμελάδα στρώση στο μιρφέϊ, του Γκρέμου της σοκολατίνας monster, του Μπούζη της μόκας και του γαλακτομπούρεκου, του Τσιμή που ανακάτεψε την γιαννιώτικη παράδοση με την ντόπια κι έβγαλε την θαυμαστή τυρόπιτα που οι Αθηναίες το Πάσχα εψωνίζανε ταψιά για το σπίτι και τις φίλες τους, του Πολίτη που αυτοκτόνησε επειδή του ξύνισε μια τούρτα και του κάμανε τη παρατήρηση και τόσων άλλων…

    Ο κυριος Γαβρίλης φαίνεται στην άκρη αριστερά στη φωτό.

     

    image_pdf

    Γλυκέ μου μπολσεβίκε

    Ο έρωτας κι η επανάσταση περνάνε από το στομάχι, ή τουλάχιστον ωραία θα ‘τανε να γινόταν. Επαναστατικός όμως είναι σίγουρα ο μπολσεβίκος της Κέρκυρας, κι όχι μόνο λόγω ονόματος, αλλά και λόγω του απροσδόκητου συνδυασμού “υφών”, που λένε και οι σύγχρονοι τηλεμάγειρες και ζαχαροπλάστες.

    Όλα ξεκίνησαν το 1936, στο ζαχαροπλαστείο Βουλισμάς, που βρίσκεται και σήμερα στο κέντρο της πόλης, χαμένο σε ένα καντούνι που δεν το πιάνει το Google maps. Η υποφαινόμενη βρέθηκε εκεί χάρη στην υπόδειξη ενός μύστη της κερκυραϊκής γης, τον οποίο και ευχαριστεί ιδιαιτέρως. Παλιακή με την καλή έννοια ατμόσφαιρα, βιτρίνες και στρόγγυλες γυάλες με διάφορα ντόπια και μη καλούδια, μικρός χώρος και εύκολη θέα προς το χώρο του εργαστηρίου, απ’ όπου έρχονταν κατά ριπάς μυρωδιές που απειλούσαν να με παρασύρουν από τον αρχικό σκοπό.

    Ζήτησα λοιπόν απλά και αποφασιστικά την παγκόσμια αποκλειστικότητα του καταστήματος, περίεργη για το τι ακριβώς θα είχα να αντιμετωπίσω. “Με κρέμα;” ήταν η πρώτη ερώτηση της κοπέλας, κάνοντάς με να σκεφτώ σε τριάντα νανοδευτερόλεπτα τρόπο να απαντήσω, δίχως να φανώ πανάσχετη τουρίστρια -η αλήθεια δηλαδή. “Τον κλασικό” απάντησα κι εγώ χαμογελαστά, με τη νεαρή να σπεύδει χαμογελαστή προς το εργαστήριο με τη διαβεβαίωση “θα σας φέρω τον παραδοσιακό”. Επέστρεψε λίαν συντόμως με ένα διάφανο πλαστικό κουτάκι, μέσα στο οποίο φαινόταν απεγνωσμένα στριμωγμένο ένα παχύ στρώμα κρέμας σεράνο πάνω από ένα σιροπιαστό παντεσπάνι.

    Αν στους κοινούς ανθρώπους η όλη όψη και το κόνσεπτ θα παρέπεμπε απλώς σε μια εξευρωπαϊσμένη εκδοχή του εκμέκ καταΐφι, στους Κερκυραίους το σχήμα του γλυκού θύμισε ουσάνκα, το παραδοσιακό ρωσικό καπέλο που ταυτίστηκε φυσικά με τους μπολσεβίκους και τον Κόκκινο Στρατό. Είναι αλήθεια πως δεν ξέρω αν και πώς επέζησε της μεταξικής, ναζιστικής και μετεμφυλιακής λογοκρισίας η ονομασία, πιστεύω όμως ότι δύσκολα θα υπήρχε πραγματικός μπολσεβίκος να αντισταθεί στο συνονόματο γλύκισμα και στη συνακόλουθη οπορτουνιστική παρέκκλιση.

    Ο μπολσεβίκος είναι πολυεπίπεδος, σαν τη σοσιαλιστική οικοδόμηση. Η πρώτη εντύπωση είναι η πλούσια και λιπαρή, αλλά ταυτόχρονα αφράτη κρέμα σεράνο με μια ελαφριά εσάνς φουντουκιού (οι περιγραφές είναι καθαρά υποκειμενικές και δε βασίζονται σε γνώση της συνταγής), που λιώνει στο στόμα. Ακολουθεί ένα ευχάριστο ξάφνιασμα, καθώς αποδεικνύεται ότι το “παντεσπάνι” αποτελείται από δύο στρώσεις, σε ένα συνδυασμό τεχνικά απαιτητικό και γευστικά απρόσμενο. Η πρώτη είναι μια λεπτή στρώση ραβανί με διακριτό άρωμα εσπεριδοειδών που αγκαλιάζει τον “κρυφό” πυρήνα, που αποτελείται από κάτι σαν καρυδόπιτα. Καίτοι δεν αγαπώ πολύ το υπερβολικό σιρόπιασμα, οφείλω να ομολογήσω ότι στο στο συγκεκριμένο πηγαίνει πολύ και η “σιροπίλα” δε σκεπάζει τις αρωματικές αποχρώσεις, όπως συμβαίνει συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις.

    Μπορεί ο μπολσεβίκος να μην καταφέρει να επισπεύσει το ιστορικό προτσές, μπορεί όμως κάλλιστα να γίνει το σοσιαλιστικό επιδόρπιο του μέλλοντός μας. Προάγει τη συλλογικότητα και την ολιγάρκεια, ιδιαίτερα αν έχει προηγηθεί ήδη ένα χορταστικό κυρίως γεύμα. Μπορούν να το πιστοποιήσουν γύρω στους 10 συναδέλφους που μοιράστηκαν το – γενναιόδωρο στις διαστάσεις – κομμάτι.

    image_pdf

    Ψεκασμένος στη Γαρίτσα

    Η παραλιακή της Γαρίτσας έχει μήκος 1850 μέτρα από το άγαλμα του Σολωμού ως τον Ανεμόμυλο.
    Εδώ περπατούν καθημερινά τέσσερις βασικές κατηγορίες ανθρώπων.

    Α. Οι ερωτευμένοι .
    Αυτοί αναγνωρίζονται αμέσως. Είναι κάτω των τριάντα περπατούν ανά ζεύγη αμίλητοι και ολομεμίας γυρίζουν και αρπάζονται στα φιλιά σαν λυσσιασμένοι.

    Β. Οι ρεμβάζοντες.
    Εδώ ανήκω εγώ. Οι ρεμβάζοντες περπατούν αργά μόνοι η ανά ζεύγη , ενίοτε δε και κατά ομάδες.
    Κάθε τόσο σταματούν και συζητούν διάφορα θέματα όπως «αν σήμερα είναι η πανσέληνος του Οκτωβρίου η αύριο», «τι καιρός έρχεται», «που το πάει ο Ερντογάν» ή «Τι θα γίνει με την επιστολική ψήφο στις Αμερικάνικες εκλογές».

    Γ. Οι αθλούμενοι
    Αυτοί είναι συνήθως νεαροί με αθλητική περιβολή και τρέχουν σαν να τους κυνηγάνε.
    Σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας τρέχουν σε κυλιόμενους διαδρόμους γυμναστηρίων. Λατρεύουν το κορμί τους και οποιαδήποτε συζήτηση εκτός αυτού είναι αδύνατη.

    Δ. Οι Μπαϊπάς
    Εδώ , όπως καταλαβαίνετε πρόκειται για μια ολόκληρη κατηγορία που έχουν κάνει μπαϊπάς και που χωρίζεται σε υποκατηγορίες .
    -Οι «Με μονό μπαϊπάς» . Βαδίζουν πάντα μόνοι με ανήσυχο βλέμμα και βιαστικά σαν να θυμήθηκανε ότι έχουν ξεχάσει αναμμένο το μάτι της κουζίνας.
    -Οι «Με διπλό μπαϊπάς» Βαδίζουν πάντα μόνοι με τρομαγμένο βλέμμα , γρήγορα, με ανοιχτό δρασκέλισμα και κουνώντας μπρός πίσω τα χέρια σαν σε παρέλαση στην πλατεία της Ουράνιας γαλήνης.
    -Οι «Με τριπλό μπαϊπάς» . Αυτοί πηγαίνουν με γουρλωμένα μάτια καρφωμένα στο κενό , σαν να κάνουν προπόνηση στα πέντε χιλιόμετρα βάδην για τους Ολυμπιακούς.

    Υπάρχει και μια Πέμπτη κατηγορία που παλιότερα ήταν μόνο ένας αλλά, συν τω χρόνω, εμφανίζονται και άλλοι συγκροτώντας πλέον μια διακριτή ομάδα.
    Πρόκειται για τους ψεκασμένους.
    Ο θεμελιωτής και πρωτοπόρος των ψεκασμένων έτυχε να είναι γνωστός μου.
    Συνήθως κάθεται στα Κουρτελάτσα παραμονεύοντας το θύμα του.
    Μόλις περάσω με ακολουθεί και χωρίς να χάνει χρόνο μου λέει με ύφος μυστήριο:
    – «Μας παρακολουθούνε!»
    Κοιτάω τριγύρω.
    – «Ποιος μας παρακολουθεί;» ρωτάω χωρίς να περιμένω απάντηση.
    Ύστερα από καιρό που τον γνωρίζω ξέρω πλέον ότι το «ποιος» μας παρακολουθεί η το «γιατί» δεν έχουν απολύτως καμία σημασία για αυτόν.
    Βρίσκεται σε ένα Καφκικό ομιχλώδες τοπίο που αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα.
    Παλιότερα μου έλεγε ότι «Μας ψεκάζουν» .
    Αργότερα έλεγε ότι «Μας εμβολιάζουν».
    Πάντα υπάρχουν «κάποιοι» που για «κάποιους» λόγους «κάτι» θέλουν να μας κάνουν.
    Αρκούσε η αόριστη διαπίστωση ότι «κάποιοι» σκορπίζουν στον αέρα «κάποιο αέριο» με «άγνωστες επιπτώσεις» από τα αεροπλάνα της γραμμής.
    Ματαίως προσπάθησα να του εξηγήσω ότι «αυτοί οι άσπροι καπνοί των αεροπλάνων είναι ατμοποιημένος αέρας που τον χειμώνα τον βγάζουν και οι εξατμίσεις των αυτοκινήτων».
    Τίποτα.
    Εγκατέλειψα την προσπάθεια.
    Μετά γράφτηκε στου «Σώρα» και πίστευε ότι «εμείς οι καθαρόαιμοι Έλληνες» είμαστε κατευθείαν απόγονοι του εξωγήινου Θεού Απόλλωνα.
    Χάος!

    Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη του μέλλοντος (και του παρόντος).
    Τελευταία οι συσχετισμοί στους περιπατητές της Γαρίτσας αλλάζουν.
    Μειώνεται ο πληθυσμός των ερωτευμένων και των ρεμβαζόντων και αυξάνονται τα μπαϊπάς οι δρομείς και οι ψεκασμένοι.
    Αλλοίμονο μας αν αυξηθούν πολύ.
    Έχει γίνει ξανά στο παρελθόν.
    Όσο είναι λίγοι είναι μαζεμένοι. Αν, όμως, κυριαρχήσουν τότε στρέφονται ενάντια σε όσους δεν συμμερίζονται την άποψή τους.

    Αν χειροτερέψουν και άλλο τα πράματα εξετάζω κάποιες διεξόδους.
    Α. Να κλειστώ στο Ασκηταριό τσι Νυμφές.
    Β. Να βγω με το καριοφίλι στο χέρι από το Μεσολόγγι μου και να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα .
    Γ. Να βάλω δυο σώβρακα δύο φανέλες και δυο ζευγάρια κάλτσες στην βαλίτσα μου και να πάω να ζητήσω πολιτικό άσυλο στο Καπαρέλι μαζί με τον Νεράντζη

    image_pdf

    Ποίημα για τον Γαϊτάνο

    Το κάτωθι συλλεκτικό ποίημα “Για τον Γαϊτάνο” ανακαλύφθηκε από την Τατούμ Ο’ Νηλ στη σελίδα Ελληνικός Βόθρος και αναρτήθηκε στις 09-04-2015 στην Ταραντέλα Καριέρα τση Κέρκυρας.
    _________
    Καθώς περπάταε στο ναό να φτάσει στο ψαλτήριο,
    με το μαλλί σαντρέ ξανθό, από το κομμωτήριο,
    απλώνει το χεράκι του να πιάσει το τροπάρι
    και τονε φέρνει η μοίρα του μπροστά στον Κασιδιάρη.

    – Τι θέλεις καλέ σύ εδώ, του λέει με λάγνο βλέμμα,
    τι σχέση έχει ο θεός με το “τιμή και αίμα”;

    – Εγέρθητου μωρή λουλού του λέει ο Ηλίας
    (πού είχε φιλοσοφική τελειώσει στας Αγγλίας…)
    μετάνιωσα που έδειρα τη Λιάνα την Κανέλλη
    κι ήρθα να πάρω σχώρεση απ’ τον παπα-Βαγγέλη
    που είναι και καλός παπάς μα και καλός φασίστας
    κι όταν τελειώνει η λειτουργιά δουλεύει και μπασίστας
    σε μέταλ μπλάκ συγκρότημα μαζί με τον Καιάδα.
    …Ξέρεις, αυτό το… μόγγολο που ψήφισε η Ελλάδα.

    Κι’ όπως τα έλεγε όλα αυτά και την ψυχή του άδειαζε
    ο Πέτρος από μέσα του με πάθος τον χαλβάδιαζε,
    γιατί όπως και να το πείς, ο Ηλίας είναι ωραίος.
    (άσχετα αν στη Μιχαλού έχει μεγάλο χρέος).

    Και έτσι γνωριστήκανε και βγήκαν κι ήπιαν τσάι
    κι ένιωσε ο Πέτρος μέσα του σαν κάτι να κλωτσάει.
    σαν ένα φρόνιμα εθνικό, σαν κλέος ένα πράμα
    και φυσικά δεν άργησε να γίνει και το θάμα
    και ο Πέτρος μας δρασκέλισε της μοίρας το κατώφλι
    κι ένα φιδάκι τόσο δά πετάχτηκε απ’ το τσόφλι.

    Μα το φιδάκι θέριεψε κι έγινε μαύρο φίδι
    κι ο Πέτρος μας απέκτησε το νέο του στασίδι
    και χώθηκε σιγά-σιγά στου φασισμού τον βόθρο
    κι ούτε που έλειψε ξανά από κανένα όρθρο.

    Μαζεύονταν κάθε πρωί και ψέλνανε τροπάρια
    κι όλοι μαζί προσκύναγαν του χίτλερ τα παπάρια.
    Κι όταν τελειώναν οι ψαλμοί, σαν έπεφτε το γέρμα,
    βγαίναν να δείρουν αλβανούς κι όσους με σκούρο δέρμα
    έπεφταν μπρός στο δρόμο στον Άγιο Παντελεήμονα,
    κι ως πλάσματα πανέξυπνα κι απίστευτα νοήμονα,
    δε δέρναν μόνο αλλοδαπούς που είναι κάπως σκούροι,
    δέρνανε κι όσους μαύρισαν στα μπάνια στο Καβούρι.

    Κι έτσι ολοκληρώθηκε ο Πέτρος πιά ως άντρας
    κι ούτε που τούπανε ξανά πως είναι ντιγκιντάγκας
    διότι η Χρυσή Αυγή, εκτός απ’ όλα τ’ άλλα,
    πριν να σου δώσει γιά να πιείς του φασισμού το γάλα,
    ρίχνει μέσ’ στο ποτήρι σου χάπια τεστοστερόνης
    κι εκεί που είσαι γκέουλας γίνεσαι Παπαχρόνης.

    Κι έτσι λοιπόν τον έκαναν και Έλληνα μα και άντρα
    και του κρεμάσαν ύστερα και μια γαλάζια χάντρα
    μήπως και τον ματιάσουμε άμα τον συναντήσουμε,
    γι’ αυτό αν τον δούμε από κοντά, θα πρέπει να τον φτύσουμε.

    Που απ’ την πολλή ευσέβεια κι απ’ την χριστιανοσύνη
    προσκύνησε το φασισμό και την παραφροσύνη.
    Φτού σου λοιπόν λεβέντη μας φτού σου βρε παλληκάρι μας,
    πήρες το χρίσμα των ναζί, πάρε και το παπάρι μας!

    image_pdf

    Η εκλογή του Ιησού – Πραγματεία επί τη ιστορική επετείω της Λαζαρείας Αναστάσεως

    Ως λέγωμεν “Η εκλογή της Σόφη” επιχειρούντες απλοϊκήν παρομοίωσιν δια την ταινίαν εκ της οποίας επαραδειγματήσθη ο ΙΝΒΙ δια την επιχείρησιν φέρουσαν τον κωδικόν “Λάζαρος”.
    H δυστυχής Σοφία* ευρέθη πρό του κραυγαλέου διλήμματος επιλογής σωτηρίας του ενός εκ των τέκνων της ούτω και ο Κύριος Η.Ι.Χ ευρέθη πρό του διλλήματος απονομής αναστάσεως μεταξύ του συνδαιτήμονος είς τα ταβερνεία της Βηθανίας επιστηθίου φίλου Του Λαζάρου και του ευσυνειδήτως εργαζομένου εις την κραταιάν – έκτοτε – φιλανθρωπικήν οργάνωσιν της Μοσσάδ νεαρού ονόματι Χαφιεδάχ.
    Αφού εδίστασεν έν κλάσμα του δεπτερολέπτου εδιέταξεν: «Δεύρο έξω!!!» απευθυνόμενος πρός τον κολλητόν του απορίψας ταυτοχρόνως μετά πόνου ψυχής τον νεαρόν Ιουδαίον εθνικόφρονα καταδότην.
    Εὐθέως αἱ σάρκες ἀπεπληροῦντο, αἱ τρίχες ἀντεφυτεύοντο,
    αἱ ἁρμονίαι συνεδεσμοῦντο,
    αἱ φλέβες καθαρῷ αἵματι ἀντεγεμίζοντο.
    Ὁ Άδης κάτωθεν κοπτόμενος τὸν Λάζαρον προέπεμπεν πέραν της Αχερουσίας και των περιγραφών του Δάντη.
    Ἡ ψυχὴ Λαζάρου παρακρατουμένη καὶ ὑπὸ τῶν ἁγίων ἀγγέλων παρακαλουμένη τὸ ἴδιον εἰς τὸ ἴδιον μετεχωνεύετο ως το πνεύμα του λυχναρίου του Αλαδίν .
    Καὶ τὸ πάντων ἐνδοξότερον ἦν ὅτι πανταχόθεν δεδεμένος ἦν τοὺς πόδας καὶ τὴν ὄψιν κηρίαις καὶ ἀνεμποδίστως ἐβάδιζεν επιχειρήσας άλμα εις τριπλούν προσγειωθείς εις την αγκάλην της Μάρθας.
    ∆ιὸ καὶ ὁ Κύριος δραστικώτερον πρὸς τοὺς παρόντας ὄχλους παρεκελεύετο λέγων:
    «Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν!» συνεπλήρωσεν ο ηγήτωρ της δωδεκαμελούς αποστολικής μονάδος κομμάνδο στρατολογίας κομματικών μελών, μοδέλον των προιστορικών ΚΟΒών του τετιμημένου.
    Εν τη γενική εφορεία της ομηγύρεως διέφευγεν του Κυρίου ότι το γένος των Χαφιεδάχ ήτο συγγενές εξ αγχιστείας μετά της οικογενείας του μαθητού Ιούδα.
    Αι μητέραι των ενεργούσαν πλύσεις μεσοφορίων παρά τας όχθας του Ιορδάνη ποταμού επί μακρόν.
    Ούτω ο Ιούδας εκυριεύθη υπό εκδικητικής μανίας διά την παραμονήν εντός της κρύπτης του ασπόνδου φίλου καταδώσας τον ΙΝΒΙ είς τας διωκτικάς αρχάς διά αντεθνικήν ξενοκίνητον δράσιν με τας όποίας είναι αδύνατον να απεμπλεκεί είς κοινός θνητός.
    Μηδέ αυτός ούτος ο Μέγας ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών δέν ηδυνήθη να πείση αυτάς τας Αρχάς ότι δέν ήτο ελέφας.
    Τούτα είναι γεγραμμένα εις το κεφάλαιον ΧCIX των χειρογράφων του Κουμράν άλλως περγαμηνών της Νεκράς θαλάσσης τας οποίας ανέγνωσα εκ του πρωτοτύπου καταδυθείς διά σκαφάνδρου είς το βυθόν ταύτης. Και ανεγείρω την αγίαν εικόνα των διαδραματισθέντων εν Βηθανία.
    Τα υπόλοιπα τα έχετε διδαχθεί και εμπεδώσει από τας υπερπαραγωγάς “Ο Ιησούς από την Ναζαρέτ” , “ο Βασιλεύς των Βασιλέων”,  “Μπεν Χουρ”, “Ιησούς Χριστός Υπέρλαμπρο Άστρο”, “Η ζωή του Μπράϊαν” και πλήθος άλλων.

    Υ.Γ.
    Θα υπέπεπτα εις σοβαράν παράλειψιν εάν δεν ανέφερα ότι η υποδυθείσα την Σοφίαν κωμωδός Μερίλη Στρήπη εβραβεύθη διά την άψογον ερμηνείαν της διά του οσκαρείου αγαλματιδίου παρά της κινηματογραφικής ακαδημίας της πέραν του ατλαντικού ευρισκομένης συμπαντοκράτορος χώρας μητρός.

    image_pdf