back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 39

    Κίνδυνος πολέμου

    Σιόρρα Βιττόρια μου ξακουστή και σοφή,
    με λένε Σούλα και είμαι η κόρη του κυρ- Φώτη που είχε το μπακάλικο πίσω από τη πλατεία τση Λεμονιάς.
    Σου γράφω γιατί έχω ένα θέμα με το παιδί μου, το καμάρι μας, τη κολώνα του σπιτιού μας, το Μίμη μας.
    Ο Μίμης μας, που λες, έχει πάει φαντάρος.
    Δεν είναι μιτσός, είναι 38 χρονώ, αλλά τονε στείλαμε στην Ιταλία να γένει γιατρός και αυτός εγύρισε πέρσυ χωρίς να τεγιώσει με μία κούρσα Λάντσια Ξέσκεπη και για να μη τονε κάνει ο πατέρας του χαρκομανία από το κακό του, έτρεξε να πάει για φαντάρος μέχρι να καρμάρει ο μπάμπας.
    Επειδή έχουμε και το μέσο, (καθώς ημάστενε μες τσι κλαδικές του ΠΑΣΟΚ και τώρα εγενήκαμε με τον Αλέξη αλλά το άλλο μέρος από το σόι μας επήγε με το Κυριάκο και το Μπενι να τάχουμε μ’ολουνούς καλά δε ξέρεις τη γένεται) που και τώρα αυτό, να λέμε τη μαύρη αλήθεια, κυβερνάει, τονε έχουμε χώσει εις το Πεντάγωνο για να ειμάστενε ήσυχοι και για να πηγαίνει και να τρώει και τη μπριτζιόλα του εις τση αδρεφής μου, που του’χει και το προσούτο του. Γιατί εκεί τσι Ιταλίες έμαθε προσούτο και μοτσαρέλα και άμα δε φάει από δαύτα τονε πιάνει κάτι σα κατάθλιψις.
    Το λοιπό, που λες σιόρρα Βιττόρια μου, μου΄πε χτες η αδερφή μου ότι μπορεί και να γένει πόλεμος εκεί τσι Συρίες, με τσου Τουρκαλάδες και αυτοί για να κδικηθούνε θα βαρήσουνε μάς να ξεσπάσουνε και ούτε τσου Γιάνκηντες ούτε τσού Ρούσους για να φτάκουνε στη Μύκονο πόχει τουρισμό πλούσιο ότι θα πάνε να πολεμήσουνε ούλοι οι φαντάροι απ΄όλη την Ογρώπη και τσι Αμερικές, γιατί θέλουνε να μαζώξουνε το Βλαδίμηρο, που’ναι παιδί δικό μας ορθόδοξο, και να μην έχει άλλο βάση δικιάνε του εις τη Συρία και να’χουνε όλα τα πετρόγια τση Συριας δικά τους οι αφορεσμένοι που μας έχουνε φορτώσει μνημόνια.
    Και τι θα κάμει τώρα ο Μίμης μου;
    Ένανε τον έχω!!
    Να βάλω κάνα βύσμα καλό που έχω, να τονε βγάλω από φαντάρο, γιατί σου’πα δεν είναι και μιτσός, και να’χω το κεφάλι μου ήσυχο;
    Πε μου σιόρρα μου Βιττόρια γιατί δε μπορώ να κλείσω μάτι από την αγωνία!!
    Άσε που και ο Μίμης μου με παίρνει και κλαίει και μου λέει: “Μάμα, σκιάομαι!!
    Μάμα τι θα κάμω; Που θα βρω προσούτο και μοτσαρέλα μες τσου άθεους;”


    ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ

    Ωρή κοκόνα μου!
    Πρώτα, πρώτα τον έχεις κάμει τέγια κούταυλο το Μίμη σου.
    Έχετε κάνα όβολο τουλάχιστο εις τη μπάντα, γιατί έτσι που’ναι χωρίς φτυχίο και τέγια παιδί τση Μάμας, ποια θα τονε πάρει;
    Τέλος πάντω, ας έρθουμε εις το θέμα μας..
    Ο Ντογάνης είναι σκυλί δίχως δόντια όλο γαβγίζει αλλά με τσου πατρόνες του δε τα βάνει και έχει τη νιοραντσία ότι είναι ο νταβατζής τση γειτονιάς και οι Τράμπηδες δεν τσι θέλουνε τέτοιες ξυπνάδες και θα τονε μαζέψουνε κι ετούνος δίχως τσου καουμπόυδες δε τορμάει ν’ άνοιχτεί κατά κεί που γέρνει ο ήγιος
    . Που λες καλή μου, ο Βλαδίμηρος εσυνεννοήθηκε με τσου δεσπότες από την ΚέρκυραΜας και τσου είπε ότι τώρα όλα αυτά τα εκατομμύρια οι Ρώσοι που πάνε τσου Μεμέτηδες τουριζμό θα τσου στείλει στην ΚέρκυραΜας.
    Οπότε η ΚέρκυραΜας θα ωφεληθεί από τον πόλεμο, θα γεμίσουμε όβολα όπως παγιά!!!
    Τώρα βέβαια, που ο Μίμης σου είναι μπούρικο άφηκετονε καλύτερα να ξεσκονίζει το Πεντάγωνο γιατί ούτε για τουαλέτες στρατοπέδου δε κάνει.
    Κι όταν με το καλό σώσει, να του’χεις εσύ τη δουγιά έτοιμη τη τουριστικιάνε με τη βοήθεια τση εκκλησιάς και του Αγίου, μπας και μπορέσει και γένει τότσο άθρωπος!!
    Θα σου συνιστούσα να πάτε και εις το ρώσικο προξενείο στου Κάνουλα να υποβάλετε και τα σέβη σας, και πάρτε τσου και κάνα ρεγάλο!!

    image_pdf

    Πιπερόπιτα σεξουλιάρα

    Κοπέλλες απόψε σας έχω νοστιμιά εύκολη και οικονομικιάνε μαρτιάτικη για να πάρει το στεφάνι σας τα πάνω του μήπως και σας κάμει τη δουγιά και σας ζεσταίνει τότσο με τα τόσα κρύα του γδάρτη κι ας απαγορεύει τη πράξη η αυστηρή νηστεία.
    Το λοιπό.
    Παένετε στη λαική και παίρνετε πιπεριές, κόκκινες, κίτρινες και πράσινες τρία κομμάτια το καθένα ούτε κιλό δε βγαίνει.
    Περνάτε μετά από’να μπακάλικο από τσου απέναντι που τσου φέραμε δώ κι έχουνε γένει αθρώποι κι αγοράζετε 3-4 δράμια τραχανά και φύλλο ετοιματζίδικο γιατί οπι καινούργιες βαριοσάστενε να τάπλώσετε. Και φέτα σε τρίμα μαλακιάνε μιά οκά όχι παραπάνου.
    Κι όπως φεύγετε από τσι μίνες λίγα αυγουλάκια φρέσκα από κότες αλανιάρες.
    Τώρα ότανε ξεκινήσετε μη μού βάλετε τίποτις γάντια χερουργείου σα τη Μενεγάκαινα γιατί με πιάνει βουρλισιά που τη γλέπω και θα τηνε αρχινήσω τσι πετριές.
    Φαϊ πάμε να κάμουμε όχι ενχείρηση ανοιχτής καρδιάς και βρωμεί και λαστιχίλα μετά το πιάτο.
    Βάνετε λίγο λαδάκι απ’το χωριό στο τηγάνι να κάψει ,πελείτε λίγες πράσες μέσα και μετά όταν τσουρουφλιστούνμε βάνετε τσι πιπεριές κομμένες και καβουρντίζετε μέχρι να γένουνε χυλός αλλά όχι νιά-νιά.
    Εκεί προστέτε και μπαχαρικό μπόλικο μαύρο πιπέρι ,γλυκόκόκκινο και λίγο μπούκουβο να πάρει σπίρτο.
    Μη το παραχέσετε όμως γιατί το καφτερό αρέσει τσου δικούς μας αλλά όχι εις τσου ξένους κι αφτοί όπου δεν είναι συνηθιζμένοι βγάνουνε φρουτάκους κι έχουνε και καίλες και θα μάθει όλη η πιάτσα ότι τσου δηλητηριάσατε εξ επί τούτου…
    Εις το τέλος απλώνετε ένα ποτήρι του νερού τραχανά να μαζέψει τα ζουμιά και στρώνετε το μείγμα σε διπλό φύλλο.
    Τότε όπως είναι ζεστό χύνετε τρία αυγά από πάνου και τη φέτα.
    Καπακώνετε με μονήνε στρώση φύλλο και απεφτείας φούρνο τσού 180 θέρμη.
    Θα ροδίση μετά μιά δυό τσιγάλες μέχρι να τα πείτε με τη γετόνεισσα.
    Σερβίρετε και μετά μπανιαρίζεστε και περιμένετε το καλό σας εις το κρεβάτι να ιδείτε μη και πιάσει το κόρπο.

    image_pdf

    Ανασχηματισμός

    Ο σοφός λαός κάτι ξέρει από ανασχηματισμούς…

    image_pdf

    Ταξίδι σε κάποια παλιά κορφιάτικα καρναβάλια

    Κάθε χρόνο σαν έρχεται το τριώδιο οι αναμνήσεις πλημμυρίζουν τη σκέψη μου και παίζοντας διάφορα παιχνίδια μαζί της με ταξιδεύουν στα παλιά Κερκυραικά καρναβάλια, τότε που για τρείς συνεχόμενες εβδομάδες πολύχρονες μάσκαρες σεργιανούσαν στις γειτονιές κογιονάροντας τους περαστικούς και κάνοντας επισκέψεις στα σπίτια.
    Δεν είναι και λίγα τα χρόνια που τα καρναβάλια ήταν πηγή έμπνευσης, διασκέδασης και χαράς για τους κατοίκους του νησιού μας και επάξια ανταγωνίζονταν τα φημισμένα καρναβάλια της Πάτρας.

    Τότε ήταν και η εποχή που οι συντοπίτες μας ανεξαρτήτως κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών διαφορών συναντιόντουσαν και γλεντούσαν μαζί στις χοροεσπερίδες του Δήμου και των ομίλων του τόπου μας.

    Ακριβοντυμένες μαρκησίες και αιθέριες πριγκίπισσες στροβιλίζονταν στους ρυθμούς του βαλς και της σάμπα με μασκοφορεμένους ζορό, πειρατές και απάχηδες. Δίπλα τους βασιλόπουλα και σερίφηδες λικνίζονταν με κολομπίνες, ντόμινο και τσιγγάνες, που με τέχνη έκρυβαν την πραγματική τους ταυτότητα.

    Μια κάποια στολή και μια μάσκα από ζωγραφισμένο χαρτόνι ή ύφασμα, που καμιά φορά τη θέση της έπαιρνε μια παλιά νάιλον κάλτσα, ήταν τα φτερά που ταξίδευαν τους λάτρεις τους σε τόπους μαγικούς πασπαλισμένους με χρυσόσκονη, σερπαντίνες και χαρτοπόλεμο.

    Αμούστακα αγόρια με κοντοκουρεμένο κεφάλι και σπυράκια στο πρόσωπο πήγαιναν στα μπαρ μασκέ του Φοίνικα, βρίσκοντας έτσι την ευκαιρία να χορέψουν και να σμίξουν πάνω στο άγουρο κορμί τη μητέρα του φίλου τους, που έβλεπαν κρυφά στα όνειρά τους.
    Κοριτσόπουλα που η αυστηρότητα των γονιών τους απαγόρευε οποιαδήποτε σχέση πήγαιναν μάσκαρες στα κρυφά ραντεβού τους.

    Γυναίκες φτωχές αφοσιωμένες στο μεροκάματο που στη λάντζα άφηναν πίσω τη μίζερη ζωή τους, το μέθυσο άντρα τους και τα κουτσούβελα τους που έχοντας κάνει μια ξεθωριασμένη κουρτίνα στολή γλιστρούσαν αργά μες τη νύχτα και έπαιρναν μέρος σε διασκεδάσεις και γλέντια που η μοίρα τους είχε στερήσει.

    Οι αποκριάτικες φορεσιές έκρυβαν μαγικά και αγκάλιαζαν στοργικά οποιαδήποτε ιδιαιτερότητα δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε μικρούς και μεγάλους να ζήσουν έστω και για λίγες μέρες τα κρυφά όνειρά τους.

    Τα μπαλ ντ-ανφάν, τα μπαλ μασκέ, τα μπαλ ντε-τετ, που γίνονταν σε σπίτια και κέντρα καθώς και η πομπή του Καρνάβαλου τις τρείς τελευταίες Κυριακές της Αποκριάς έδιναν μια ξέχωρη πινελιά στο νησί μας.

    Ο Φοίνικας ερήμωσε, οι μεγάλες αίθουσες χορού έκλεισαν και η πομπή του σιόρ- Καρνάβαλου δεν είναι πια σατυρικά άρματα, κεφάτα γκρουπ και αυτοσχέδιες μάσκαρες αλλά καλοντυμένες και καλλίγραμμες μαζορέτες.

    Οι νέοι έφηβοι μ’ ένα ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι ψάχνουν να βρουν τα χαμένα τους όνειρα στη σκοτεινή γωνιά κάποιου μπαρ.

    Οι ματσωμένοι συντοπίτες μας με πρόσχημα το καρναβάλι, οργανώνουν πριβέ δίχως κέφι χορούς, πάνε σε πολυτελή ρεστοράν και κέντρα και ταξιδεύουν στη Βενετία για να παρακολουθήσουν εκεί τις αποκριάτικες εκδηλώσεις.

    Και οι υπόλοιποι παρασυρμένοι ακόμα γρανάζια της δύσκολης και πεζής καθημερινότητας τους προσπαθούν να ξεχαστούν παρακολουθώντας κάποια τηλεοπτική σειρά και καλοστημένες ειδήσεις κλείνοντας για πάντα το σεντούκι των αναμνήσεων με τις σκονισμένες καρναβαλίτικες στολές και το απραγματοποίητο φτερωτό τους όνειρο.

    image_pdf

    Και θέλω να το κόψω ρε γαμώτο…

    ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

    Ας περιγράψουμε πρώτα την ατμόσφαιρά του:

    όλη αχλύ,
    λυσίκομη και στεγνή,

    έτσι όπως αδιάκοπα τη δημιουργεί,
    πάντα ανάποδα αφημένο.

    Κι έπειτα το πρόσωπό του:

    ένας μικρός πυρσός μ’ ελάχιστο
    φως και πολύ άρωμα

    απ’ όπου κόβονται και πέφτουν,

    με κανονικό ρυθμό,

    μικρές μα υπολογίσιμες

    μάζες στάχτης.

    Και τέλος το πάθος του:

    η κάφτρα που φλέγεται

    κι απο-λεπίζεται

    μ’ ασημένιες φολίδες,

    ενώ οι πιο κοντινές της σχηματίζουν γύρω της

    ένα σφιχτό κολάρο.

    (Φρανσίς Πόνζ, Η φωνή των πραγμάτων, μτφ Χριστόφορου Λιοντάκη)

     

    Το κόβω.

    Από Δευτέρα.

    Τέλος.

    __________________

    Σ.Σ. Να υπενθυμίσουμε στη φίλη μας Βάντα το ευφυολόγημα του Μάρκ Τουαίν: “Το να κόψεις το τσιγάρο είναι το ευκολότερο πράγμα. Εγώ το ‘χω κόψει τουλάχιστον δέκα φορές.”

    image_pdf

    Να ΄ξερες φίλε τι μου θύμισες

    Ξεχείλιζε στο παιδομάνι και τις φωνές το συνοικιακό χαρτοπωλείο.
    Κορίτσια τα περισσότερα εξέταζαν προσεχτικά και χαρούμενα τα καλούδια του σχολικού εξοπλισμού της χρονιάς που ξεκίνησε, βιβλία, τετράδια, κραγιόνια πολύχρωμα όλα και προσαρμοσμένα στις επιταγές της μόδας και της τηλεόρασης. Ακόμα και γόμες που μυρίζουν αρώματα από φυτά ή κολόνιες.

    Οι νεαρές μανάδες περιποιημένες και σικάτες φρόντιζαν να μη λείψει τίποτα στα βλαστάρια τους και συμβούλευαν η μια την άλλη για τα φροντιστήρια και τους δασκάλους και τη δυσκολία να παρκάρουν (σαν γυρνάνε άσκοπα τ’ απογέματα από άχρηστα φροντιστήρια κενής και παπαγαλίστικης “παιδείας”)

    Κι αν λείψει τίποτα παραπέμπουν στον πατέρα.

    Τον πατέρα που όλα τα μπορεί.
    Κείνο το ζευγάρι μπήκε αθόρυβα και διακριτικά κρατημένο χέρι-χέρι.
    Δεν μοιάζαν πατέρας και γιος, αλλά είχαν το ίδιο κούρεμα που συνηθίζουν οι αδερφοί Σκιπηταραίοι γείτονες απέναντί μας.
    Από το σβέρκο ως τους κροτάφους με την ψιλή κι αφημένη μια τούφα μπρός στο μέτωπο.
    Κείνος μόλις θα ’χε σκολάσει, φόραγε ακόμα τα ρούχα της δουλειάς.
    Μια φόρμα που ήταν κάποτε μπλε, γεμάτη ξεραμένες μπογιές.
    Ο μικρός τριγύρναγε σα σβούρα και τα έξυπνα μάτια του τριγύρναγαν θαμπωμένα στα φανταχτερά εκθέματα.

    Τον έσερνε από τα χοντρά του ταλαιπωρημένα δάκτυλα να του δείξει αλλά ο άλλος είχε το βλέμμα ψηλά στο ταβάνι.
    Δεν ήθελε να δείξει πως αναμετριόταν με τη σκληρή στερημένη οικονομική πραγματικότητα κι ότι οι ανάγκες κι επιθυμίες του παιδιού δεν μπόραγαν να ικανοποιηθούν πλέρια.
    Κάτι θα ’λειπε απ’ τη χαρούμενη συλλογή, δεν μπόραγε.
    Οι μανάδες βρίσκουν, ξύπνιες κι ετοιμόλογες, τρόπο και τραβάνε τα παιδιά από τις βιτρίνες. Για τους πατεράδες είναι δύσκολο τούτο, αν όχι ακατόρθωτο. Κι εκείνος έσκυψε, κάτι ψιθύρισε στου μικρού τα’ αυτί κι αποσύρθηκε έξω. Κάθισε σ’ ένα πεζούλι και περίμενε με έκφραση παγωμένη και σκοτεινή.
    Το περιστατικό με πήγε χρόνια πίσω.
    Τότε που ένας άλλος ανήμπορος μεροκαματιάρης πατέρας είχε πάει με το γιο του στου Λυκούδη να αγοράσουν μπλε χαρτί για να ντύσει τα τετράδιά του και μια πλάκα ιχνογραφίας.

    Υπήρχαν τόσα όμορφα πολύχρωμα μολύβια εκεί, βιβλία για εξερευνήσεις και ιστορίες με ιππότες, και λάμες ξυλογλυπτικής από τις στρογγυλεμένες που δεν κόβονταν εύκολα όταν θερμαίνονταν στο ξύλο.
    Και τότε κείνος ήταν με τα ρούχα της δουλειάς κι είχε διπλώσει τη μαστορική του τη ποδιά πού ‘χε κρυμμένο το πορτοφόλι του γιατί δε προλάβαινε ν’ αλλάξει. Και τότε πάλι τα όβολα λείπανε και είχαν φύγει πικραμένοι κι οι δυο.

    Σκυφτοί και ξένοι από ένα τόπο χαράς.

    Κύρια ο πατέρας γιατί αυτός “δεν τα μπόραγε όλα” και φαινόταν σωριασμένος στα μάτια του παιδιού.
    Όχι τόσο για όσα έλειψαν, αλλά γιατί η κοπέλα του μαγαζιού μας έκανε παρατήρηση επειδή μύριζε κείνη η ποδιά.
    Οσμές βαρειές από το βυρσοδεψείο που δούλευε τότε ο πατέρας μου.
    Στο νέο λιμάνι ανάμεσα από τα δυο ξενοδοχεία.
    Μύριζε ο τόπος ολάκερος, πόσο μάλλον η εργατιά που δηλητηριάζονταν εκεί μέσα.
    Γκρεμίστηκαν κει στα μέσα του ’60.

    image_pdf

    Κορφιάτικη βαριά βιομηχανία

    Για τους “Ηρακλήδες” τα δημιουργήματα του Γιάννη Βαραγγούλη από τον Αη Μαθιά που έβγαλε πάνω από χίλια κομμάτια τις αρχές των 70’ς έχουμε ξαναγράψει.
    Πολυχρηστικά εργαλεία, λίγο τρακτέρ, λίγο φορτηγό, λίγο αυτοκίνητο στα μονοπάτια που χάραζαν οι γαιδάροι και συναντά κανείς ακόμα γύρω απ’ το Πεντάτι, το Παραμόνα, το Χαλικούνα…

    Κι όμως, υπήρχε ο Φίλιππας, μηχανουργός-σιδεράς στη Βίλα Ρόσα, που μοντάριζε σκαριά με την ίδια ιταλική μηχανή 12 αλόγων που παραγόταν στη Χαλκίδα στο εργοστάσιο της Ρεγκιονάρια.
    Το Design είναι διαφορετικό απ’ τ’ Αημαθήτικο.Συναντήσαμε ένα από τα δημιουργήματα του Φίλιππα, που είναι κινούμενο μανάβικο στα Μωραίτικα.

    Τώρα παράγουμε Μοχίτος και λούνγκους εξπρέσους…

    image_pdf

    Η «αυθόρμητη» λεπτομέρεια ως κυρίαρχο στοιχείο του όλου

    Δεν είχε πολλά περιθώρια να γυρίσει τη προέκταση της σκάλας προς το ταρατσάκι του μικρού σπιτιού πάνω ακριβώς στη στροφή από Αγρό για Μανατάδες.
    Τη στριφογύρισε μιάμιση φορά ο μάστορας κι επειδή θα “μπλόκαρε” το μάτι του παρατηρητή τη σκέφτηκε ανάλαφρη σχεδόν διαφανή.
    Απέφυγε το πλαϊνό “βαρύ”  δοκάρι κι έθεσε δύο λάμες που ακολουθούν τη περιστροφική γραμμή ανάβασης και συμπλήρωσε τη στήριξη όχι με αντηρίδα ή ρίχτι αλλά με μια πανέμορφη κι ανομοιόμορφη από πάτημα σε πάτημα έλλειψη.
    Μια ελλειψοειδής κίνηση μες την “δικτατορία” της ευθείας.
    Που κι αν η προβολή της εφάπτεται του δρόμου δεν ενοχλεί την κυκλοφορία.

    Η ιδέα του λαϊκού τεχνίτη που βάζει τα γυαλιά σε μάς τους τάχατες σπουδαγμένους “διπλωματούχους”…
    Κάτι που μετράει βαριά πάνω από βιβλία, νόμους και καθηγητάδες είναι η δικιά μας έκφραση:
    “Έτσι τού’ρθε κείνη τη στιγμή…”
    ή ακόμα καλύτερα
    “Τον έπιακε βουρλισιά και τόκαμε όπως ήθελε αυτός…”
    Εκείνες οι στιγμές θεμελιώνουν τα μεγάλα επιτεύγματα

    Υπάρχει κι άλλο ένα σιδερένιο αριστούργημα πέρα στο λιβάδι των Βελονάδων αλλά γι’αυτό άλλη φορά.
    Βγάζει δημιουργικούς σιδεράδες βόρεια η γειτονιά τ΄ Αγύρου.

    ΥΓ: Το ότι έχει φύγει ένα πάτημα και κρέμεται φθαρμένο στον αέρα δεν μειώνει την χάρη και την κίνηση της κατασκευής…

    image_pdf

    Το χνούδι της Ζαχουλιάς και η ευχή

    Δεν ήξερα πως το λέγανε αυτό το είδος πικραλίδας που φουντώνει το σφαιρικό του χνούδι τις αρχές της Άνοιξης.

    Ήξερα μόνο από παιδί τότε που είχε βλάστηση ακόμα το βουνό πάνω απ’ το Μαντούκι, πως κυκλοφορούσε ο θρύλος ότι αν φυσήξεις το χνούδι που θα σκορπίσει στον αγέρα κάνεις μια ανάποδη ευχή.

    – Έτσι να φύγει η φτώχεια και η κακομοιριά από πάνω μας!!
    – Έτσι να σκορπίσουν οι χωροφύλακες πού ’ναι πίσω από κάθε μας βήμα…

    – Να διαλυθεί η κακοδαιμονία που μας δέρνει

    Κι άλλα πολλά… που σχεδόν κανένα δεν έπιασε.

    Ο Τόκλης ο φίλος μου που’χει σκαμμένα τα χώματα του νησιού με νύχια και δόντια είπε πως είναι το θηλυκό της Ζαχουλιάς, δεν είναι ούτε ζέγκουνας ούτε τζαρουδιά όπως πολλοί τα λένε, κι είναι βότανο π’ αποξηραίνεται.

    Όσο για το Θρύλο της αντίστροφης ευχής μού ’πε ότι μια φορά έπιασε.

    Ήταν με μια κοπέλα του Πανεπιστήμιου που νόμιζε ότι δε της άξιζε. (Κείνα τα χρόνια που έσμιγε η εργατιά με τη γνώση)

    Ότι δε μπόραγε να σταθεί δίπλα της και στους γνωστούς της απέναντι ισότιμα, μια κι αυτός είχε παρατήσει τα γράμματα από νωρίς για το μεροκάματο.

    Αισθανόταν ασφυξία και σαν παρείσακτος κι ευχόταν για μήνες φυσώντας το χνούδι της Ζαχουλιάς να σβήσει η θερμή Αγάπη της για κείνον… να σκορπίσει σαν το λευκό της χνούδι στον άνεμο.

    Κι έτσι κι έγινε κάποτες.

    Από τότε δεν το ξαναδοκίμασε για τίποτα.

    Κι ας μετάνιωσε πικρά…

    image_pdf