back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 45

    Γαρίτσα

    Η Γαρίτσα έχει μετατραπεί σε λίμνη.

    Ο “μέσα δρόμος” με χαμηλά σπίτια και γωνία λήψης από τη σημερινή Πιτσαρία του “Χομεϊνί”, το Γκρην Παρκ.

    Οι Καμπιελώτες αποκαλούσαν τους και συνεχίζουν βέβαια τους Ολύμπιους Γαριτσιώτες μπακοτσιάνους.

    Από τα ομώνυμα μικρά ψαράκια του όρμου που στην κακοκαιρία γέμιζαν τα σπιτόπουλα του χαμηλού προαστίου.

    image_pdf

    Blik: Ένας ασύμμετρος έρωτας

    0

    Ένα αγόρι που μόλις έχει μετακομίσει στην καινούργια του γειτονιά ερωτεύεται σφόδρα ένα μεγαλύτερό του κορίτσι. Σκαρφίζεται πάμπολλα κόλπα για να αποσπάσει την προσοχή της και να κάμει χαλάστρα στις περιπτύξεις της με τον αχώνευτο τύπο με το μηχανάκι που την πάει  βόλτες.
    Μέχρι που χωρίζουν με ένα γλυκό φιλί γιατί είναι σειρά της να φύγει γι’ αλλού.
    Ένας συνομήλικος πιτσιρικάς θα έρθει ν’ αναπληρώσει το κενό.

    Εντυπωσιακό οκτάλεπτο σε βροχερό ντεκόρ μιας ανώνυμης εργατικής γειτονιάς με σκοτεινούς τούβλινους όγκους από τη Σχολή της Ουτρέχτης σε σκηνοθεσία Μπαστιάν Σκραβαντέλ.
    Πρωτότυπη και καλοδουλεμένη η ιδέα των “απρόσωπων” χαρακτήρων.
    Δεν υπάρχει έκφραση, βλέμμα, αισθήματα, παρά μόνο κίνηση.

    Παρεπιπτόντως “Blik”, ο τίτλος, σημαίνει βλέμμα, κλείσιμο ματιού.

    Πρωτοπορίες από τους ψυχρούς βορειοευρωπαίους που έχουν την άνεση και την υποδομή για να σκεφτούν και ν’ αποδώσουν.

    image_pdf

    Στο Βαλανιό στα δυο στενά σκοτώσανε το Σταλιν-ιά

    Για να πας στο Βαλανιό, τη πρώην μικρή Μόσχα, επερνούσες από κάτι Βράχια που τα λέγανε Συμπληγαδίτσια.

    Οδηγός ήτανε ο Ιωσήφης ο Διάσωνας θεός σχωρέστονε που επερνούσε νταλίκα από ποντικοπαγίδα.

    Απ’ ότανε σχωρέθηκε ο Γκιουζέπες ανάλαβε ο Νικήτας Κρουτσωφιάς από τη Χώρα της Οδησσός.

    Την έκαμε μουρδούγιο τη σεγκενωνία.

    Το ’ριξε στα γκρεμά το λεωφορείο.

    Τον έφαγαν τον Γκιουζεπίνο ύπουλα μαζί με το συγγενολόι του εκεί στα στενά κεί πού ’χε φάει τη μπόμπα από κάτι κουτούς Τεξανούς τουρίστες και την αντέγραψε να τη δώκει στους Βαλανίτες.

    Καμμιά βγνωμοσύνη όμως το Βαλανιό, έγενηκε Πασόκ και δεξιό και Περισσός και Σύριζας.

    Και θυμότανε το Γκιουζεπίτο με νοσταλγία.

    Αλλά στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα.

    image_pdf

    Το παιχνίδι των διαφορών

    Υπάρχουν φάτσες και φάτσες.

    Τα αισθητικά κριτήρια τα επιβάλει η στρέητ επικρατούσα ιδεολογία.

    Πασάρει παραμύθια, εικόνες, πρότυπα, στόχους, καλλυντικά.

    Έτσι κατηγοριοποιούνται τα πλάσματα.

    Και αποδίδονται επίθετα και παρατσούκλια που σε ακολουθούν ως τον τάφο.

    image_pdf

    Gianneno-Design

    Μετά τη Γκρενόμπλ, το Γκστάαντ, το Άσπεν, να και τα Γιάννινα.

    Δεν είναι πια πρώτα στα άρματα στα γρόσια και τα γράμματα.

    Προσαρμόζονται πια σε άλλους δρόμους πιο βατούς.

    Το χάδι φιλοξενίας που προσφέρουν λιτό κι ανθρώπινο χωρίς φτιασίδια.

    Μια κουβέρτα για τους ώμους στο μπράτσο της καρέκλας του φτηνού καφενείου.

    Ικανή να τυλίξει και ένα ζευγάρι που δεν έχει τόπο και μοίρα.

    Για λίγο.

    Μα τόσο πολύ βαθειά.

    Η χαραξιά της σουγιαδιάς στη μνήμη.

    Για μας που καυχιόμαστε ότι πρωτοπορούμε ετερόφωτοι από τη Δύση.

    Και στο βάθος οι πρωινές εφημερίδες με μανταλάκια σαν σε περίπτερο.

    Έχεις πατσίσει τον καφέ με τη φυλλάδα.

    image_pdf

    Πολιτιστικιά πρωτεύουσα τση Ογρώπης

    Σιόρα Βιττόρια μου τση Ταραντέλλας,

    είμαι η Βιβή, η κόρη του Μικέ του ράφτη, που’χε το ξακουστό το ραφείο εις την Πίνια.

    Καλλιτέχνης ήτανε ο κύρης μου σιόρα Βιττόρια μου, είχανε να το λένε οι κοντέσες και όλες οι αρχόντισσες που ραβόντανε εις του μπαμπά. Αφού λέγανε ότι τα σκέδια που τσου ραβε, τα κλέβανε οι Λωράν και οι Καρτιέ από τα Παρίσια, όταν ερχόσαντε διακοπές εις την ΚέρκυραΜας!! Τέτοιο χέρι είχε ο μπαμπάς μου ο Μικές!!

    Εγώ από το χρυσό του το χέρι δεν επήρα τίποτις. Κουλή τέγια σου λέω.. Όμως, τα παιδιά μου, από μιτσά φαινόντουσαν ότι ήτανε χρυσοχέρικα σαν τον πάππου τους!!

    Ο γιος μου ο Λάκης, παίζει τρομπόνι εις την Παγιά και όλοι λένε ότι θα κάμει μεγάλη καριέρα, παγκόσμιανε!! Είναι τότσο μιτσός, μόλις 11 χρονώ, αλλά λένε ότι οι μουσικοί από μιτσοί φαίνονται τι θα γένουνε!!

    Η κόρη μου η Φούλη, που είναι πάρα πολύ όμορφη, θα το πω, πιο όμορφη και από την Άντσελα μας, ποζάρει για μοντέλο και κάνει και σκέδια για ρούχα, σαν τον πάππου της η κοκόνα μου!!

    Θα μου πεις γιατί στα λέω όλα αυτά; Γιατί έμαθα ότι η ΚέρκυραΜας πάει να γένει πολιτιστικιά πρωτεύουσα τση Ογρώπης για το 2021!!

    Το’χουνε όλοι στη γειτονιά σίγουρο ότι θα γένει γιατί οι άλλοι οι βλάχοι και οι τουρκόσποροι, τι να’χουνε παραπάνω από την ΚέρκυραΜας;

    Έτσι σε πέντε χρόνια με το καλό, που θα’χουνε μεγαλώσει και τα παιδιά μου, θέλω να μου πεις εσύ που τα ξέρεις όλα, πως θα γένει να τα βολέψω στην πολιτιστικιά πρωτεύουσα;

    Μου’πε η Κική, η φουρνάρισσα, ότι στη Θεσσαλονίκη ακόμα τρώνε με χρυσά κουτάγια απ’όταν εγίνηκε πολιτιστικιά πρωτεύουσα.

    Πες μου το λοιπό σιόρα Βιττόρια μου, τι να κάμω για να βολέψω τα παιδιά μου κι εγώ ό,τι θέλεις θα σου το κάμω.


    Απάντηση

    Κοκόνα μου καλή,

    xαίρομαι που υπάρχει καλλιτεχνικιά συνέχεια στο σόι του μεγάλου Μικέ. Όμως για αυτό που με ρωτάς, πρέπει να σου πω ότι δεν έχει καμία σκέση που τα παιδιά σου αγαπάνε τσι τέχνες.
    Όποιος χώνεται σε αυτά τα πράματα και τρώει συνήθως δεν αγαπάει ούτε τ’αντερά του, είναι άχρηστος να κάμει οτιδήποτε και θέλει μόνο να κάθεται και να τρώει όβολα.

    Γιατί έτσι τσι καταντήσανε τσι πολιτιστικές πρωτεύουσες εις τη χώρα μας.

    Εχωθήκανε όλα τα ζα, τα αστοιχείωτα και οι μαφιόζοι και τα παιδιά του κοσμάκη εμείνανε να κοιτούνε σαν πεινασμένα ορφανά απ’όξω.

    Για αυτό άμα είναι και θέλεις πάση θυσία να τα χώσεις εκεί άρχισε να κάνεις χάρες και τζιριτζάντζουλες τσου πολιτικάντηδες απ’όλες τσι μπάντες όμως, γιατί δεν ηξέρεις ποιος θα κυβερνάει το 2021.

    Για καλό και για κακό, πήγαινε και καμιά βόρτα με κάνα ρεγάλο και στο γερμανικό προξενείο, αφού αυτοί μας κυβερνούνε στ’αλήθεια. Οι άλλοι μόνο στα ψέματα και παίρνουνε κι ένα κάρο όβολα.

    Άμα πάλι θέλεις να προκόψουνε τα παιδιά σου με την αξία τους, μόρφωσε τα και στείλτα σε καμιά χώρα τση προκοπής για να’ χουνε και δουγιά αλλά και να μη γιώσουνε και από τον καημό τους.

    Ό,τι θέλεις, κάμε. Η απόφαση δικιά σου είναι μάτια μου.

    image_pdf

    Λουτσίντα

    Κανείς δε θυμάται το πραγματικό της όνομα.

    Ίσως μόνο ο Παπαφλωράτος που τη φρόντιζε μέχρι τα βαθειά της γεράματα.

    Ήταν κάποτε παντρεμένη με οικογένεια και παιδιά.

    Έβγαζε το ψωμί της ξενοπλένωντας.

    Όταν όμως έβγαινε βόλτα με το κουτσό ιδιόρρυθμο βήμα της η πιάτσα στεκόταν προσοχή.

    Δε τη σταμάταγε τίποτε.

    Αλλοίμονο στα μιτσά που θα τόλμαγαν να την ειρωνευτούν.

    Τα τάραζε στις τσαντιές.

    Και ήταν θεόρατη κι αρωματισμένη πάντα με όλο το καλλωπιστικό της εξοπλισμό μέσα.

    Θαύμαζε και κουβέντιαζε μονάχα με ό,τι είχε στολή.

    Αστυνομικούς κι έφεδρους που βγαίναν για περατζάδα το βραδάκι, τότε που είχαμε ακόμα το Σύνταγμα στο Παλιό Φρούριο.

    Η μορφή της έμεινε μέσα μου σα σύμβολο των περασμένων μεγαλείων.

    Κείνων που πέρασαν και δε θα ξανάρθουν.

    Βρίσκονται κάποιες Λουτσίντες για να μας θυμίσουν τα ξεπεσμένα όνειρα.

    Της λαμπρής αριστοκρατικής Κέρκυρας, της Μεγάλης Ελλάδας, ακόμα κι αυτών των δικών μας των ανύπαρχτων σοσιαλιστικών κόσμων.

    image_pdf

    “Οι επιζήσαντες”: Υπάρχει ηθική στην επιβίωση;

    Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου 1972, ένα αεροπλάνο της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης που μετέφερε 40 αθλητές μαζί με παράγοντες μίας ομάδας ράγκμπι και το πενταμελές πλήρωμα, έπεσε σε μία βουνοκορφή στις Άνδεις στα σύνορα Χιλής και Αργεντινής, σε υψόμετρο 4.200 μέτρων.

    Οι επιζήσαντες

    Από τους 45 επιβαίνοντες, οι 12 έχασαν τη ζωή τους στη συντριβή ή λίγο αργότερα. Ακόμη πέντε είχαν πεθάνει μέχρι το επόμενο πρωί, και ένας υπέκυψε στα τραύματά του μετά από οκτώ ημέρες. Οι υπόλοιποι 27 επιζώντες βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις πολύ χαμηλές θερμοκρασίες που έφταναν έως και τους 40 βαθμούς Κελσίου υπό το μηδέν σε αυτό το υψόμετρο.

    Τρεις ημέρες αργότερα ξεκίνησε μία επιχείρηση αναζήτησης του αεροπλάνου η οποία ακυρώθηκε μετά από οκτώ ημέρες καθώς δεν είχε αποφέρει αποτελέσματα έως τότε.

    Οι επιζώντες είχαν στη διάθεσή τους ελάχιστες ποσότητες τροφής: μερικές σοκολάτες, διάφορα σνακ και μπουκάλια κρασί. Τις ημέρες που ακολούθησαν χώρισαν το φαγητό σε μερίδες και έλιωναν το χιόνι για να εξασφαλίσουν νερό. Στο βουνό, δεν υπήρχαν ζώα ή βλάστηση. Βλέποντας το φαγητό τους να λιγοστεύει οι επιζήσαντες σκέφτηκαν κάτι ανατριχιαστικό: να τραφούν από τη σάρκα των σωμάτων των νεκρών συνεπιβατών τους.

    Στο βιβλίο του “Miracle in the Andes: 72 Days on the Mountain and My Long Trek Home”, ο Nando Parrado αναφορικά με την εν λόγω απόφαση γράφει:

    «Σε μεγάλο υψόμετρο, οι θερμιδικές ανάγκες του οργανισμού είναι τεράστιες….. Λιμοκτονούσαμε…. Προσπαθήσαμε να φάμε λωρίδες από δέρμα από τις σκισμένες αποσκευές. Ανοίξαμε τα μαξιλάρια των καθισμάτων ελπίζοντας να βρούμε άχυρο…. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο εδώ εκτός από πάγο, αλουμίνιο, πλαστικό και βράχους.
    Όλοι οι επιβάτες ήταν Ρωμαιοκαθολικοί…. Κάποιοι συσχέτιζαν τον κανιβαλισμό με το τελετουργικό της Θείας Κοινωνίας. Άλλοι ήταν επιφυλακτικοί αρχικά. Συνειδητοποιώντας ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να παραμείνουν ζωντανοί, σύντομα άλλαξαν γνώμη».

    Το πρωί της 29ης Οκτωβρίου μία χιονοστιβάδα είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους ακόμη 8 άνθρωποι. Η ομάδα των επιζώντων θεωρούσε πλέον ότι έπρεπε να αναζητήσουν βοήθεια πέρα από τα βουνά. Μία τριμελής ομάδα ξεκίνησε την πορεία στο χιονισμένο βουνό με την ελπίδα ότι θα κατάφερναν να φτάσουν στη Χιλή και να επιστρέψουν στο σημείο της συντριβής για να σώσουν τους υπόλοιπους που θα έμεναν πίσω.

    Μετά από αρκετές ώρες περπάτημα προς τα ανατολικά βρήκαν την ουρά του αεροπλάνου η οποία δεν είχε υποστεί σοβαρή ζημιά. Μέσα και γύρω από την ουρά υπήρχαν βαλίτσες με τσιγάρα, καραμέλες, καθαρά ρούχα ακόμη και κόμικς. Η τριμελής ομάδα αποφάσισε να περάσει εκεί τη νύχτα και να συνεχίσει την πεζοπορία το επόμενο πρωί. Την επομένη, σχεδόν παγωμένοι μέχρι θανάτου, θεώρησαν ότι θα ήταν σοφότερο να αφαιρέσουν τις μπαταρίες από την ουρά και να επιστρέψουν στην άτρακτο από όπου θα έστελναν σήματα SOS με τον ασύρματο του αεροπλάνου.

    Οι μπαταρίες ήταν πολύ βαριές κι έτσι γύρισαν στην άτρακτο, απέσπασαν τον ασύρματο και κατευθύνθηκαν πάλι πίσω στην ουρά. Οι προσπάθειές τους να θέσουν τον ασύρματο σε λειτουργία απέτυχαν. Το ταξίδι πέρα από το βουνό ήταν πλέον η μόνη τους ελπίδα για να βρουν βοήθεια.

    Στις 12 Δεκεμβρίου 1972, δύο μήνες μετά τη συντριβή, οι Parrado, Canessa και Vizintín ξεκίνησαν το ταξίδι μέχρι το βουνό. Την τρίτη ημέρα του οδοιπορικού, ο Parrado έφτασε πρώτος στην κορυφή από όπου μακριά στον ορίζοντα διέκρινε την κόκκινη κοιλάδα της Χιλής. Οι Parrado και Canessa συνέχισαν να περπατάνε στο βουνό ακολουθώντας το ρέμα ενός ποταμού, στο τέλος του οποίου συνάντησαν ντόπιους κατοίκους.

    Μερικές ημέρες αργότερα ο Parrado οδήγησε ομάδες διάσωσης με ελικόπτερα στο σημείο της συντριβής της πτήσης 571 της Πολεμικής Αεροπορίας της Ουρουγουάης, όπου βρίσκονταν οι υπόλοιποι επιζώντες.

    Η απίστευτη αυτή ιστορία για την επιβίωση, τη δύναμη της ελπίδας, και τις ανθρώπινες αντοχές, έγινε ταινία και κυκλοφόρησε το 1993 με τον τίτλο «Οι Επιζήσαντες».

    Παρουσιάζουμε ένα ντοκυμαντέρ σε τρία 15λεπτα από παλιά εκπομπή της ΕΤ1.

    Συγκλονιστικό.

     

    image_pdf

    Οι κόκκινοι ναύτες

    Απογοητέφτηκα τέγεια!

    Ωρές εγώ ενόμιζα ότι μονάχα τα δικά τας τα φραγκάκια, τα αμερικανάκια και τα ελληνάκια επαίζανε όλη την ώρα με τα κινητά μας επροεκύψανε και τα ρωσσάκια!!

    Κουτιαίνονται οι κοπέλες μας εκείς εις τα κουμπιά και σκυφτά στέλνουνε μηνύματα από το Καμπιέλο εις το Φιντανατσάτο όπου πίνει καφέ εις το λιμάνι.

    Λές κι είναι δύσκολο να περπατήσουνε λίγο να πάνε να τον έβρουνε.

    Ή άμα δε τση αφήνει η μάμα να στείλουνε ένα ραβασάκι, μία νοτίτσια με μία φίλη τους.

    Να πάρει τον ομματιών του να ιδή τη τονε θέλει.

    Όχι!!

    Εκεί! Ποντίλιο!

    Μπίπ και μπίπ όλη την ώρα να βγάλουνε τα σώψυχά τους.

    Αλλά μου εκακοφάνηκε πολύ ωρέ κοπέλλες που είδα τσου Ρώσους νάφτες κι ήτανε όλη την ώρα εις τα κινητά από πάνου.

    Μάρτυς μου η φωτογραφία εις τη μέση τση Πιάτσας!

    Άμα επήρανε τα χούγια τα δικά μας που μυαλό να κάτσουνε να υπερασπιστούνε τα συμφέροντα τα λαικά τα παγκόσμια!

    Εκεί εις τη Συρία όπου πάνε θα τσου ρίχνουνε μπόμπες οι Αγιατολάδες κι αυτοί θα βγάνουνε σέρφι εις τα κινητα με τις εκρήξεις!!

    Να ιδούμε ποιός θα μας υπερασπιστεί τώρα πιά!!

    Θα πάω να κάμω αναφορά εις το Γουλή που είναι εδώ κοντά εις την Οβριακή να το μάθει κι αυτός και να ειδοποιήσει το Ναυαρχό τους να τσου συμαζέψει.

    Δεν είναι πράματα ετούτα.

    image_pdf

    Το θέατρο των παιδικών μας χρόνων

    Σ’ αυτό το πλάτωμα που βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του Παλιού Φρουρίου ήταν το θέατρο των παιδικών μας χρόνων.

    Παλιότερα ήταν πεδίο ασκήσεων για τα φαντάρια που στρατοπεύδευαν εκεί.

    Εκεί δίνονταν οι παραστάσεις από τον Καλλιτεχνικό Όμιλο «Πορεία» κάθε καλοκαίρι, πριν έρθει η Χούντα και τα κάμει όλα ρημαδιό.

    Σε μια εξέδρα χαμηλή, ούτε μέτρο δεν ήταν, στρωμένη με ύφασμα κάποτο και πίσω ένα μπλόκι από ξυλοκατασκευή για πλάτη των σκηνικών.

    Εμείς μικρά μαντουκιώτικα με γδαρμένα γόνατα και σημάδια από πετριές στο μούτρο οδηγηθήκαμε εκεί από περιέργεια για να δούμε τα μπούτια από τις μπαλαρίνες της Ραλλούς Μάνου.

    Χωρίς να πλερώσουμε εισιτήριο φυσικά, από τη σκαλινάδα των μπουντρουμιών που είναι πιο ψηλά χάζευε μια πεντάδα τσέτα.

    Ο κοντός κύριος μας έκαμε νόημα χωρίς να μας διώχνει, μιλούσε με φωνή ευγενικιά, όχι δασκαλίστικη, και τσέβδιζε τόσο δα:

    – Θα σκοτωθείτε από κει πάνω που στραβολαιμιάζετε! Ελάτε να σας μπάσω μέσα!

    Αυτό ήταν.

    Πήραμε διαβατήριο για άλλο κόσμο.

    Εμείς που το μόνο που ξέραμε ήταν να γιουχάρουμε στους θερινούς σινεμάδες σαν έφτανε το παλικαράκι να καθαρίσει τους κακούς και να σφυρίζουμε αν έβγαινε καμμιά παρδαλή με μπικίνι, εμείς βρεθήκαμε σε μια άλλη διάσταση.

    Η εργατιά που ξέραμε ήταν εκεί σενιαρισμένη Κόμμισα.

    Ο Γιοχάλας, που έκοβε πάγο και τα δάκτυλά του ήταν σα λουκάνικα γεμάτα βορδόνους, κι ο Θωμας ο αχθοφόρος, πού ’χε κουβαλήσει καραβιές μπαγκάζια με το καροτσάκι του, είχαν ισιώσει την πλάτη τους. Και ο “Ξυδάτος”, που επούλαγε χταπόδι σ’ ένα τενεκέ και μύριζε όλος ψαρίλα κι ιδρώτα. Ήσανε φρεσκοξυρισμένοι με κοστούμια λινά και οι κυράδες τους με φορέματα κλαρωτά με πιέτες, όλη η ΕΔΑ εδώ πέρα.

    Και ακούγανε και βλέπανε προσεχτικά δίπλα στην αριστοκρατία, και δεν τους ξεχώριζες από τους αρχόντους, σε ατμόσφαιρα εκκλησιαστική που είχε μυρωδιά κατάνυξης και σεβασμού.

    Κατάλαβα τότες ότι εκείνο που εξομοίωνε όλο το ακροατήριο και το έκανε μια κοινωνία, ένα σώμα, ήταν η παράσταση που εξελισσόταν στην πρόχειρη σκηνή, με τις αέρινες παρουσίες των κοριτσιών που φαινόταν να ‘ρχονται από άλλο πλανήτη να μας ναρκώσουν με αρώματα ξωτικά και να εξαφανιστούν.

    Κι από τότε, όποτε είχε παράσταση, πλενόμαστε καλά στο μαστέλο από το απόγευμα και πηγαίναμε νωρίς να βοηθήσουμε στο στήσιμό της, και γλυτώναμε το εισιτήριο, μέχρι να έρθει η ώρα να προλογίσει όπως πάντα ο Μάχος ο Ρούσης και να τα κάμει λιανά να καταλάβει το πόπολο.

    Σχεδόν κανείς δεν υπάρχει από αυτή τη γενιά της ΕΠΟΝ που καλλιέργησε τον Πολιτισμό στη Κέρκυρα, μοναχά η κυρά Μαρία η Τσατσοπούλου ζει. Ο Φίλιππας Βλάχος, ο Μάχος, ο Πίπος, η κυρά-Εύα Λεβέντη, η κυρά Γιολάντα από τη Σίγγερ, ο Μωραίτης ο Γιάννης, ο Φραντζής, η Μαρί η Μωραίτη η μοδίστρα κι άλλοι πολλοί.

    Ήταν σοφά διαλεγμένη εκείνη η γωνιά.

    Χωρούσε και χωρά πολύ κόσμο και πέρασαν από εκεί ο Κούν, ο Αρμένης, ο Καρακατσάνης, ο Χατζιδάκις, η Μάνου, η Πλιάτσικα, η Νικολούδη.

    Αλλά εκείνος που έμεινε για πάντα ζωντανός στη μνήμη μου ήταν ο Βύρωνας Κολάσης. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πώς ένας δίμετρος, μαυριδερός άντρας μπορούσε να παράξει τέτοιες υπέροχες νότες από το βιολί του. Ο Αρχιμουσικός της Εθνικής Σκηνής είχε δυνατότητες πέρα από τη μικρή μας χώρα.

    Τώρα υπάρχει χώρος στην τεράστια αλάνα τ’ Αη-Γιώργη για τους ατάλαντους, που το μόνο που ξέρουν είναι να λικνίζουν τα πισινά τους…

    image_pdf