Το Μίκιο πόχει κάμει και Σκολή, έχει μάθει τορναδόρος κ’ είναι καπολαβόρος σε μηχανουργείο εις το παγηό Λιμάνι τόνε σποζάρει η Αγγιολίνα για την Όργα τη γετόνισσα.
Τσ’ είχε μπει η Μαλίνια μέσα της Αγγιολίνας γιατίς η Όργα η θυ’ατέρα τσι Γετόνισσας είχε βάλει ένα κάνταρο στη ζγόρνα με τσι τελευταίες βροχάδες να μαζώξει νερό και δεν έλε’ε να σώσει.
Η Αγγιολίνα άκουε προσεχτικά το βρισίδι πόπεφτε από τσι δυο γειτόνισσες για τη ζγόρνα τσι μιανής π’επόταε μ’ υγκρασία κι επομπάρισε ο πύργος τα’ αλληνής.
Η Αγγιολίνα δεν ημπορούσε να τηνε γλέπει την κόρη τσι φίλης της την Όργα όπου κοιτάεται όλη τη μέρα τσου καθρέφτες και πασαλείβεται και την αμόλησε την σπόντα της.