back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 31

    Το εθνικόν ΟΧΙ των Φαιάκων

    Εσυνέπεσεν σχεδόν ημερομηνιακώς το ΟΧΙ των Ηνωμένων Εθνικών Κερκυραϊκών Δυνάμεων με το ΟΧΙ του Ιωάννου Μεταξά διά την αδίστακτον επίθεσιν κατά της υγειονομικής αυτονομίας της νήσου από υποχθονίους δυνάμεις του Ηπειρωτικού σιδηρού Άξονος.

    Η κομπορρημοσύνη δέν αποτελεί μέρος του ατέρμονος καταλόγου των προσωπικών Αρετών και Προτερημάτων Μου εντούτοις δέν περιαυτολογώ ουδόλως ενθυμίζοντας εις τα πλήθη των αναγνωστών Μου ότι εις σύντομον περιεκτικήν πραγματείαν μου οία είδεν το φώς της δημοσιότητος εις τας 10 τρέχοντος υπό τον τίτλον “Η αρπαγή των Σαβίνων” υπεγράμιζα τον κίνδυνον παντελούς απαλλοτριώσεως της ενδόξου ιστορικής κληρονομίας της νήσου από τας ηπειρωτικάς συνωμοσίας αίτιναι πρό ουδενός δεν ωροδούν κι αφού υφάρπαξαν τας διοικήσεις ΕΚΑΒ, ΕΣΥ, 6η ΥΠΕ δεν θα διστάσουν να οικειοποιηθούν τα άγια των αγίων μας, Φιλαρμονικάς, μαζορέτας, χορωδίας και να μεταφέρουν τη ρίψιν πήλινων αγγείων εις την λίμνην των Ιωαννίνων την 11ην π.μ το Μέγα Σάββατον.

    Η εθνική ενότης των Φαιάκων απέστειλεν ηχηρόν μήνημα εις τα ώτα της κυβερνήσεως Κυριακούλη του Ευπάτορος διά της επισκέπτιδος υπουργού κυρίας Λαίϊδης Κακά της Ασήμως ουδεμίαν σχέσιν έχουσαν μετά της Λαίϊδης Κακά της Αμερικανίδος της ομοιαζούσης πρός την Τσίταν του Ταρζάν και δια να συνεφέρει το προσωπείον της η ψυμμιθιολόγος ταύτης εργάζεται σκληρώς επί 48ωρου βάσεως επιχρίζουσα δια πομάδων και κόνεων εις πολλαπλάς στρώσεις τας δυσμορφίας της. (με χονδρά -οδηγούς – τριπτά ασβεστοκονίαματα).

    Παρ’όλας τας ευγενικάς πεισμώνους προσπαθείας κατά των ορεσειβίων επιβουλών του διοικητού του τοπικού Ιατρείου Λεωνίδα του Διδάκτορος η Άλωσις της νήσου των Φαιάκων συνεχίζεται αδιαλείπτως.

    Ηρνήθη την καταγωγήν του ο αετός της Πίνδου ο λύγκξ της στέπας του Κονδοκαλίου αντιστεκόμενος εις την ιμπεριαλιστικήν λαίλαπαν αλλά δέν ηύρεν ανταπόκρισιν, η δωρεά της προσωπογραφίας του εκλεκτού της εθνικής παρατάξεως ιδίοις χερσί πρός αυτόν τον Μέγα Ηγέτην, απεδείχθη μάταιος.*

    Πρό αυτής της καταστάσεως επαιάνισεν σάλπισμα Εθνικής Ενότητος ο Τυρταίος της κερκυραϊκής πολιτικής, ο ακραιφνής σοσιαλίζων βουλευτής Ωτοβιάνκης καταθέτων βροντερόν ψήφισμα αντιστάσεως και διεκδικήσεως των κεκτημένων.
    Ως στοργική μήτηρ εναγκαλίσθη άπασας τας πολιτικάς ομάδας τας δρώσας εντός κερκυραικών εδαφών, όπου δεν ηρνήθησαν την συμμετοχήν των ακόμη και αυταί ταύται μαρξίζουσαι αγέλαι αι επιδιώκουσαι την βίαιαν ανατροπήν του καθεστώτος παντοιοτρόπως , ενδεδυμέναι με το προσωπείον των συνδικαλιστών αντιπροσώπων των.

    Άς συνεχισθή τούτη η Εθνική Ομοψυχία και εις ετέρους τομείς παραμερίζουσαι τας κομματικάς μικροψύχους έριδας, ίνα επιτευχθή η πολυπόθητος κοινωνική Ειρήνη δια το συμφέρον της αδιαταράκτου τουριστικής ημών αναπτύξεως παραδειγματιζόμενοι από το μέγιστον παράδειγμα του κοινοβουλίου όπου δέν κινείται αντιπολιτευτικόν φύλλον και οι ηρωϊκοί εκπρόσωποι των πληθυσμών της Ελλάδος εδήλωσαν ασκαρδαμυχτί την εθελοντικήν των κατάταξιν εις τους ιερούς λόχους των εθνικοφρόνων Ουκρανών των αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών.

    Εάν δέν εισακουσθώμεν θα απειλήσωμεν με επανένωσιν μετά της προστατίδος δυνάμεως της Γαληνοτάτης Ενετικής Δημοκρατίας πράγμα όπου επιθυμεί και η συντριπτική πλειοψηφία των καθαρόαιμων κατοίκων της νήσου.

    Θα ομιλήση πλέον το Ιχώρ των γsενναίων Φαιάκων.

    Σ.Σ.: Η αγιογραφία του ηγέτου της εθνικής ημών κυβερνήσεως εφιλοτεχνήθη από την εγχωρίαν Ταμάρα Δέ Λεβίνσκα την καλλίπυγον ξανθήν αγαπημένη παναγίαν των κερκυραικών γραμμάτων και τεχνών αποτελεί παραδειγματικήν εγκαυστικήν ωογραφίαν βυζανδινής τεχνοτροπίας κι έχει εκτεθεί διά προσκύνημα εις τα αφοιδευτήρια του Μεγάρου Μαξίμου.

    image_pdf

    Η αρπαγή των Σαβίνων

    Γλίσχροι ζηλόφθονες δια την αρείαν καθαρότητα του γένους των Φαιάκων τον πολιτισμόν τας ανέσεις την ευμορφίαν το ευ ζήν της γενέτειρας του Νιορανδισμού (μ-λ).

    Οι έναντι ημών ηπειρωτικοί πληθυσμοί με αίμα νοθευμένον υπό εκατοντάδων εισβολέων και φυλών βαρβαρικών εποφθαλμιούν τας κατακτήσεις της νήσου τας αποκτηθείσας με ποταμούς αίματος γνήσιου ελληνικού – φαιακικού και υφαρπάζουν αποψιλούντες δια δολίων μέσων προνόμια και θέλγητρα.

    Η άρνησις επιμειξίας πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων με τους ξένους συμμάχους φίλα προσκείμενους και εν ουδεμία περιπτώσει κατακτητάς ώς οι Ενετοί και οι Βρεττανοί κατατάσσει την φυλήν της Σχερίας ως υποδειγματικόν αρχαιοελληνικόν μοδέλον γεγονός το οποίον οι Άρπαγες εκ φύσεως , ορεσείβιοι γειτνιάζοντες δεν ημπορούν να δεχθούν επ’ ουδενί.

    Τι να πρωτοενθυμηθεί τις;;

    Το ένδοξον δέκατον σύνταγμα ΠΖ της 8ης Μεραρχίας η μεταφορά του οποίου εις Τρίκκην μας έχει αφήσει έκθετους εις τας επιθετικάς επιβουλάς των Σκιπηταραίων;

    Την μετακόμισιν της έδρας των Υπεραδριατικών γραμμών εις Ηγουμενίτσα η οποία έμηδένισεν την προαιώνιαν σύνδεσιν ημών μετά του μαλακού υπογαστρίου της Ευρώπης των εδαφών και λιμένων της ρωμαικής αυτοκρατορίας;

    Μετέτρεψαν ούτω μιαν ευτελή πολίχνην εις μοδέρνον αθηναικόν προάστιον με καλαισθήτους πολυορόφους κατασκευάς ως εις Μπραχάμιον και Αιγάλεω Σίτυ.

    Την 6ην ΔΥΠΕ.την δίοικησιν του Εκαβ την διεύθυνσιν ΕΣΥ της περιφερείας τας κορωνίδας της διαχειρίσεως της Υγείας;;

    Καταργούν πλέον αυτήν ταύτην την ένδοξον Τράπεζαν της Ελλάδος και την μεταφέρουν εκβιαστικώς εις την Παμβώτιδα το παλαιόν της θέμιδος Ναόν όστις υπέστη θρασυτάτην ληστείαν υπό αλλοδαπών ριφιφήδων.

    Tο κτίριον χρήζει κηρύξεως ως ιστορικού μουσείου παρά της σιδηράς δεσποίνης του κάστρου ως θέατρον υποδειγματικής ληστείας και αψόγου διαφυγής μεθ’ αναρτημένων διαγραμμάτων και ζωντανάς διηγήσεις από τους παρισταμένους εις την μεφιστοφελικήν ενέργειαν και να περιηγούνται τούτον διδασκόμενοι όλοι οι μαθητευόμενοι Δίλιγερ της υφηλίου.

    Δέν θα αργήσει η προσάρτησις της Περιφερείας και αργότερον των κερκυραικών δήμων εις την βλαχοτσαμικήν επικράτειαν.

    Βαθυτάτη των επιθυμία να εγκαταστήσουν εις τα ηρωικά μας εδάφη τον Εβραίον Δήμαρχον της πρωτευούσης του σφαγέως Τεπελενλή και εις την χρυσήν άλλυσον του Ιονίου πελάγους την Περιφέρειαν να την προσαρτήσουν εις το Δεσποτάτον της Ηπείρου ως είχε πράξει ο προγονός των Πύρρος ο πλατύσβερκος.

    Να καθαιρέσουν Περιφερειάρχεσσαν και Δημαρχέσσαν μετά των κυριών της αυλής των και να τας χρησιμοποιήσωσι ως δακτυλογράφους εις τας διοικητικάς υπηρεσίας της Παγουρίας.

    Η ηπειρωτική διάλεκτος θα γίνη υποχρεωτική εις την πρωτοβάθμιον και δευτεροβάθμιον εκπαίδευσιν και τα τέκνα μας θα ομιλούν άνευ φωνηέντων με διακοπτόμενην την ελληνικήν άρθρωσιν προύν (πηρούνιον), γρούν (γουρούνι) και τα τοιαύτα.

    Αναλογισθήτε την Μεγάλην Παρασκευήν αι φιλαρμονικαί αντί να παιανίζουν το Αδάζιον του Αλβινόνιου να κλαρινίζουν τον κλαυθμόν:

    – Δέν μπορώ μανουλα μ’ δεν μπορώ
    σύρε να φωνάξεις το γιατρό.

    Ενοούντες τον Χριστόν απευθυνόμενον εις την θεοτόκον

    Την πρωίαν του Μεγάλου Σαββάτου αντί των ήχων του Αμλέτου θα στενάζουν τα κανδούνια από μοιρολόια ως το ακόλουθον:

    Ένα βράδυ βγήκε ο Χάρος
    για να βρει βιολιά
    για να βγει να τραγουδήσει
    στη φτωχολογιά
    Φάτε πιέτε…
    Τα λεφτά, τα χτήματα
    στον Άδη δεν περνούν
    σ’ άλλον θα τ’ αφήσετε
    και θα σας βλαστημούν.

    Άς προτάξωμεν τα στήθη μας** λοιπόν ίνα υπερασπίσωμεν την εδαφικήν ακεραιότητα και τας προγονικάς εστίας από την επερχόμενην άλωσιν .

    Σ.Σ.:
    * Έθεσα τον υπέρτιτλο τούτον διότι η επίφοβος απαγωγή των υπερμάχων στρατηγών του τόπου Μεροπυδρωπικίας και Ροδούλας καθώς και άλλων σαγηνευτικών ευπατρίδων ομοιάζει με την αρπαγήν των Σαβίνων παρθένων υπούλως από τον Ρωμύλον ίνα καλύψη την έλλειψιν συζύγων δια τους άνδρας του στρατού του.
    ** Αγαπημένη φράσις του Προπάτορος της Μεροπυδροπικίας εις τον δημαρχιακόν θώκον Κωνσταντίνου Νικολούζου του Δυνάστου.

    image_pdf

    Σαν πληγωμένο άλμπατρος

    «Έπεφταν και σηκώνονταν σαν τα φτερά ενός πληγωμένου Αλμπατρός…»

    Έτσι παρομοίασε ο μουσικοκριτικός του Le Monde τα χέρια του Μίκη Θεοδωράκη που διεύθυνε την ορχήστρα του στην χτεσινή πρώτη του συναυλία στην Γαλλία.

    Ήταν Σεπτέμβρης του 1970 κι ακουγόταν η φωνή του Φραγκίσκου Σομαρίπα που παρουσίαζε την ελληνική ραδιοφωνική εκπομπή του ORTF μαζί με την Εύη Δεμίρη και τον Ριχάρδο Σωμερίτη και μεταδιδόταν κάθε μεσημέρι.*

    Αυτόματα προβλήθηκε στο μυαλό η εικόνα κείνης της ολόμαυρης τεράστιας φιγούρας, τα χέρια της έπεφταν απότομα σαν λαβωμένα πουλιά και ξανασηκώνονταν γεμάτα ζωντάνια, ψηλά και οριζόντια στη σκηνή του Παλλάς, το Σάββατο 24 Οκτώβρη του 1964.

    Ναι, αυτή ήταν η τέλεια περιγραφή της μορφής του Μίκη

    Θα προσπαθήσω να περιγράψω κείνες τις μέρες, όπως αποτυπώθηκαν στη μνήμη ενός παιδιού της Έκτης δημοτικού.

    Τη συναυλία διοργάνωσε, εκείνες τις γόνιμες χαρούμενες μέρες πριν τη δικτατορία, ο Καλλιτεχνικός Όμιλος “Πορεία”.

    Μάχος Ρούσσης, Πίπος Αναγνώστης, Γιάννης Μωραϊτης, Φραντζής Κάτσαρος, Φίλιππος Βλάχος, ο συντηρητικός δημοσιογράφος Διογένης Μαυρόπουλος, η Γιολάντα Καββαδία, η Βασιλική Μωραϊτη, η Μαρί Τσατσοπούλου, όλες προερχόμενες από την ΕΠΟΝ κλπ.

    Ο Όμιλος “Πορεία”, που δεν λειτουργούσε σαν μετωπική της ΕΔΑ αλλά μάζευε ό,τι πιο ανήσυχο και πρωτοπόρο μαχόταν στον τόπο, έχει αδικηθεί ιστορικά, μιας και σχεδόν τίποτε δεν έχει γραφτεί ή ειπωθεί τα μεταπολιτευτικά χρόνια για τη συλλογικότητα αυτή με την τεράστια προσφορά.

    Στην γενικότερη γραμμή απαξίωσης της πολιτικής της ηττημένης ΕΔΑ, που σ’ αυτήν και τη δεξιά της πολιτική έπεφτε η επιφανειακή ευθύνη της καλλιέργειας ψευδαισθήσεων για επερχόμενο κίνδυνο πραξικοπήματος, οι πολύτιμες αυτές δραστηριότητες ξεχάστηκαν κι αντιμετωπίζονταν σαν ανούσιες πρωτοβουλίες μιας απομονωμένης ιντελλιγκέντσιας.

    Απόδειξη πώς οι πρωτοβουλίες του Μάχου για επαναδραστηριοποίηση της “Πορείας” στην Κέρκυρα μετά το ’74 δεν βρήκαν ανταπόκριση.

    Πέρασαν χρόνια για να καταλάβω ότι αυτή η δεξιά γραμμή ήταν ταυτόσημη στην πράξη με τη γραμμή του Κόμματος που ήμουν ενταγμένος και ότι οι λεγκαλίστικοι αντικατοπτρισμοί που καλλιεργούσε η ΕΔΑ ίσχυαν και για την υποτιθέμενη “μαρξιστική-λενινιστική” ανάλυση των γραφειοκρατών του Κουκουέ.

    Θεατρικές παραστάσεις όπως οι «Όρνιθες» του Κουν, μπαλέτα της Ραλλούς Μάνου και δωρεάν προβολές νεορεαλιστικού και γαλλικού κινηματογράφου στο Παλλάς, ερασιτεχνικές παραστάσεις στον Φοίνικα όπου θυμάμαι τον «Έμπορο της Βενετίας» με Σάιλοκ τον Μαυρόπουλο.

    Η αποστολή είχε καταλύσει στο ξενοδοχείο που είχαν νοικιάσει και διαχειρίζονταν οι γονείς μου, το «Ιόνιον», στο Νέο Λιμάνι, σχεδιασμένο από την Ελένη Σουφλή και τον Γιάννη Τρύφωνα.

    Είχαν φτάσει από την προηγούμενη μέρα ο Μπιθικώτσης με την οικογένειά του σ’ ένα άσπρο Φίατ 124 γεμάτο διακοσμητικές λωρίδες νίκελ και κρεμασμένα χαϊμαλιά και «μπαμπά μην τρέχεις».

    Πάντα κουστουμαρισμένος στην πένα, με γκριζαρισμένα μαλλιά, λεπτό μουστάκι “σιδηρογραμμή” αλφαδιασμένη, και ένα τεράστιο δακτυλίδι στον παράμεσο – σημειολογεικά δείγματα των παιδιών της Πιάτσας τότε.

    Ο Μίκης έφτασε μεσάνυχτα με τις δύο τραγουδίστριες και τον Καρνέζη.

    Αν και ταλαιπωρημένη από το ταξίδι , η μαύρη Σιτροέν DS21 έδειχνε αυτό που την όριζε το γαλλικό λογοπαίγνιο με τα αρχικά της DS (D=de, S=es, De+Es=Dees, όπου με προστιθέμενη την άκλητη συλλαβή “se” προκύπτει η λέξη Deesse, το θηλυκό του Deus του Διός, δηλαδή “Θεά”).

    Όταν την πήγε για πλύσιμο ο Κώστας,** είχα την ευκαιρία να κάτσω στη θέση του συνοδηγού που έμοιαζε με σπιτική πολυθρόνα και να νιώσω την γλυκιά ευχαρίστηση του ανεβοκατεβάσματος της υδραυλικής ανάρτησης που τότε ήταν παγκόσμια πρωτοτυπία .

    Οι δυο τραγουδίστριες πολύ νέες και συνεσταλμένες.

    Η μια ήταν ψηλή, μελαχρινή, με τα μαλλιά τραβηγμένα πάνω, σε κόμμωση στυλ “κυψέλη” που τόνιζε το θαυμάσιο ευγενικό πρόσωπό της. Διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά και τη χάρη της γυναίκας που στις αντροπαρέες αποκαλείται “Ελληνιδάρα”.

    Προερχόταν από τον χώρο του ελαφρού τραγουδιού πριν την πάρει μεταγραφή ο Μ.Θ. Ήταν η Σούλα Μπιρμπίλη, μόλις 21 χρονών, που την επόμενη χρονιά κατέκτησε το Α’ βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το τραγούδι του Νότη Μαυρουδή «Ήταν μεγάλη νύχτα» σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη.

    Είχε ήδη συμμετάσχει σε δύο LP του συνθέτη που είχαν κυκλοφορήσει ήδη εκείνη τη χρονιά από τη Lyra: Τις «Μικρές Κυκλάδες» σε ποίηση Ελύτη, και το «ένας Όμηρος» του Μπρένταν Μπήαν*** σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα και Βούλας Δαμιανάκου, από το ομώνυμο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα, καθώς και στους «Λιποτάχτες» σε ποίηση Γιάννη Θεοδωράκη.

    Οι ερμηνείες της ήταν μακράν καλύτερες από εκείνες της Ντόρας Γιαννακοπούλου, που ήταν περισσότερο ηθοποιός από τραγουδίστρια και διακρίθηκε αργότερα ως συγγραφέας («Πρόβα Νυφικού», «Μεγάλος Θυμός» κ.ά.)

    Η ταπεινή μου γνώμη είναι πως η Μπιρμπίλη είναι ό,τι καλύτερο παρουσίασε η Ελλάδα στο χώρο του τραγουδιού με καταγωγή το μπελκάντο τη δεκαετία του ’60. (Γιοβάννα, Μαίρη Λω, Βάνου, Μελάγια)

     

    H άλλη κοπέλα, μόλις δεκαεπτά χρονών, με μακριά λυτά μαύρα μαλλιά και φράντζες που σκέπαζαν το μέτωπο, είχε θλιμμένο βλέμμα, και χώλαινε ελαφρά γιατί είχε περάσει πολιομυελίτιδα. Ο Μίκης την είχε πάρει μεταγραφή από τη χορωδία του «Σύλλογου Φίλων Μουσική», όταν την άκουσε να εκτελεί σόλο τον «Καημό» υπό τη διεύθυνση του Μάνου Λοϊζου, και, όπως αποδείχτηκε στην κορφιάτικη συναυλία, είχε ήδη αρχίσει τις δοκιμές πάνω στο «Μαουτχάουζεν» του Καμπανέλλη, που γράφτηκε αποκλειστικά για τη δική της φωνή.

    Οι φήμες που κυκλοφορούσαν έλεγαν πως κανονικά πρέπει να γίνει σοπράνο και πως θα αφήσει εποχή – και δεν είχαν άδικο. Δυο χρόνια αργότερα οι Σοβιετικοί τη ζήτησαν για να την εκπαιδεύσουν ως δραματική υψίφωνο για την Όπερα της Μόσχας αλλά αυτή προτίμησε τη χώρα της και τον μέντορά της.

    Κείνο που μου προξένησε εντύπωση στον Θεοδωράκη, που ήταν φιλικός και γελαστός με όλους, ήταν η φωνή του: βραχνή, μ’ ένα ανεπαίσθητο ψεύδισμα και ήχο σαν να είχε το στόμα του μπουκωμένο.

    Το μεσημέρι του Σαββάτου προκλήθηκε ένα επεισόδιο με τον Μπιθικώτση που μου προξένησε αλγεινή εντύπωση.

    Η μάνα μου, που κρατούσε το ταμείο του Συλλόγου, μου διηγήθηκε σε έξαλλη κατάσταση πως ο Μπιθικώτσης εκβιαστικά της ζήτησε προκαταβολικά την αμοιβή του αλλιώς θα σηκωνόταν να φύγει. Εκείνη αρνήθηκε και μετέφερε το αίτημα στον συνθέτη, κι εκείνος μεγαλόψυχος κι ανεκτικός όπως πάντα της είπε:

    – Θέλει να πάει να παίξει στο Καζίνο. Άσε, δεν πειράζει, έχει την αρρώστια, δεν γιατρεύεται…

    Πράγματι, ο “Σέρ” μόλις τα πήρε έφυγε πύραυλος για το Αχίλλειο του Ριχτόφεν – ευτυχώς έχασε νωρίς κι αργά το απόγευμα ήταν πίσω.

    Ο Μίκης τον είχε γνωρίσει από την εξορία στη Μακρόνησο και είχε συλλάβει την υψηλή ποιότητα της φωνής του – όπως αντίστοιχα στο χώρο του σινεμά ο Κούνδουρος τον Βέγγο στο ίδιο κολαστήριο.

    Ανεχόταν τις ιδιοτροπίες του και παραδεχόταν καθαρά πώς το 50% της επιτυχίας του το όφειλε στην ξύλινη μοναδική φωνή του “Σερ”, που τον έμπασε στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

    Την περίοδο της δικτατορίας οι σχέσεις τους κλονίστηκαν σοβαρά, όταν, στις 13 Ιουλίου 1967, τραγούδησε μαζί με τη Βίκυ Μοσχολιού τον «Ύμνο της 21ης Απριλίου» στα “Δειλινά” της Γλυφάδας, παρουσία του Παττακού σε μια εκδήλωση της ΥΕΝΕΔ.

    Ο Μίκης από την παρανομία τού έστειλε μια δραματική επιστολή:

    «Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνεις τι πρόκειται να κάνεις. Πόσες ευθύνες επωμίζεσαι και σε τι σοβαρούς κινδύνους μπαίνεις. Κάθισε σπίτι σου με αξιοπρέπεια. Μην γκρεμίζεις, με μια κλωτσιά, αυτό που χτίσαμε μαζί τόσα χρόνια. Μην ακούς τους κερδοσκόπους και τους προσκυνημένους. Μη ρίχνεις στον βούρκο το όνομά σου και το όνομα των παιδιών σου, που σε λίγο θα ντρέπονται για σένα. Κάνε τον άρρωστο. Φύγε για το εξωτερικό. Εκεί μπορείς ν’ αρχίσεις μια καινούργια καριέρα. Η Μελίνα σε περιμένει. Γιατί αν εσύ, ο Μπιθικώτσης, το πρωτοπαλίκαρο του Θεοδωράκη, γίνεις επίσημος τραγουδιστής της Δικτατορίας, τραγουδώντας αυτό το άθλιο κατασκεύασμα, θα πρέπει να ξέρεις, ότι θα γίνεις ο πιο αχάριστος και τιποτένιος προδότης που γέννησε ο Λαός μας. Στο όνομα της φιλίας μας και για χάρη της γυναίκας σου, των παιδιών σου και όλων των αμέτρητων φίλων μας, σε ικετεύω να μ’ ακούσεις για τελευταία φορά.»

    Η δικαιολογία του Γρηγόρη Μπιθικώτση στον Μίκη Θεοδωράκη ήταν ότι δεν μπορούσε να αντέξει μια εξορία τη στιγμή που η ζωή του είχε στρώσει.

    Ο Μίκης πιάστηκε λίγο αργότερα (21 Αυγούστου 1967) κι ακολούθησε το “δρομολόγιο” Μπουμπουλίνας – ταράτσα κι απομόνωση – Νοσοκομείο – Αβέρωφ – Ζάτουνα – Ωρωπός κλπ. O δε Μπιθικώτσης (που μάλλον δεν πείστηκε από το φλογερό μήνυμα του συνθέτη) έφτιαξε σόλο καριέρα.

    Ως “Σερ Μπιθί” πλέον, πέρασε από τα καλύτερα μαγαζιά της εποχής: “Καν-Καν”, “Δειλινά” με «Το ρολόι κομπολόϊ», «Επίσημη αγαπημένη», «Στου Μπελαμί το ουζερί» κι άλλα αριστουργήματα.

    Ευτυχώς γι’ αυτόν, την πρώτη εκτέλεση του χουντοτράγουδου ανέλαβε ο Φώτης Δήμας, κι ακουγόταν στα διαλλείματα των σινεμά για χρόνια μαζί με το «Ναι στο σύνταγμα πιστεύω μας να γίνει»…

    Στιγμές να ξερνάς από αηδία.

    Με την ποιοτική κατάπτωση, η φωνή του έσπασε. Δεν ήταν πια εκείνος που ερμήνευσε τα πολύ δύσκολα και κορυφαίες του αποδόσεις κατ’ εμέ «Αυτούς που βλέπεις» σε στίχους Μιχάλη Κατσαρού  και «Βάλε το μαχαίρι σου μές το θηκάρι» του Νίκου Γκάτσου.

    Άρχισε να συνέρχεται με την «Επιστροφή» του Χατζιδάκι το 1970, σε ενορχήστρωση του Δήμου Μούτση. Με τη μεταπολίτευση, όταν ο Μίκης ρωτήθηκε με ποιόν θα συνεργασθεί, απάντησε: Μα με τον Γρηγόρη φυσικά, κι αν έχει φθαρεί θα ξεκινήσουμε μαζί απ’ την αρχή.

    Έτσι προέκυψε ο δίσκος «Οκτώβρης 78».

    (Το σημείωμα γράφτηκε για τον ένα χρόνο από την αναχώρηση του συνθέτη. Αύριο η συνέχεια.)

     

    Σ.Σ

    * Στην ίδια στήλη δινόταν μεγαλύτερο βάρος και έπαινοι στον θεατράνθρωπο Ζωρζ Ουιλσόν που απήγγειλε ιδανικά κάποια κομμάτια ακομπανιάροντας τον Αντώνη Καλογιάννη στο «Τα κελιά ανασαίνουν » ( https://www.youtube.com/watch?v=vALPZSJowJE ), παρά στον Υβ Μοντάν που συνόδευσε σε πρόζα την Φαραντούρη στο «Λίγο ακόμα να σηκωθούμε» και στα «Επιφάνια» του Σεφέρη ( https://www.youtube.com/watch?v=X25QESRsbF0 )

    ** Πρόκειται για τον Κώστα Τσάτσα, οδηγό του ξενοδοχείου, που αργότερα άνοιξε το Meander Travel στο λιμάνι μαζί με την ολλανδέζα σύζυγό του Βίκυ, guide του γραφείου FIT. Κανείς τους δεν υπάρχει πια.

    *** H Δραμινή Μπιρμπίλη έφυγε με τη δικτατορία κι έκανε καριέρα με τον Σπανό στην Γαλλία. Τραγούδησε άπταιστα γαλλικά ως Soula Markizi και ως ντουέτο με Μπεκώ και Ανταμό, είχε συνεργασθεί και με τον Μισέλ Λεγκράν. (https://www.youtube.com/watch?v=9gfYRmVyKkk)

    Αδελφή της ήταν η επίσης τραγουδίστρια Ζωζώ Κυργιαζοπούλου.

    **** Το θεατρικό κομμάτι «Ένας Όμηρος» γράφτηκε από τον Μπήαν το 1958 και πραγματεύεται την κληρονομική ασυνέπεια και την υποκρισία των άγγλων αποικιοκρατών στην ανταλλαγή ομήρων με τον ΙΡΑ .

    «Το νησί της Αφροδίτης» του Αλέξη Πάρνη γράφτηκε το 1961 και έχει σχεδόν το ίδιο θέμα, με τη μόνη διαφορά ότι εδώ οι Κύπριοι αντάρτες χάρισαν την ζωή στον νεαρό Όμηρο Εγγλέζο αξιωματικό

    Ο Μπήαν την πρεμιέρα του πρώτου του έργου που έγραψε στην φυλακή. «The Quare Fellow» (Ο σημαντικός φίλος) παρακολούθησε σιδηροδέσμιος, συνοδευόμενος από ανθρωποφύλακες. Πέθανε αλκοολικός καταρρέοντας σε μια παμπ μόλις στα 41 του. Ο ίδιος έλεγε:

    «Πίνω μόνο σε δύο περιπτώσεις. Όταν διψάω και όταν δεν διψάω».

    image_pdf

    Νηστίσιμη Προβοκάτσια

    Ήτανε η δεύτερη χρονιά της Χούντας.
    “Ανάσταση” διπλή εθνικιά και θρησκευτικιά γιορτάζανε οι πραξικοπηματίες φασίστες μιάς κι έπεφτε εικοσιμιά τ’Απρίλη το Πάσχα. (Χριστός Ανέστη-Λαός ανέστη ήταν το σύνθημα).
    Είχα παρατήσει το σχολειό για το ευκαιριακό μεροκάματο.
    Ο πατέρας αχθοφόρος ήταν ευρέθιστος κι ανεπιθύμητος.
    Βοηθούσε και που τό ‘τσουζε λιγάκι κι αρπαζόταν εύκολα με τους δραγουμάνους του και δε στέργιωνε σε δεύτερη δουλειά.
    Δεν ήξερα να χωρίσω τη θρησκευτικιά νηστεία.
    Νηστήσιμα συνέχεια βράζαν στο τσουκάλι της μάνας.

    Και τη μεγάλη Παρασκευή δεν ξεχώριζα γιατί όλες οι μέρες ήταν Μαύρες Παρασκευές με τόσους συγγενείς και φίλους σκορπισμένους στα ξερονήσια και τις φυλακές κι έπρεπε να τσοντάρουμε από το στέρημα σε κοινό ταμείο για τις οικογένειες που ορφάνεψαν.

    Πένθος κι αναμονή και κάθε μεσημέρι στο ράδιο απ’το Λονδίνο και το Παρίσι μπας και φανεί μια αχτίδα εχτός από τους Βιετναμέζους που νικάγανε την μισητή υπερδύναμη με την επίθεση του Τετ σαν μπήκαν ντυμένοι εκδρομείς με στεφάνια στη πόλη της Σαϊγκόν και καταλάβανε την Πρεσβεία-φρούριο και τους κάνανε ρεντίκολο.

    Δούλευα τις μέρες του Πάσχα στις λάντζες εστιατορίων και κείνη τη χρονιά είχα πάρει και προαγωγή για βοηθός σερβιτόρου.
    Είκοσι φράγκα μεροκάματο και τριάντα -τριανταπέντε με τα τυχερά.
    Γι’αυτό και σπάνια είχα πάει πιτσιρικάς στην Ανάσταση στη Πλατεία έπρεπε να ‘τοιμαστεί το μαγαζί και να υποδεχτούμε τους πρώτους πελάτες που καταφτάναν λιμασμένοι και φουριόζοι μετά τα πρώτα πυροτεχνήματα για μαγειρίτσα και σκώτια και παιδάκια και τυριά.

    Και τότες τα πούλμαν και τ’ άμάξια φτάναν στη Κέρκυρα από τη Μεγάλη Δευτέρα και Τρίτη και καθόταν το λιγότερο μιά βδομάδα και μερικοί ξεπερνάγαν το δεκαήμερο.
    Ξόδευαν εδώ στην Πόλη και το Καστέλλο που πήγαινε κι ο Αμερικάνος πρεσβευτής ο Τάσκα θεωρούταν μακρινό.
    Λίγοι ερχόταν κι απ’ τον Πειραιά με τον “Μιαούλη” και το “Αγγέλικα” και δεν ήταν πολλά τα χρόνια πούχε ξεκινήσει ο οργανωμένος τουρισμός με Ολλανδέζους κι Εγγλέζους πρώτους.

    Είχα βάλει στην μπάντα ένα ολάκερο τάληρο να ξοδέψω κείνη τη μέρα από τα πουρμπουάρια.
    Θα πήγαινα μ’ένα δίφραγκο ν’αγοράσω από το Ρόυσινο πούχε μεταχειρισμένα περιοδικά στο ανηφοράκι της Ματζάρου, ιστορίες με το Λέμμυ Κώσιον που απαγορευόταν στο σπίτι σαν αμερικάνικια προπάγάντα και είχαν εξώφυλλά προκληκτικά με ημίγυμνες.
    Και μετά με τα υπόλοιπα θα πραγματοποιούσα τ’όνειρό μου πούταν να φάω ένα παγωτό με φρέσκια κρέμα από τη μηχανή.
    “Ιταλικό” τό λεγαν τότες μιάς και ήταν απ’εκεί τα μηχανήματα.
    Το μαγαζί που ήταν στη γωνία απ΄το τετράγωνο του “Παλλάς” με την ανηφόρα του Μπούζη που έμενε κλειστός μεγαλοβδόμαδα και συνήθως είχε ουρά κόσμου. (Είναι μαγαζί με ρούχα σήμερα νομίζω).

    Κείνο τ’ απόγευμα που μόλις έπεφτε ο ήλιος, χάρηκα γιατί δεν υπήρχε κανένας και σερβιρίστηκα αμέσως από την κοπέλα που γέμισε ψηλά το λευκό χωνάκι.
    Τρία φράγκα κόστιζε όσο κι ο πύραυλος της Έβγα -που ήταν τεράστιος κι ανάμιχτος με σοκολάτα και μύγδαλα – κείνο το λαχταριστό δροσερό χωνάκι με τη προκληκτική φιδίσια ουρά που κατέληγε σε όμορφη πόντα.

    Φωνές αντρικές και γυναικείες διάκοψαν τα πρώτα απολαυστικά γλυψίματα.

    – Δε ντρέπεσαι παλιόπαιδο να τρώς παγωτό Μεγάλη Παρασκευή!!
    – Δεν έχουν αγωγή απ΄το σπίτι τους τα τσογλάνια τσίριξε μιά χοντρή.
    – Είναι του Μαντουκιώτη του μεθύστακα τι περιμένεις συμπλήρωσε κάποιος άλλος…
    – Φωνάχτε ένα αστυφύλακα να το μαζέψει… δεν σέβονται τίποτα οι τεντυμπόυδες.

    Τότε κάποιος με άμπωσε με δύναμη κι έπεσε από τα χέρια μου το πολύτιμο έδεσμα μαζί με τον “Αγιο” τον Σαίμον Τέμπλαρ πουχα αγοράσει εκει που ήταν οι πάγγοι με τις εφημερίδες κάτω απ’τη σκαλινάδα δίπλα από τα φολιέτα.
    Τό μισό σκόρπισε γάλα στις πλάκες και το υπόλοιπο έμεινε μές στο χωνάκι στα χώματα απ’ το παρτέρι του δεντρου.
    Έκανα ενστιχτώδικα μιά κίνηση που χρειάστηκε να την επαναλάβω πολλές φορές στη ζωή μου και να την συνεχίσω μέχρι το στόχο.
    Έβγαλα τα κλειδιά μου προτεταμένα ανάμεσα στα μεσαία δάχτυλα.
    – Στα χώνω μές το μάτι βρωμόγερε! ούρλιαξα
    Ο τύπος κοντός σαραντάρης με ποντικίσια μούρη και ψιλοκομένο χαφιέδικο μουστάκι αγκαζέ με τη κυράτσα του έκανε γρήγορα μεταβολή κι έφυγε.
    Οι άλλοι το βούλωσαν.

    Είχα γρατζουνίσει το γόνατο που ήταν στα αίματα.
    Ένιωσα πρώτη φορά τη σιγουριά που σου δίνει η δίκαιη αγανάχτηση και το θράσος.
    Πήρα το παγωτό όπως ήταν βρώμικο και πέρασα αναμεσά τους αφού φύσηξα τις σκόνες και το κατάπια θριαμβευτικά κατηφορίζοντας πρός το νέο λιμάνι που δούλευα.
    Δέν υπήρχε πιά όμως η νοστιμιά της λιχουδιάς.
    Είχε υπερισχύσει μία άλλη γλυκάδα που με πλυμμήριζε.
    Εκείνη του κινδύνου και της ρήξης με αυτό που σήμερα αποκαλούμε “Σιωπηλή πλειοψηφία”.
    Μιας γλοιώδικιας σιχαμερής μάζας που μποδάει την κοινωνική εξέλιξη, πολύ πιο επικίνδυνης από τα στρατιωτικά κι αστυνομικά περίπολα που μας ανάκριναν στους δρόμους

    Ήταν πρώτη μου αθέλητη προβοκάτσια.
    Ακολούθησαν κι άλλες πολιτικές, και όχι μόνο – αρκετές πετυχημένες και περισσότερες αποτυχημένες.

    image_pdf

    Οι πύργοι της μαλακίας

    Κάθε Κυριακή πρωί αγναντεύω απέναντι το Μπόρζ πίνοντας τον καφέ μου.

    Το Μπόρζ είναι ένα χωριό της Αλβανίας περίπου πενήντα χιλιόμετρα βόρεια των Αγίων Σαράντα.

    Είναι χτισμένο στην πλαγιά του βουνού εκατό μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας.

    Οι κάτοικοι του λογικά θα πρέπει να απολαμβάνουν ένα εξαιρετικό ξημέρωμα αλλά και ένα εξίσου ωραίο ηλιοβασίλεμα.

    Το Μπόρζ έχει επίσης και μια ατελείωτη αμμουδιά μήκους χιλιομέτρων.

    Ο Μόντι κατάγεται από το Μπόρζ αλλά δεν θυμάται ούτε ένα ηλιοβασίλεμα ούτε ένα ξημέρωμα .

    Πολύ περισσότερο δεν θυμάται να έκανε ούτε ένα μπάνιο στην παρθένα αμμουδιά του Μπόρζ.

    Ο Μόντι δουλεύει ως κηπουρός σε ένα ξενοδοχείο της Κέρκυρας.

    Γενικών καθηκόντων και ακαθόριστου ωραρίου.

    Καθαρίζει την πισίνα , μαζεύει τα φύλλα κλαδεύει τα φυτά , ποτίζει και διορθώνει καζανάκια καθώς και κάθε βλάβη που περνάει από το χέρι του.

    Ο Μόντι όσο ζούσε  στο Μπόρζ ονειρευόταν την Κέρκυρα ως το Ελντοράντο.

    Την μισή του ζωή την έζησε στο Μπόρζ χωρίς να το χαρεί και την άλλη μισή την έζησε στην Κέρκυρα δουλεύοντας ως σκλάβος.

    Έχασε και τις πρώτες οικονομίες του στις πυραμίδες.

    Δεν τόβαλε κάτω.

    Το όνειρό του ήταν να γυρίσει στο χωριό του και να χτίσει ένα τεράστιο οικοδόμημα που θα δέσποζε του Μπόρζ ώστε να βεβαιωθούν πλήρως οι χωριανοί του για την λαμπρή του σταδιοδρομία.

    Δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν πήγαινε στο καφενείο .

    Κατάφερε να ρίξει τα μπετά «βάσει αδείας».

    Δεν του  έφτανε.

    Τόθελε πιο ψηλό από του γειτόνου του.

    Έχτισε παράνομα άλλο ένα όροφο.

    Τόνε πήγε στα δικαστήρια ο από πίσω.

    Τόνε βάλανε να γκρεμίσει τον παράνομο όροφο με δικά του έξοδα.

    Κατάφερε να αγοράσει και μεταχειρισμένη μερσεντές  από την Γερμανία με  Αλβανικές πινακίδες που έμεινε για πάντα παρκαρισμένη έξω από την οικοδομή στο Μπόρζ.

    Τσακώθηκε με τους χωριανούς του αλλά δεν τόβαλε κάτω.

    Συνέχισε το αγώνα μέχρι που βρέθηκε στο νοσοκομείο της Κέρκυρας με ανεύρυσμα αορτής.

    Τη γλύτωσε αλλά του είπανε να μην δουλεύει.

    Ο κίνδυνος να γυρίσει στο Μπόρζ ταπεινωμένος  με μια μικρή σύνταξη και χωρίς να έχει ολοκληρώσει τον πύργο είναι υπαρκτός.

    Η κόρη του και ο γιός του δεν ξέρουν και ούτε θέλουν να μάθουν που είναι το Μπόρζ.

    Προσπαθώ να συμμεριστώ το δράμα του ματαίως.

    Θυμάμαι την Μπολόνια.

    Η μεσαιωνική αυτή πόλη της βόρειας Ιταλίας έχει πολλά αξιοθέατα.

    Το πιο εμβληματικό είναι οι «Δύο πύργοι» στο κέντρο της παλιά πόλης δίπλα στην Πιάτσα Ματζόρε.

    Μην πάει το μυαλό σας σε μεσαιωνικούς πύργους με πολεμίστρες κλπ.

    Πρόκειται για δύο κολόνες με εμβαδόν στην βάση σχεδόν πενήντα τετραγωνικά μέτρα που υψώνονται εκατό πενήντα μέτρα πάνω από την πόλη.

    Το πρώτο ερώτημα που σου δημιουργείται είναι «σε τι χρησίμευαν αυτοί οι πύργοι».

    Αμέσως μαθαίνεις ότι τον μεσαίωνα η πόλη ήταν γεμάτη από παρόμοιους πύργους που τους έχτιζαν οι φεουδάρχες της περιοχής χωρίς κανένα σκοπό. Απλώς προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τον διπλανό τους σε ύψος.

    Χιλιάδες σκλάβοι εργάσθηκαν για να τους χτίσουν.

    Εν συνεχεία οι πύργοι αυτοί γκρεμίστηκαν διότι υπήρχε κίνδυνος να πέσουν πάνω στα σπίτια.

    Απέμειναν οι δύο υποστηριζόμενοι από ποντέλα ως τουριστικό αξιοθέατο.

    Δικαίως οι σημερινοί κάτοικοι της Μπολόνια τους ονομάζουν «Οι Πύργοι της μαλακίας».

    Νόμιζα ότι οι Πύργοι της Μαλακίας ήταν ένα αξιοθέατο της Μπολόνια μέχρι που έμαθα ότι στην Νέα Υόρκη οι ιδιοκτήτες των τεραστίων ουρανοξυστών συναγωνίζονται για μια θέση στη λίστα των ψηλότερων κτηρίων.

    Μάλιστα επειδή ένας παραβίασε τον κανονισμό της μαλακίας και έβαλε μεγαλύτερη κεραία στην κορυφή από  όση δικαιούταν , ο διπλανός τον τρέχει στα δικαστήρια ,λένε οι ειδήσεις.

    Με τούτα και με κείνα, και μιας και βλέπω ο Μόντι να αφήνει την αποξυλή του στην Κέρκυρα, σκέφτομαι να πάω εγώ στο Μπόρζ για χειμερινές διακοπές.

    Είναι η καλύτερη εποχή.

    Θα περάσω απέναντι και θα πάρω τον δρόμο για Σαγιάδα.

    Θα περάσω από το Μαυρομάτη και σε μία ώρα θα είμαι στο Μπόρζ.

    Θα νοικιάσω χειμωνιάτικα τον καλύτερο «πύργο» κοψοχρονιά.

    Θα δω επιτέλους το ξημέρωμα και το δειλινό από την απέναντι ακτή.

    Θα περπατήσω όλη απέραντη την αμμουδιά του Μπόρζ χωρίς μουσικές και χωρίς ομπρέλες.

    Αν κάνει καλό καιρό μπορεί και να κολυμπήσω.

    Θα φάω προβατίνα στη γάστρα και πίνοντας το κρασί μου θα εξιστορώ στους Αλβανούς της ταβέρνας τις ταξιδιωτικές μου αναμνήσεις μου από την Μπολόνια και τους πύργους της μαλακίας.

    image_pdf

    Το δώρο ενός παιδιού στο χωριό του (μέρος 2ο)

    Την εκδήλωση άνοιξε η Ελένη Βούλγαρη εκ μέρους της ΦΕΛ.

    Ακολούθησε το πρώτο ιντερμέδιο, ένα ντουέτο φλάουτου με την Κωνσταντίνα Βλάσση και τον Νίκο Πλασκασοβίτη, που ερμήνευσαν μια μεταγραφή από την Εισαγωγή του «Όνειρου Καλοκαιρινής Νύχτας» του Μέντελσον, που ο συνθέτης είχε γράψει σε ηλικία μόλις 17 ετών εμπνεόμενος από το σαιξπηρικό έργο, πιθανότατα για μια παράσταση του έργου στο πατρικό του σπίτι στο Βερολίνο. Η Εισαγωγή από μόνη της εμπεριέχει μουσικές αναφορές σε χαρακτήρες και γεγονότα που διαδραματίζονται στο θεατρικό και αναπαριστά τον νεραïδόκοσμο με θαυμαστό τρόπο.

    Στη συνέχεια ο Γιάννης Ζερβός, καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, παρουσίασε με τρόπο εύγλωττο και λιτό την προσωπικότητα και την προσφορά του Σπύρου Κουρή.

    Ακολούθησε το δεύτερο ιντερμέδιο φλάουτου, όπου ο Νίκος Πλασκασοβίτης ερμήνευσε σόλο τη Σπουδή Νο3 του « El Grande Astor» Πανταλεόν Πιατσόλα, του Αργεντίνου δημιουργού του Nuevo Tango που έδωσε την τελευταία συναυλία του στις 3 Ιουνίου 1990 στην Αθήνα. Η συναυλία αυτή ηχογραφήθηκε με μαέστρο το Μάνο Χατζιδάκι και την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Ήταν η τελευταία ζωντανή/συναυλιακή ηχογράφηση του Πιατσόλα και θεωρείται εξαιρετικής σημασίας. Ένα μήνα αργότερα έπαθε θρόμβωση στο Παρίσι και πέθανε δύο χρόνια μετά, όντας σε κώμα, στο Μπουένος Άιρες.

    Έπειτα, ο Τέλλος Πανδής απήγγειλε ένα απόσπασμα της πρώτης εικόνας, με τίτλο «Στα Αρχαία», από τις 40 συνολικά του ποιητικού έργου “Η Λακτισμένη”. Το κείμενο αφορά την εναρκτήρια εικόνα εισαγωγής στον τόπο, τα γεγονότα και τις καταστάσεις την εποχή των μεσαιωνικών χρόνων, που ο κάμπος αλλάζει λόγω της επέλασης των άγνωστων φουσάτων των καιρών (συμβόλων της αέναης βίαιης εξέλιξης των πραγμάτων) που αφήνουν πίσω τους στάχτη κι αποκαΐδια.

    Μετά ανέβηκαν στο πέτρινο πεζούλι του πλάτανου* οι τρεις ερασιτέχνες ηθοποιοί, με μαύρα ρούχα και ανυπόδητοι – οι δυο άντρες-ψάλτες με σηκωμένα τα μπατζάκια, σαν λασπάδες του κάμπου, και η κοπέλα με μακριά γκρίζα εσθήτα ως κορυφαία.

    Με στεντόρεια φωνή η Νατάσσα Ιωνά άνοιξε τη δράση. Ο σπαραγμός που πήγαζε από μέσα της έδινε όγκο στο καλοσχηματισμένο δωρικό της κορμί και την έκανε να φαίνεται πελώρια.

    Τα βήματα με φέρανε
    στ’ αρχαία μας αντάμα
    και οι πέτρες στέκουσιν ογρές
    μές το εσθλόν** τους κλάμα

    ~ ~

    Θυμιέμαι θάλλαν ευπρεπώς
    κι ως έγειρες τον πλάτη
    ευμέτρως συναναγόρευον
    συμψίθυρους του Μπάτη

    ~ ~

    Λόγια κλωστά με νάμματα
    γλυκόρρητης πηγούλας
    τους πλήθαιναν αναπλωτά
    στους μύρτους της ραχούλας

    Τη Νατάσα διαδέχτηκε ο Αριστοτέλης Χονδρογιάννης, με άρθρωση προσωδιακή και ένρινη, προσδίδοντας εναλλακτικό χρώμα στο δράμα.

    Σ’ ετά λιθάρια (ν’) άφηκες τ’ άγνο σου κοπελίτσι
    Κεισ’ όπου θεια καλογριά διακόνευ’ ίνα ζήση

    Τον ποιητικό λόγο παίρνει ο Βαγγέλης Συμπόνης, με καθαρή, βαρειά προφορά:

    Ήρθες ν’ απλώσης δρόσονε εις χείλη αποφρυγμένα
    μάτια να ειδείς θεοτικά να θέλγουν σεμνημένα

    Η Λαχτισμένη είναι η πολύπαθη χωριάτισσα του κάμπου, εμβληματική μορφή του κερκυραϊκού μεσαίωνα. (Λαχτισμένη = εκ του αρχαίου “λακτίζω” = ενεργώ εγκάρσιο κτύπημα που προκαλεί θραύση).

    Τα δραματικά γεγονότα έχουν γίνει την προηγούμενη μέρα αποβραδίς. Τώρα είναι χάραμα . Οι χωριάτες είχαν τρέξει στους λόφους να σωθούν κρυμμένοι σε πουρνάρια κι αποτιλιές, κι αμπονόρα την επομένη σπεύδουν να συγκεντρωθούν στη Λαλέουσα Πηγή, σιμά στα ερείπια του αρχαίου Ιερού του Απόλλωνα στα δυτικά του Κάμπου. Η Λαχτισμένη σέρνει μαζί της τις δυο κοπέλες της για να δροσιστούν στα νερά της πηγής και να γνοιαστεί για την τρίτη που ήταν αφιερωμένη στο Ιερό. Όταν φτάνει, αρχίζουν κι εμφανίζονται οι συντοπίτες από τους γύρω λόγγους.

    Ακολουθούν περίπου 4000 στίχοι ακόμα.

    Στο κείμενο η γλώσσα από δεδομένο γίνεται ζητούμενο συνθέτοντας λήμματα, γραμματική και σύνταξη ως εξής:

    30-35% από τη λευκιμμιώτικη τοπική διάλεκτο των μέσων του προηγούμενου αιώνα, ίδια όπως την άκουσε και τη μίλησε σαν παιδί ο Σπύρος.

    30% από την αρχαία προσωκρατική δωρική.

    20% από τη διάλεκτο του Βενετσιάνικου τόξου Ιόνιο-Κρήτη-Κύπρος-Αιγαίο.

    5-7% από τη βυζαντινή υμνολογία

    Και 5-7% από καθιερωμένους όρους των αντίπερα ηπειρωτικών ζωνών.

    Κατά την άποψη του συγγραφέα, η γλώσσα αναδύεται με δύο τρόπους: Ή παράγεται εξελικτικά, από την ίδια την κοινωνία, ή στήνεται αξιωματικά εκ των άνω. Οι δύο γλώσσες, δημοτική και αρχαΐζουσα, οι κυρίαρχες στη νεοελληνική πραγματικότητα, ανήκουν στη δεύτερη περίπτωση.

    Για παράδειγμα, ο Κάλβος συνέζευξε τη ζακυνθινή δημώδη και την αρχαϊκή όπως τη διδάχτηκε από τον Ούγκο Φώσκολο στην Ιταλία. Αποτέλεσμα ήταν οι περιβόητες Ωδές Α και Β ως παράδειγμα εξελικτικού κείμενου.

    Η καινοτομία στην περίπτωση της «Λακτισμένης» είναι η ημιαλγοριθμική διαδικασία σύνταξης του κειμένου.

    Και τι να πρωτοπούμε για τον γλωσσοπλάστη Σολωμό, που έθεσε τα θεμέλια της νεοελληνικής γλώσσας;

    Με ανοιχτές τις πόρτες του κοιμητηρίου, ξεχύθηκαν έξω τα πνεύματα και τύλιξαν τις φυλλωσιές του δέντρου που κάποτε ήταν το στέκι των ορεσίβιων πραματσούληδων, που στα πλαίσια της ανταλλακτικής οικονομίας προμηθεύονταν λάδι και καρπούς και παρείχαν ένδυση και χρηστικά αντικείμενα για το νοικοκυριό και το χωράφι. Στην τεράστια κουφάλα του φώλιαζαν τις παγωμένες νύχτες οι μικρέμποροι, με βάρδιες, ένας-ένας.

    Μες απ’ τα θροΐσματα των φύλλων νόμισα σαν κάτι ν’ αφουγκράστηκα, ψίθυρους ακαθόριστους, που μοναχά ο αρχαίος χορός των ελάχιστων ηλικιωμένων αγροτισσών , που στέκονταν μακριά κρυμμένες στη σκιά, μπορούσε να κατανοήσει.

    Με τα βλέμματα γεμάτα καλοσύνη απέραντη και τα πρόσωπα παιδεμένα από καιρούς, σμιλεμένα από κόπους απλέρωτους, δοκιμασμένα στην καταφρόνια και τη στέρηση χαράς, παρακολουθούσαν τη μυσταγωγία της σμίξης των νυμφών του ιερού δέντρου με τα πνεύματα των αδικοχαμένων κοριτσιών κι αγοριών από αρρώστιες και φτώχεια, των τουφεκισμένων αγωνιστών, των πνιγμένων ψαράδων, των εξοντωμένων κολλήγων, που άκουσαν σε τούτη τη γιορτή κείνες τις λέξεις των στίχων που κατείχαν, κι ασκώθηκαν από τα κρύα μάρμαρα των γειτονικών κοιμητηρίων.

    Ανοιγόκλειναν οι γερόντισσες ανεπαίσθητα τα χείλη σ΄ένα διάλογο με τα στοιχειά , καθησυχάζοντάς τα πώς τίποτα δεν πήγε χαμένο.
    – Να, πρόκοψε τούτος ο λεηλατημένος κάμπος, μάθαν γράμματα τα παιδιά και τ’αγγόνια σας. Κοιμηθείτε ήσυχα πια!!!

    Την ώρα της αναμονής της κλήρωσης, με ουρά ατελείωτη όπου προσέφεραν συμβολικά τον οβολό τους για την ηλικίας 112 ετών Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκίμμης, η ενορία μοίρασε αναψυκτικά και λουκούμια.

    Στρέφοντας αλλού το πρόσωπο, έπνιξα ένα τεράστιο λυγμό π’ ανέβαινε, ρουφώντας άπληστα το μισό τσιγάρο μου…


    ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

    * Θα πρότεινα πάντως σε κάποια μελλοντική εκδήλωση στην πλατεία του χωριού που βυθίζεται στη σκιά του ιερού δέντρου, να παρουσιαστεί σαν επίλογος η άρια «Ombra mai Fou» από την Όπερα του Χαίντελ «Ξέρξης», όπου υμνούνται οι αρετές του δέντρου-προστάτη της σχολής του Ασκληπιού. Αντίθετα, ο ξενοφερμένος φοίνικας θεωρήθηκε το σύμβολο των αυτοδιοικητικών αρχών των σύγχρονων πόλεων, που θέλησαν να προσδώσουν έναν νέο χαρακτήρα στο οικιστικό περιβάλλον, αλλάζοντας την πολιτισμική οικολογία. Ο φοίνικας, έτσι, διέσχισε τη Μεσόγειο και ήρθε μαζικά στην Ελλάδα από την εποχή της χούντας.

    ** εσθλός, -η, -ον: α) καλός, αγαθός, ευγενής (αντίθετο του κακός), ωραίος (για έμψυχα και άψυχα), β) καλός, έντιμος, πιστός, ειλικρινής (με ηθική σημασία). Έχει προέλευση από την αρχαία προσωκρατική γλώσσα.

    *** «γλυκόρρητη πηγούλα»: Αυτή από την οποία ρέει κελαρυστό νερό.

    image_pdf

    Το δώρο ενός παιδιού στο χωριό του (μέρος 1ο)

    Κλείσαν ήδη τρεις βδομάδες τούτο το Σάββατο από την πολιτιστική εκδήλωση-τελετουργία που πραγματοποιήθηκε στον αύλειο χώρο της εκκλησιάς της Βαγγελίστρας στο Ποτάμι Λευκίμμης στις 6 Αυγούστου /022 από την Φιλαρμονική εταιρεία της Λευκίμμης και τον πολυτάλαντο αρχιτέκτονα Σπύρο Κουρή που ήταν και ο κύριος συντελεστής του ξεχωριστού αυτού γεγονότος.

    Τα δρώμενα περιελάμβαναν, εκτός από την παρουσίαση, και ανάλυση από τα στελέχη της τοπικής κοινωνίας Γιάννη Ζερβό και Αριστοτέλη Κοτινά, των εικαστικών και γνωστικών προσεγγίσεων του μάστορα, δύο μουσικά ιντερμέδια, ένα απόσπασμα του επικού του συγγραφικού έργου “H Λαχτισμένη” και τέλος τη διαδικασία της δωρεάς: 117 ζωγραφικών και καλλιτεχνικών πινάκων του διάφορων τεχνοτροπιών του Σ.Κ σε συμπολίτισσες και συμπολίτες του τόπου που τον γέννησε και τον γαλούχησε.

    Το αποτέλεσμα φανέρωσε ξάστερα, χωρίς φτιασίδια, την ΑΛΛΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ για τον πολιτισμό και την εκλαΐκευσή του, την άλλη όχθη από κείνη που μας βομβαρδίζει με υποπροϊόντα οπισθοδρόμησης και σαπίλας.

    Δόθηκε έτσι από τη μαχητική Λευκίμμη μια ευθεία απάντηση στην κυριαρχούσα λογική της παράτας και του φανφαρονισμό, των ηλιθίων υπερπαραγωγών και των άθλιων πλαστικών στολισμών που έχουν επιβάλει αι Αρχαί.

    Οι πρόσφατες βαρκαρόλες σε Πόλη και Παλαιοκαστρίτσα είναι ελάχιστα δείγματα ύφους, ήθους και μεγαλομανίας των απαίδευτων ναρκισσευόμενων εμπνευστών τους.

    Τον Σπύρο Κουρή τον είχα πρωτογνωρίσει σε μια εκδήλωση για τις τεχνικές του σινεμά που παρουσίαζε ο Βασίλης Ραφαηλίδης την άνοιξη του 1982 στην κλειστή σκηνή του Φοίνικα, οργανωμένη από την Κινηματογραφική Λέσχη.

    Την συζήτηση διηύθυνε ο ειδικός σε θέματα Τάξεως γιατρός Μίλτος Βασιλείου.

    Δραστηριότητες που προετοίμαζαν προκλητικά την αναμέτρηση, με πρωτοβουλίες όπως η παραπάνω*, έλαβαν χώρα την εποχή λίγους μήνες πριν τη μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση που πραγματοποιήθηκε στους κόλπους της νομαρχιακής οργάνωσης του ΚΚΕ – και όχι μόνο.

    Ο Βασίλης παίζοντας στο δικό του γνωστικό πεδίο έκανε μία επίδειξη δύναμης περιγράφοντας τους πρώτους πειραματισμούς στο σινεμά και ανέφερε σαν παράδειγμα τη Σημειωτική** (σημειολογία) που χρησιμοποίησε στους συμβολισμούς των ταινιών του ο Σεργκέι Αϊζενστάιν.

    Εκεί επενέβη ένας άγνωστος νέος ξανθός με γυαλάκια, μακριά αχτένιστα μαλλιά και επιτηδευμένα αξύριστος σε στυλ Τιμ Μπάρτον. Άφησε με ανοιχτό το στόμα όλους εμάς, που απασχολούμαστε φανατικά μόνο με το πώς θα απαντήσουμε στις άλλες πολυδιασπασμένες δυνάμεις της Αριστεράς -τυφλωμένοι κατά πως είμαστε τάχατες κάτοχοι της Απόλυτης Αλήθειας- επεκτείνοντας την ερευνητική και επαγωγική του σκέψη στη σημειολογία,** όπως την εισήγαγε ο Γκρέϊμάς, την επεξεργάστηκε ο Γκράμσι και την παρουσίασε ο Ουμπέρτο Έκο στις αρχές του ’80 συσχετίζοντάς την με την 7η Τέχνη.

    Ο άγνωστος νέος ήταν ο λευκιμμιώτης αρχιτέκτονας ΕΜΠ Σπύρος Κουρής.

    Ήρθαμε κοντά με τον Σ.Κ στους διαδρόμους των Τεχνικών υπηρεσιών, όταν σαν υπεύθυνος και εκπρόσωπος της ομάδας μελέτης πηγαινόφερνε κάθιδρος τους φακέλους του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου της Κέρκυρας (ΓΠΣ ) στο πλαίσιο της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης ( ΕΠΑ ) της χώρας στο διάστημα 1984-1986 .

    Αξίζει ν’ αναφέρω πως εκείνη η πρόταση της Κέρκυρας επελέγη από το Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ ανάμεσα σε 3.417 υποβληθέντα Γ.Π.Σ για να παρουσιασθεί στις Βρυξέλλες, εκπροσωπώντας τη ελληνική προσπάθεια από τον ίδιο τον Αντώνη Τρίτση, για να επιτευχθεί η παραπέρα αναλογούσα χρηματοδότηση της ΕΠΑ γιά όλη την χώρα από την ΕΟΚ – πράγμα που έγινε.

    Στην ουσία όμως, τα χρόνια που ακολούθησαν η μελέτη καταπατήθηκε βάναυσα και ακυρώθηκε στην πράξη από αρμόδιους κρατικούς και αυτοδιοικητικούς φορείς, υπηρεσίες και “επιστημονικές” συντεχνίες, με αλλεπάλληλες παραβιάσεις, τμηματικές αναιρέσεις και αναθεωρήσεις

    Απλά το ΓΠΣ χρησιμοποιήθηκε σαν πρόσχημα για το πέρασμα της τεράστιας σπέκουλας που διέλυσε την Πόλη και τα περίχωρά της, για να φτάσουμε σήμερα οι κάτοικοί της να καταντήσουν εξόριστοι στoν ίδιο τους τον χώρο.

    Το αντίστοιχο ΓΠΣ της Λευκίμμης, που εκπόνησε επίσης ο ίδιος, κάηκε όταν έγινε εμπρησμός στο Δημαρχείο επί αρχής Κουλούρη, που προσπαθούσε να βάλει μια τάξη στον ταλαίπωρο τόπο.

    Συμμετέχοντας σε χώρους κοινωνικοποιημένους, χώρους δράσης και συλλογικότητες, εκτιμά πώς το αισθητικό έργο έχει υποβαθμιστεί σε χρηματιστηριακό αντικείμενο βιτρίνας με αποτέλεσμα τον ευτελισμό της Τέχνης.

    Ο Σπύρος Κουρής αρνείται εκ πεποιθήσεως αυτό το πλαίσιο και απορρίπτει κάθετα την εμπορευματοποίηση της δημιουργίας που οδηγήθηκε από επιτήδειους κερδοσκόπους (Ιόλας, Βέργος, Φάν Χάμ κ.α.) στο αποκορύφωμα της απαξίωσης και της χαμέρπειας.

    Σαν αντιπρόταση στο χυδαίο τούτο αλισβερίσι προχώρησε σε μια εντυπωσιακή χειρονομία ευγνωμοσύνης και κοινωνικής αλληλεγγύης: τη δωρεά 117 εικαστικών έργων του στους συμπατριώτες του, στην κυψέλη που τον γέννησε και τον πότισε τον βασιλικό πολτό της ποιοτικής άνδρωσής του.

    Με τη στενότερη επαφή, αναγνώρισα στο αρχιτεκτονικό του έργο τη συνεχή ανανέωση και πρωτοτυπία, την ενδελεχή έρευνα, το σεβασμό και την αφομοίωση στο χώρο όπου σχεδίαζε, με γραμμές πρωτότυπες, πλαστικότητα και διαρκές ψάξιμο στη σύνθεση των όγκων και στα παιγνίδια των σκιών. Τα αποτελέσματα της δουλειάς του στο Συγκρότημα Αναψυχής “Lime Light” μέσα τον Κάβο και το οικιστικό συγκρότημα “Capo di Corfou” είναι ελάχιστα δείγματα της ποιοτικής απόπειρας κατάληψης χώρου.

    Σπύρος Κουρής-ΛιόπουλοςΠροσπάθησα να του απαντήσω σε όμορη ιδιοκτησία με μια άσκηση Deconstruction (Αποδόμησης) για να αντιπαρατεθώ στη στερεότητα του συγκροτήματος

    Επίσης, δοκίμασα να παρακολουθήσω τις σκέψεις του σε ομιλίες και εκθέσεις που έκανε στην Αναγνωστική Εταιρεία και το φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου.

    Με τίμησε με τη φιλία του ερχόμενος στο τόπο της δουλειάς μου τις παραμονάδες κάθε χρόνου, για να μου δωρίσει την ιδιόχειρη, σχεδιασμένη με σινική και μολύβια, κάρτα ευχών. Από τότε διασταυρώσαμε τις απόψεις μας σε κάποιες δημοσιεύσεις, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν ενώθηκαν οι γραμμοσύρτες μας σε κάποια κοινή μελέτη.

    Σαν πρώτος τόπος τέλεσης της εκδήλωσης είχε επιλεχθεί το “καμπούλι”*** πίσω από την οικία του πρώτου έλληνα πολεοδόμου, του Σταμάτη Βούλγαρη, αξιωματικού του σώματος μηχανικού των Γάλλων στους επαναστατικούς πολέμους του Διευθυντηρίου και αργότερα στους Ναπολεόντειους, χωροτάκτη του κέντρου της Πάτρας.

    Στην πορεία της προετοιμασίας έπεσε η πρόταση για το προαύλιο της Βαγγελίστρας που διαθέτει περισσότερο ζωτικό χώρο, με φυσικό σκηνικό τον Αρχαίο Πλάτανο και φυσική προέκταση το άλλο ευρύχωρο “Μεγάλο Καμπούλι” απέναντι από την εκκλησιά, που χωρίζεται απ’ το δρόμο.

    Η επιλογή δικαιώθηκε.

    Η ατμόσφαιρα με την έναρξη ήταν κατανυκτική σαν σε επιστημονικό συνέδριο.

    Οι καρέκλες γέμισαν με μιας, όρθιοι στάθηκαν γύρω απ’ τον Πλάτανο, και πολλοί άλλοι στο δρόμο, ενώ άνοιξαν οι πόρτες του κοιμητηρίου και τα παιδιά το αντιλήφτηκαν σα χώρο παιχνιδιού μακριά από τις κουβέντες των μεγάλων, κυριεύοντάς το με κυνηγητά και κρυφτό γύρω απ’ τα παγωμένα μάρμαρα, αποδεικνύοντας με το αθώο και αλάνθαστο ένστικτό τους ότι ο θάνατος είναι συνέχεια της ζωής και αντίστροφα.

    Ο γέροντας εμπειρικός ραβδομάντης, που στην προετοιμασία είχε προτείνει την εκκίνηση της εκδήλωσης στις 19:30, φάνηκε να δικαιώνεται απόλυτα, γιατί το ελαφρό αεράκι που αναβρύζει το ποτάμι εκείνη την ώρα έσπασε την Αυγουστιάτικη ζέστη και μετέτρεψε σε εύκρατο και δροσερό το μικροκλίμα του σκιερού χώρου.

    Εμείς οι περισσευάμενοι καπνίζοντες σταθήκαμε μακριά στο ανοιχτό καμπούλι παρατηρώντας διαγώνια το σκηνικό.

    Η πρόσοψη της Βαγγελίστρας στολίστηκε με χίλια χρώματα από την απλωμένη έκθεση των έργων του Σπύρου, μια χαρούμενη αισθητικά εικόνα που επαναπροσδιόρισε την ελληνική έννοια της Εκκλησίας που δεν είναι άλλη από την πολιτική συνέλευση του Δήμου.

    Η Βαγγελίστρα πυρπολήθηκε κατά την Οθωμανική επιδρομή στο Νότο το 1571 κι αργότερα προστέθηκε ο γυναικωνίτης και το κοιμητήριο.

    Όταν η Υψηλή πύλη χτύπησε σχεδόν ταυτόχρονα τα δύο άκρα του Ενετικού τόξου, δηλ. την Ιονική αλυσίδα και την Κύπρο, πετυχαίνοντας να καταλάβει το “χρυσοπράσινο φύλλο” μέσα σε τρία χρόνια, ηττήθηκε όμως κατά κράτος στη ναυμαχία του Λεπάντο (δηλ. την δυτική είσοδο του Πατραϊκού κόλπου) τον Οκτώβρη του 1571, όπου υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις ναυτικών δυνάμεων στην Παγκόσμια Ιστορία με επικεφαλής της Παπικής Αγίας Λίγκας τον Δον Χουάν τον Αυστριακό, τον επονομαζόμενο και Νόθο ή Ωραίο.

    Οι Οθωμανοί, θέλοντας να πάρουν την ρεβάνς από την ήττα του 1716, συσπείρωναν δυνάμεις από το καλοκαίρι. Έτσι ο Ναπολιτάνος Μπέης του Αλγερίου, Ολούτζ Αλί (βαπτισθείς αρχικώς ως Ιωάννης- Διονύσιος Γκαλένι) με τους βερβέρους πειρατές του πραγματοποίησε Razzia (επιδρομή) στην ανατολικά παράλια της Κέρκυρας, όλος ο κάμπος του Νότου κατακάηκε και οι πληθυσμοί υπέστησαν βαρειές απώλειες, ενώ οι νέες και οι νέοι πήραν τον δρόμο για τα σκλαβοπάζαρα.****

    Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Πατρινός Μωχαμέντ Σιρόκκο, επικεφαλής του αιγυπτιακού στόλου, είχε νικήσει τους Ενετούς στα παράλια του Μωριά και τη Λευκάδα.

    Περιτριγυρίζοντας το κτίριο, χάιδεψα ερευνώντας τις πολλαπλές επαλείψεις του φλοιού και διέκρινα αμυδρά -όπως μου είχε υποδείξει ο Σ.Κ- λίγα στίγματα από τις παλαιές σκεπασμένες τοιχογραφίες των όψεων. Και εδώ, όπως παντού, αδιαφορία και αποφυγή ουσιαστικής έρευνας από τους εγκεφάλους του ελλαδικού σουλτανάτου της Μενδώνη. Πόσο υπέροχα θα συνδυάζονταν άραγε αυτά τα αρχαία αποτυπώματα και παραστάσεις με εκθέσεις, θεατρικά και κινηματογραφικά δρώμενα, λαϊκές εκδηλώσεις της ψυχής του χωριού;

    Η φυσική σκηνογραφία του αιωνόβιου Πλάτανου είχε κι αυτή το νόημά της. Κάθε τόπος οργανώνει τη ζωή του γύρω από έναν πλάτανο που στις ρίζες του τρέχει πάντα μια από τις πηγές της ζωής, το νερό. Είναι το σύμβολο της αντοχής στον χρόνο, γι’ αυτό και η ευχή «σαν τον πλάτανο» συμπυκνώνει αυτή τη βιωματική σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Ο πλάτανος είναι η έκφραση της ελληνική πολιτισμικής ιθαγένειας, που ζυμώθηκε για χιλιάδες χρόνια.

    Οι σκέψεις αυτές έρχονται στον νου λίγο πριν από τον Δεκαπενταύγουστο, τότε που βουλιάζουν οι τόποι κάτω από τους πλατάνους από ένα θεσμό αργίας που πρωτοκαθιέρωσε ο Οκταβιανός Αύγουστος σε όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία για την ανάπαυση των αγροτών από τον ήλιο του θέρους, μισή χιλιετία πριν την εμφάνιση της Μαριάμ στο πρώτο ευαγγέλιο του Ματθαίου *****

    (Συνεχίζεται)


    ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

    * Προβολή των πολιτικών ταινιών αριστερής κριτικής στον “υπαρκτό”, όπως την ουγγαρέζικη “Αγαπημένη μου Βέρα” του Πώλ Γκάμπορ, τα ντοκιμαντέρ “Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο” του Κρίς Μαρκέρ και “Πεθαίνοντας στα τριάντα» του Ρομαίν Γκουπίλ, καθώς και μια εκδήλωση αλληλεγγύης στην Παλαιστινιακή Ιντιφάντα με εκπροσώπους του Αραφάτ (OLP) αλλά και του PFLP του δόκτορα Αμπάς, ενώ επίσης συμμετείχε και μια εκπρόσωπος των Smolanim, των επικηρυγμένων ισραηλινών που μάχονται για τη δικαίωση της Παλαιστινιακής υπόθεσης. Στο άκουσμα των δύο τελευταίων οι ηγήτορες της κοινοβουλευτικάριας “αριστεράς” έχαναν το χρώμα τoυς.

    ** Ο όρος σημείο αναφέρεται σε οποιαδήποτε οντότητα η οποία είναι αντιπροσωπευτική ή στην οποία αποδίδεται ένα συγκεκριμένο νόημα (παραδείγματα σημείων: χειρονομίες, λέξεις, πινακίδες, ήχοι ειδοποίησης, ακόμα και μια ιδέα ή μια σκέψη). Η σημειωτική παρέχει τα εργαλεία για την κριτική εξέταση των συμβόλων και για την έρευνα της ερμηνείας σε πολλούς τομείς. Σύμφωνα με τις διαδικασίες ανάλυσης που προτείνει ο A.J. Greimas, διακρίνουμε δύο επίπεδα ανάλυσης: το επιφανειακό επίπεδο και το βαθύ επίπεδο (immanent). Στο επιφανειακό επίπεδο, δύο συνιστώσες ρυθμίζουν την οργάνωση των στοιχείων: μια αφηγηματική συνιστώσα (που ρυθμίζει τη διαδοχή, την “αλυσίδα”, των καταστάσεων και των μεταμορφώσεων) και μια συνιστώσα λόγου που ρυθμίζει την αλυσίδα των μορφών και των εννοιών. Στο βαθύ επίπεδο υπάρχουν δύο σχέδια οργάνωσης: ένα δίκτυο σχέσεων και ένα σύστημα πράξεων.

    *** Καμπούλι: λευκιμμιώτικο ιδίωμα που σημαίνει τον ανοικτό χώρο εντός οικισμού – χώρος αβέρτος, ο Μικρός κάμπος δηλαδή κατά το βενετσιάνικο Campus, θέατρο κοινωνικών δρώμενων και εκδηλώσεων μέσα σε πυκνό πολεοδομικό ιστό.

    **** Ο θρύλος λέει ότι κατά την προηγούμενη επιδρομή του Μυτιληνιού Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα το 1534, όταν είχε αλωθεί πάλι η Κερκυραϊκή ύπαιθρος από το όμορφο γένος των ψηλών, ξανθών κοριτσιών της Λευκίμμης, στρατολογήθηκαν κάποιες για το χαρέμι του σουλτάνου. Μία απ’ αυτές, η Καλή Κουαρτάνου, αναδείχθηκε σε Βαλιδέ σουλτάνα, μητέρα του Μουράτ του Γ’. Η Καλή καταγόταν από την οικογένεια των Νορμανδών αριστοκρατών Κουαρτάνο, που σημαίνει «4 και όχι», δηλαδή «από τις 4 εποχές του χρόνου, ο νότος της Κέρκυρας, τον οποίο διαφέντευαν, δεν γνώριζε χειμώνα». Αυτό φαίνεται και στο οικόσημό τους, στο μοναστήρι του Ακρόδηλου (και όχι Αρκουδίλα), τελευταίο οχυρό των ανδρών της οικογένειας, που σφάχτηκαν μέχρις ενός.

    ***** Ο κανόνας του Ματθαίου εφευρέθηκε ως εύρημα-κτέρισμα στον τάφο του αποστόλου Βαρνάβα ύστερα από όραμα που είδε ο Αρχιεπίσκοπος Σαλαμίνας Ανθέμιος το 488 (μ.κ.χ. – μετά την κοινή χρονολογία), σε μια κρίσιμη για τους Κύπριους γιαχβιστές περίοδο, όταν η πανίσχυρη εκκλησία της Αντιόχειας διεκδικούσε τον έλεγχο της Κυπριακής.
    Το χειρόγραφο του Ματθαίου μετέφερε στη βασιλεύουσα ο ευρών ως τεκμήριο της αποστολικότητας της κυπριακής εκκλησίας που είχε ιδρύσει ο Βαρνάβας, ο οποίος είχε μεταφέρει το τομίδιο που θάφτηκε μαζί του και δεν κυκλοφόρησε παρά από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα το 490 μ.κ.χ., που απέδωσε στον παπά και το δικαίωμα να φέρει μανδύα, σκήπτρο και υπογραφή με κόκκινο μελάνι, όλα αυτοκρατορικά.

    Εδώ ένα λινκ με ερασιτεχνικό βίντεο από την εκδήλωση.

    image_pdf

    Ονοματοδοσίες (άρτι αφιχθείσες)

    Συγκαλέστηκε σήμερα Σάββατο στις 5 το πρωί, λόγω καύσωνος, η 4η πλατιά ολομέλεια Εμού του ιδίου και των χαφιέδων μου εντός των μηχανισμών της τοπικής εξουσίας.

    Το συγκληθέν όργανο, αφού άκουσε με τον προσήκοντα σεβασμό τον εισηγητή και συζήτησε στα όρθια όξω από του Ζήσιμου, ώστε να πάει για μπάνιο πριν σηκωθεί πολύ ο Ήλιος, πήρε μια πολύ σημαντική απόφαση:

    Αποφάσισε όπως από τώρα και πέρα και σε όλα τα κείμενα που δημοσιοποιούνται εντός και εκτός Φάτσιμπουκ και μέχρι να τελειώσει η θητεία της παρούσας ολομέλειας, ο επονομαζόμενος «Μητσαριήλ»* θα καλείται ευλαβώς «Ρισελιέ ντι Καμπιέλο» σε αναγνώριση του έργου που πρόσφερε και προσφέρει στο χειμαζόμενο κερκυραϊκό λαό.

    Σιδεροκέφαλος φίλε.

    Πάντα θά ’μαστε κοντά σου και θα στηρίζουμε το δύσκολο έργο σου ώστε τελικά να μη μείνει τίποτα όρθιο στους Κορφούς.

    Πετί Νικολάς

    Το ίδιο όπως στηρίζουμε και το έργο του στενού σου συνεργάτη, του γνωστού σε όλους Μικρού Νικολά.

    Νεαρού βλαστού της Νουδουλείας κι επίδοξου δημάρχου μας για την τετραετία 2023- 2027.

    Καλό κουράγιο και στους δύο σας.

     

    Σ.Σ : Το όνομα Μητσαραήλ απεδόθη στον δόχτωρα Μήτσιο Μεταλληνό μετα από σύζευξη του βαπτιστικού του κερκυραίου προύχοντα και του ονόματος του καλού κ’αγαθού επισκόπου Μυριήλ του εξαγοράσαντος δια των κλαπέντων κηροπηγίων την ψυχήν του Γιάννη Αγιάννη στο μυθιστόρημα του Βίχτωρα Ουγκώ “Οι Άθλιοι”.

    image_pdf

    Λάμπρος

    Εκείνα τα χρόνια ο Λάμπρος δούλευε σερβιτόρος στο Κανόνι.

    Επί 12 ώρες κουβάλαγε  ένα τεράστιο δίσκο πάνω από το κεφάλι γεμάτο παγωτά , καφέδες,  λεμονάδες  και ούζα.

    Άνοιγε δρόμο ανάμεσα από δεκάδες τουρίστες που χάζευαν την θέα περιμένοντας να αδειάσει κανένα τραπέζι.

    Ο ιδρώτας του Λάμπρου έσταζε από την μύτη.

    Το άσπρο του ποκάμισο ήτανε λάσπη.

    Διασχίζει ένα γκρουπ μαυροφορεμένες γριές από κάποια εκκλησιαστική εκδρομή του κάμπου της Θεσσαλίας έτοιμος να λιποθυμήσει από την κούραση και την ζέστη.

    Τον σταματάει μία.

    – «Δε μι λές πιδί μ’;»

    – «Του μπουντικονίσι, του πρώτου είναι η του δευτέρου;»

    – «Του τρίτου κυρία μου… του τρίτου.»

    – «Αφού δεν έχει τρίτου.»

    – «Είναι πιο πίσω δεν φαίνεται.»

    Απαντούσε ο Λάμπρος εξουθενωμένος.

    Όλοι οι συνάδελφοί του κάνανε και άλλες δουλείες κατά την διάρκεια του χρόνου για να προκόψουν.

    Ο Λάμπρος ζούσε με το ταμείο ανεργίας τον χειμώνα.

    Ούτε το μάστορα μπορούσε να κάνει ούτε ελιές είχε για να μαζέψει.

    Για τους συναδέλφους του ήταν η εποχή των μεγάλων ευκαιριών και των μεγάλων λόγων.

    Ακούγανε: «Με βάση την ετεροχρονισμένη δομική αντιπαλότητα..» και καταλάβαιναν ότι «ήρθε η ώρα του λαού».

    Ο Λάμπρος τότε γράφτηκε στην ΚΝΕ.

    Εκτός από μερικά ρητά που άκουγε από εδώ και από κει δεν του έμειναν και πολλά πράματα.

    Καλλιέργησε όμως μια άγνωστη μέχρι τότε ικανότητα του να πείθει με απλά επιχειρήματα.

    Βγήκε πρώτος στο αγώνισμα των «στρατολογιών»  και πήρε και το χρυσό μετάλλιο από τα χέρια του ίδιου του Βαμβέτσου του Μεγαλοπρεπούς από τα Γιάννενα σε ειδική τελετή.

    Ο Βαμβέτσος ο μεγαλοπρεπής  έμοιαζε με Τούρκο. Είχε παχύ ανδροπρεπές μουστάκι, κρατούσε μια δερμάτινη τσάντα με κομματικά έγγραφα ,φαντάζομαι, και είχε και τσιμπούκι σαν του Φλωράκη.

    Για να μιλήσεις του δυσθεώρητου Βαμβέτσου τότε έπρεπε να πάρεις ειδική άδεια.

    Δεν θα επεκταθώ στον βίο και την πολιτεία του θρυλικού Βαμβέτσου  διότι μπορεί να κατηγορηθώ ότι «ρίχνω νερό στο μύλο της αντίδρασης» η , ακόμα χειρότερα ότι «αλείβω βούτυρο στο ψωμί του καπιταλισμού».

    Ο Λάμπρος , λοιπόν, τα κατάφερνε να πείθει με απλά επιχειρήματα.

    Όταν δεν άντεχε πλέον να εξηγεί πιο είναι το Ποντικονήσι έγινε ασφαλιστής.

    Χρησιμοποίησε την πολιτική του εμπειρία και κατέγραψε συστηματικά όλους τους υποψήφιους προς ασφάλιση στην Ιντεραμέρικαν.

    Φόρεσε κουστούμι και γραβάτα. Αγόρασε και σαμσονάιτ με κλειδαριά και βγήκε (ξανά) προς άγραν πελατών.

    Ήρθε και σε μένα.

    Μού έκλεισε ραντεβού επισήμως. Κάθισε απέναντι μου στον καναπέ σοβαρός.

    Ίσιωσε την γραβάτα του και άρχισε.

    Σύμφωνα με τα λεγόμενα του εάν με πάταγε ένα αυτοκίνητο στο δρόμο η γυναίκα μου θα έπαιρνε μια παχυλή σύνταξη συν ένα υπολογίσιμο εφάπαξ.

    Αν έκοβα το χέρι μου στην δουλειά.

    Αν έπεφτα στο μπάνιο.

    Αν έπεφτε το αεροπλάνο της Ολυμπιακής στο Αγρίνιο.

    Αν έχανα ξαφνικά το φώς μου.

    Αν μούπεφτε ένα πιτέρι στο κεφάλι.

    Αν βούλιαζε το φέρυ μπότ.

    Αν με σκότωνε το ρεύμα την ώρα που στέγνωνα τα μαλλιά μου.

    Ο Λάμπρος πρώτα σου έφερνε την απόλυτη καταστροφή και ακολούθως εκεί που ο πελάτης είχε αρχίσει να τρέμει του έβγαζε ένα λογαριασμό με τα λεφτά που θα έπαιρνε αυτός, αν  έμενε τυφλός , κουλός , κουτσός και εν γένει ακρωτηριασμένος  η πόσα λεφτά θα έπαιρναν οι απόγονοι του όταν θα πέθαινε.

    Τύφλα να έχουνε οι μάρτυρες του Ιεχωβά.

    Ετούτος δεν υποσχόταν έναν ακαθόριστο και  αμφιλεγόμενο παράδεισο του Θεού η του Κομμουνισμού.

    Εδώ σου μίλαγε με συμβόλαια , υπογραφές και συγκεκριμένα ποσά σε κάθε περίπτωση.

    Αξεπέραστος.

    Έπεισε πολλούς.

    Με εμένα δεν τα κατάφερε.

    Δεν ήξερε με ποιος είχε μπλέξει.

    Πήρα μολύβι και χαρτί και άρχισα να κάνω λογαριασμούς.

    Παραξενεύτηκε.

    Περίμενε Λάμπρο θα σου τα δείξω σε λίγο.

    Σύμφωνα, λοιπόν,  με το δικό μου σενάριο (βασισμένο στην Θεωρία των πιθανοτήτων) η πιθανότητα  να πάθω κάποιο από τα ατυχήματα που θα με έστελναν στον άλλο κόσμο η θα με καθιστούσαν παράλυτο ήταν πολύ μικρότερη από την πιθανότητα να κερδίσω μια περιουσία στο ξυστό αν έπαιζα τα λεφτά που θα έδινα στην Ιντεραμέρικαν.

    Ήξερα τι θα αντιμετωπίσω και δούλεψα συστηματικά πριν την συνάντηση.

    Δαγκάθηκε.

    Μου πέταξε ένα «..δεν είναι έτσι» και μου είπε ότι θα ξαναπεράσει να τα πούμε.

    Παρόλο που δεν τα κατάφερε με εμένα έγινε ένας από τους κορυφαίους ασφαλιστές και μάλιστα του έδωσαν και μια πλακέτα βιδωμένη πάνω σε ένα ξύλινο κουάδρο που το έβαλε στο σαλόνι του και μου το έδειχνε κάθε που πήγαινα για καφέ.

    Πέρασε καιρός και ξαναβρήκα τον Λάμπρο στο Σαρόκο να περπατάει βιαστικά .

    «Δεν μπορώ τώρα πάω να δείξω ένα σπίτι».

    Τότε έμαθα ότι ο Λάμπρος  είχε γίνει  μεσίτης.

    Σταμάτησε μια μέρα στο καφενείο να μου πει για ένα διαμέρισμα που πουλιόταν εκεί κοντά «σε τιμή ευκαιρίας».

    Επρόκειτο για το διαμέρισμα του Κώστα από τσους Κυνοπιάστες που είχε πεθάνει πριν λίγους μήνες και το πουλούσαν τα παιδιά του.

    Ρε Λάμπρο αυτή η πολυκατοικία χτίσθηκε το εβδομήντα. Είναι γριά. Τα μπετά  έχουν όριο τα πενήντα χρόνια αν είναι σωστή η κατασκευή και με τις προδιαγραφές τις προβλεπόμενες.

    Πουλάς ένα τριάρι διακόσια χιλιάρικα σε μια γριά πολυκατοικία που σε λίγο θα πρέπει να κατεδαφιστεί και να χτιστεί από την αρχή;

    Ποιος θα το πάρει αγόρι μου;

    Πάλι δεν τα κατάφερε να με πείσει  αλλά μου ήταν πάντα συμπαθής.

    Το πάλευε το πράμα και ας μην ήταν σίγουρος.

    Έτσι, άλλωστε,   κάνουμε όλοι.

    Τελευταία  πήγα με κάτι φίλους σε μια λαϊκή ταβέρνα στην Οβριακή.

    Ακούω μια γνωστή φωνή από πίσω μου.

    «Τι να σας φέρω.»

    Γυρνάω και ανοίγει η καρδιά μου.

    Ο Λάμπρος ξανά αλλά με καλοκαιρινό φανελάκι Welcome to hell.

    image_pdf

    Τερματικός Βαρυπατάδες. Από Κουραμάδα τρεις τσιγάλες δρόμος.

    Από τον Γιώργο Αλαμάνο

    Η απογευματινή πεζοπορία από Κουραμάδες προς Βαρυπατάδες μέσω Καλαφατιώνων είχε για μένα, ως ”αυτόχθονος”, σκοπό να μυήσω τους μη αυτόχθονες συνοδοιπόρους μου στον πλούτο της ”μέσα” Κέρκυρας, στο ”μέσα” ενός τόπου μακριά από παραλίες.

    Οπτικά, αυτό είναι βέβαια δύσκολο στην Κέρκυρα αφού η θάλασσα…παραμονεύει από παντού.

    Ψυχοδιανοητικά, όμως, πορευόμενος σε έναν οικισμό όπως οι Βαρυπατάδες, έχεις την δυνατότητα να διαισθανθείς τον βιοτικό ρυθμό του παρελθόντος.

    Δεν περίμενα να συναντήσω ανθρώπους στον δρόμο.

    Προ ετών, όταν ξαναπέρασα, είχα συναντήσει μόνο μία γριά, την οποία ρώτησα κατά την συνομιλία μας γιατί ήθελε την συγκοινωνία του ΚΤΕΛ αφού δεν υπάρχουν επιβάτες.

    Μου απάντησε:

    ”μα για να βλέπω το λεωφορείο που έρχεται και φεύγει”.

    Αυτή την φορά η επίσκεψη στους Βαρυπατάδες επεφύλασσε εκπλήξεις.

    Στην είσοδο του χωριού μας ”προϋπάντησαν” ένας Αλβανός με την οικογένειά του -αυτό δεν ήταν έκπληξη – που έκαναν την βόλτα τους.

    Συνεχίσαμε στον κεντρικό δρόμο του οικισμού – χαρακτηρισμένου με νόμο ως παραδοσιακού, αν και αυτό φαίνεται ότι συγκινεί τους παράγοντες του κράτους όσο συγκινεί τις συκιές και τους κισσούς που διαρκώς επεκτείνουν την κυριαρχία τους μέσα στα ερείπια με τις πεσμένες στέγες.

    Απορροφημένοι από την πληθώρα των αριστοτεχνικών κτιριακών στοιχείων την πλαστικότητα και την σεμνότητα των όγκων ενός οικισμού κομψοτεχνήματος , συνεχίσαμε για αρκετό διάστημα χωρίς να συναντήσουμε κανέναν, μέχρι που πέσανε ξαφνικά τα μάτια μας πάνω σε μια ομάδα οκτώ γυναικών, καθισμένων η μία δίπλα στην άλλη, στο ένα από τα δύο πεζούλια μιας μικρής πλατείας .

    Αυτή η εικόνα , απολύτως οικεία (ως στοιχείο του παρελθόντος), σε μας τους αυτόχθονες της ”κερκυραϊκής υπαίθρου”, με έκανε να σαστίσω.

    Τί θέση είχε – πώς συνέβη; – μία ζωντανή εικόνα του παρελθόντος μέσα στο παρόν της εγκατάλειψης και του επεκτεινόμενων ερειπίων ;

    Αυτός ο χορός αρχαίας τραγωδίας στις Πνύκες των κορφιάτικων κοινοτήτων;

    Ήταν σαν σκηνή από ιταλικό νεορεαλιστικό κινηματογράφο…

    Καλησπερίσαμε και συνεχίσαμε προς το τέλος του οικισμού. Οπότε φθάσαμε ξαφνικά στο σπίτι της ιδιοκτήτριας του μίνι μάρκετ των Κουραμάδων.

    ”Το μαγαζί είναι στις Κουραμάδες, αλλά εγώ μένω Βαρυπατάδες”, εξήγησε.

    ”’Ελάτε, ανεβείτε στο μπαλκόνι, φαίνεται η θάλασσα, η Χώρα”. ”Ωραία η θέα, της λέω, αλλά πολλή απομόνωση”.

    ”Κρίμα, απάντησε, ένα τέτοιο χωριό να έχει εγκαταλειφθεί. Ακόμη και ιδιοκτήτες που μένουν στην πόλη δεν ενδιαφέρονται. Κοίτα εδώ το τραπέζι της αυλής μου, κάτω από τους κισσούς του τοίχου”.

    Στους διπλανούς τοίχους και πόρτες υπήρχαν ζωγραφιές.

    Την ρωτήσαμε, ποιος έρχεται και ζωγραφίζει πάνω στα ερείπια;

    Μας απάντησε ”η κυρία Μελά, όταν έρχεται από την πόλη”.

    Η κυρία Μαργαρίτα που αργότερα σκέφτηκα ότι το κύριο κίνητρό της να ζωντανέψει τις θαυμάσιες επιφάνειες κτισμένες εδώ κι αιώνες είναι να δώσει κίνηση και ζωή στο χωριό είναι βαθειά πολιτικό κοινωνικό εξεγερτικό παρόμοια με κείνα του γραφίστα Μπάνγκσι .

    Επιστρέφοντας, συναντήσαμε πάλι την ομήγυρη.

    Μία γυναίκα, ανταποκρινόμενη σε αυτό που νοερώς επιζητούσα, μας είπε ”ελάτε, καθήστε”.

    Μας είπαν πολλά άλλα για την παρακμή του χωριού, μέχρι που η κουβέντα γύρισε σε άλλα, προσωπικά, όπως ”η γιαγιά μου ήταν από το χωριό σου, από την οικογένεια τάδε, η αδελφή μου παντρεύτηκε στις Κουραμάδες”, κάτι δηλαδή σαν να είμαστε όλοι μία μεγάλη οικογένεια.

    Μία ακόμη έκπληξη:

    Ο μοναδικός άνδρας της μίας από τις δύο πλευράς της πλατειούλας ήταν ένας από τους πιο ευγενικούς εισπράκτορες του ΚΤΕΛ Κερκύρας, ο Χριστόδουλος, στα 82 πλέον σήμερα.

    Του πληρώναμε το μαθητικό μας εισιτήριο στα καθημερινό πήγαινέλα από το χωριό στο Γυμνάσιο.

    Πόσο καλό θα ήταν να φέρναμε με το ΚΤΕΛ όλα τα συμβούλια (περιφερειακό, δημοτικό , βουλευτές κλπ), να συνεδριάσουν στους Βαρυπατάδες, στην πλατεία, υπό την σκιά των γύρω ερειπίων, υπό τα βλέμματα των γυναικών και της ζωγράφου για να αντικρύσουν κατάματα με την σκληρή πραγματικότητα ενώ απόμακρα δυτικά θ’ ακουγόταν οι εξωλέμβιες που σκίζουν την θάλασσά μας και τα επαναλαμβανόμενα τύμπανα της οχληρής “διασκέδασης ” …

    – Θα χαιρόταν και η γριούλα που θα έβλεπε γεμάτα λεωφορεία.

    Αν και δεν πιστεύω ότι τα Συμβούλια θα συγκινούντο για τον παραδοσιακό οικισμό τόσο, όσο οι γυναίκες της πλατείας και η ζωγράφος η κυρία Μαργαρίτα Γκίνη Μελά.

    Διαφορετικά, πώς θα ζωγράφιζε πάνω σε ερείπια δίνοντας πνοή σε μια εξαίσια αλλά καταρρέουσα σκηνογραφία;

    Σ.Σ. Ο Γ. Αλαμάνος είναι από τους ξενιτεμένους Κορφιάτες που πονάνε τον τόπο όσο λίγοι τον γνωρίζω από τότε που δούλευε σερβιτόρος για να πληρώσει τις σπουδές του στην Νομική….

    image_pdf