back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 37

    Πώς γίνονται τα λεφτά

    Ποιος ήταν ο Γιάννης Λάτσης;
    Από αχθοφόρος-παιδί του λιμανιού στο Κατάκολο, πριν την Κατοχή, εφοπλιστής αμέσως μετά.

    Περίεργο;
    Καθόλου.

    Συνεργάτης των Γερμανών στην Κατοχή, μαυραγορίτης, δωσίλογος και αμέσως μετά εθνικόφρων και αντικομμουνιστής εφοπλιστής, που του εγκαινίασε το πρώτο του πλοίο ο ίδιος ο Δαμασκηνός μετά τον πόλεμο.

    Μετά την απελευθέρωση πέρασε από δικαστήριο δωσίλογων, το οποίο όμως τον αθώωσε.

    Το “πατριωτικό” του έργο όμως δεν σταματά στην Κατοχή.
    Συνεχίστηκε το ίδιο “πατριωτικό” στη χούντα, μετά τη χούντα και μέχρι τον ψόφο του.

    Κατά τη διάρκεια του πολέμου του 74, με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ο Λάτσης με τα δεξαμενόπλοια του τροφοδοτούσε με πετρέλαιο την Τουρκία.

    Το 1976 στη διάρκεια της Ελληνοτουρκικής κρίσης (εποχή του “βυθίσατε το Χόρα”), η “Πετρόλα” του Λάτση εφοδίασε με 100.000 τόνους πετρέλαιο και 5.000 τόνους κηροζίνη (καύσιμο για αεροπλάνα) την Τουρκία, υλικό που έφτανε για 5.000 εξόδους στο Αιγαίο πολεμικών αεροσκαφών, κατά τις καταθέσεις στρατιωτικών μαρτύρων.

    Την 1η Σεπτεμβρίου 1992, έγινε έκρηξη στην Πετρόλα, όταν έσπασε σωλήνας των εγκαταστάσεων διύλισης και 15 εργάτες εξαερώθηκαν. Αθώοι οι 2 μοναδικοί κατηγορούμενοι.

    Αυτός ήταν ο Γιάννης Λάτσης, που τίμησε σύσσωμη η κυβέρνηση δίνοντας το όνομα του στο λιμάνι του Κατάκολου.

    image_pdf

    i-Phones: Επιβολή και εξάρτηση

    0

    O φοβερός και τρομερός Στηβ Κατς, που δουλεύει τις πεντάλεπτες  ιστορίες του τουλάχιστον ένα χρόνο και βάλε πριν τις δημοσιεύσει, έπιασε πάλι την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την παγκόσμια δικτατορία της κινητής τηλεφωνίας.

    Ο απόλυτος φασισμός της διαφήμησης και της τηλεόρασης της πώλησης εξαρτησιογόνων  μηχανών είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την άλωση της χλωριδας και της πανίδας για το κέρδος και μόνον.

    Ο Κατς έχει ντύσει με τα σχέδιά του τα βίντεο των τραγουδιών του Moby “Are You Lost In The World Like Me?” και “In This Cold Place” από το άλμπουμ “More Fast Songs About the Apocalypse”. Και τα δύο είναι στο πνεύμα της συνολικής του καλλιτεχνικής παρουσίας, κριτικάρουν δηλαδή τον καταναλωτισμό, την απληστία, τη διαφθορά και τελικά την αυτοκαταστροφή μας…

    image_pdf

    Βουτιές από τον απάνω πόντε

    Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο του 2018…

    Με αφορμή τη συζήτηση που ξεκίνησε για τις επεμβάσεις που γίνονται στα μπάνια του Μον Ρεπό θα ’θελα να καταθέσω τις σκέψεις μου ανάκατα με κάποιες αναμνήσεις.

    Δε χρειάζεται πολύ περιττή κι ανούσια ψεύτικη αρχοντιά σε κάτι που είναι σωστά στημένο αλλά χρειάζεται βέβαια το φρεσκάρισμα και την ανανέωσή του, που κανονικά είναι έργο του ιδιοκτήτη, δηλαδή του Δήμου. Εκείνο που πρέπει να επισκευαστεί ή και να στρωθεί με ένα από τα καινούργια υλικά, τα ντεκ, είναι η μακριά ψηλή και φαρδιά μοναδική στη Κέρκυρα εξέδρα.

    Τα λουτρά που τα φτιάξαν οι Ιταλοί, όπως και άλλα έργα (Κινηματοθέατρο Εθνικόν), και οι δρόμοι που ανοίξανε στα χωριά, έργα μακρόπνοα, ήταν επειδή λογαριάζανε ότι θα μένανε πολύ καιρό εδώ και ότι η βενετσιάνικη κατοχή θα κρατούσε ακόμη στον πληθυσμό φιλικά αισθήματα. Αναμφισβήτητα κάναν καλή δουλειά, με σωστή διάταξη, την πίστα για χορούς και το εστιατόριο κάτω απ’ τα δέντρα, και οι καμπίνες ολοτρόγυρα, και τα τετραπλά ντους.

    Μον Ρεπό, Κέρκυρα. Αφίσα της πλαζ.

    Εμείς απ’ το Μαντούκι μόνο Κυριακάδες και σχόλες-άντε και καμμιά Τετάρτη απόγιομα μπορούσαμε να πάρουμε το λεωφορείο για το Κανόνι, να κατεβούμε στο Βασίλη και να πάμε με τα πόδια μέχρι τα μπάνια. Πήχτρα το λεωφορείο, ειδικά στο γυρισμό, κι αν σχολούσε η βάρδια στου Δεσύλλα γιόμιζε με γεροδεμένες μελαχρινές εργάτριες απ’ τα κλωστήρια.

    Είχε πολύ κόσμο τις αργίες και δε φχαριστιόταν μπάνιο στα ρηχά κανένας, παρά μόνο αν ανοιγόταν κι έφτανε μέχρι την πλωτή εξέδρα, καμμιά τριανταριά μέτρα δεξιά από τον πόντε, γιατί η θάλασσα δεν έλεγε πολλά πράματα.

    Ο βυθός δεν είναι καθαρός, έβγαζε πολύ φύκι και βλάστηση στον πάτο, γι’ αυτό και η μεγάλη γοητεία στο Μον Ρεπό ήταν οι βουτιές και το πήγαιν’έλα στον πόντε. Που στην άκρη του είχε ένα δεύτερο βατήρα πιο ψηλό, γύρω στα δυόμιση μέτρα όπου κείνοι που ’ξεραν έκαναν θεαματικές καταδύσεις. Αεροπλανάκια, και γωνίες, και κωλοτούμπες, φιγούρες και “αναισθησίες” για τα κορίτσια, αλλά και πολλές κοφινέτες – μπόμπες με τη πλάτη γυριστή στην επιφάνεια της θάλασσας που σκώνει πολύ νερό. Για να βρέχονται οι κυράδες που προσέχαν και ντύναν με σκούφο τα μαλλιά τους τη στιγμή που ανεβαίναν τις πλαϊνές σκάλες.

    Κέρκυρα, Μον Ρεπό. Ο πόντες.

    Κάναμε κι αγώνες ταχύτητας μέχρι την πλωτή για να πειράξουμε τα ζευγαράκια που προσπαθούσαν ν’ απομονωθούν και να ξαπλώσουν εκεί.

    Αριστερά κάτι κούνιες και ένα μονόζυγο που πηγαίναν οι “Μασίστες” να κάνουν επίδειξη από τα μπράτσα τους με κόντρες στις έλξεις, στροφές και κάτι κόλπα από πίθηκες.
    Περάσαν χρόνια για να καταλάβω γιατί σχεδόν κανείς απ’ αυτουνούς δεν ήξερε καλή κολύμβηση. Όχι μόνο γιατί οι περσότεροι ήτανε από βαριά επαγγέλματα αλλά άλλη γυμναστική ή μία κι άλλο η άλλη της θάλασσας που θέλει χαλαρότητα και πνεμόνια.

    Περατζάδα στη εξέδρα πάνω-κάτω με πρόφαση να πάρουμε κάτι από το μπαρ για να χαρούμε τις κοπέλες που κάναν τη ηλιοθεραπεία τους ξαπλωμένες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά την Έλλη την Παπαβλασοπούλου στα πρώτα βήματα της εξέδρας, πάντα στο ίδιο σημείο, πενήντα και βάλε, ρυτιδιασμένη αλλά βαμμένη και φτιασιδωμένη για να πάει σε όπερα, με μαύρο μπικίνι να τηγανίζεται όλη τη μέρα στον ήλιο, και παραδίπλα η φίλη της, η άλλη γριά, η Σαραμαντάραινα, και μαζεύονταν γύρω της σα μελίσσι τα καλοφτιαγμένα κορίτσια της καλής κοινωνίας, και τα δασκάλευε με ιστορίες, και την ακούγανε με το στόμα ανοιχτό.

    Καμιά δεκαριά μέτρα από το τέλος του πόντε, το συρματόπλεγμα για τους καρχαρίες. Εμπήκε απ’ όταν το σαρκοφάγο κήτος έκοψε στα δυο την όμορφη Βάντα κι έσκισε με την ουρά του το στήθος του αρραβωνιαστικού της. Λέγανε ότι το μόνο πράμα που απέμεινε ήτανε μια τούφα απ’ τα μαλλιά της στα χέρια του.

    Θυμάμαι και μια Αμερικάνα που ήτανε δασκάλα σε κάτι βουτυρόπαιδα να τους μάθει εγγλέζικα καλοκαιριάτικα -μεγάλη πολυτέλεια για την εποχή εκείνη- που έκανε κάτι ανάποδες βουτιές με πολύ ρίσκο και τούμπουλες – και άφηνε τους άντρες που της κόλλαγαν με το στόμα ανοιχτό. Πρώτη φορά βλέπαμε γυναίκα να κάνει τέτοια σχέδια. Παμέλα νομίζω την έλεγαν.

    Ήτανε και κάτι μικρά κωλόπαιδα που πατούσαν στους πάγκους από τις καμπίνες και κάναν μπανιστήρι στις δίπλα άμα γδύνονταν γυναίκες, γιατί το ξύλινο χώρισμα άφηνε ένα κενό που χώραγε μισό κεφάλι. Κι ακουγόταν κάτι στριγγλιές κι έτρεχε ο Λέων ο κλειδοκράτορας να τα διώξει.

    Δεν έχω δει πιο ηλιοκαμένο άνθρωπο από τον Λέω που ήτανε ζωσμένος με τις αρμαθιές από κλειδιά των αποδυτηρίων. Πάντα μ’ ένα πλατύ γέλιο που ’δειχνε τα κάτασπρα δόντια του. Και τα βράδια πουλούσε στα διαλείμματα φιστίκια και παγωτά στα θερινά τα σινεμά. Πότε τα προλάβαινε όλα τούτα μετά τόση κάψα… Πολύ κουράγιο είχε ο άνθρωπος που δεν ξέρω τη τύχη του…

    Παραλία Μον Ρεπό, Κέρκυρα

    Σχεδόν ποτέ δεν καθήσαμε στο εστιατόριο – ήτανε απλησίαστες για μας τους πιτσιτρικάδες οι τιμές. Πέρναμε καμμιά πορτοκαλάδα απ’ το μπαρ κι απολαμβάναμε τη μουσική απ’ το τζουκ μποξ με το “Α κάζα ντ’ Ιρένε” και το “Βίτα μία” (ήτανε της μόδας τότε τα ιταλικά), παίζοντας ποδοσφαιράκι με τα τελευταία κέρματα που μας έμεναν.

    Ήτανε κι εκεί κάτι βιρτουόζοι, όπως ο Χάρης που έπαιζε την μπροστινή τριάδα και όπως εκάπνιζε έδινε και στο μεσαίο ξύλινο παίχτη που μάγκωνε την μπάλα μια ρουφηξιά πριν σκοράρει… Αποθέωση! Ήτανε από την Πόλη και προπονιόντουσαν στις σκάμπες τους στου Λεφτέρη και στου Τούρκου τα σφαιριστήρια που ήταν στα καντούνια απέναντι από τα τίλια.

    Ότανε ερχόντανε οι Βασιλιάδες που μέναν στα θερινά ανάκτορα, η μουσική χαμήλωνε και το βράδυ τις δεκάμισυ σταματούσαν όλα. Ενοχλιόταν η Φρίκη η Σκύλα, παλιό μέλος της ναζιστικιάς νεολαίας.

    Πάνω σ’ αυτόν τον Πόντε μου ζήτηξε η Ρ. -που έφερνε τ’ αμάξια από το γραφείο που τα νοίκιαζε στο συνεργείο που δούλευα- να της τρίψω τη πλάτη με αντηλιακό.
    Κι έφτασα στον έβδομο ουρανό. Κείνο το αίσθημα που σου γαργαλάει την καρδιά και παραλύει το μυαλό. Ένοιωσα τέτοια αυτοπεποίθηση, τόσο άντρας, που την επομένη αφιονισμένος έπαιξα τις γροθιές με έναν τεχνίτη, γέμισα αίματα και μ’ έδιωξαν απ’ τη δουλειά.

    image_pdf

    Καμαρούλα μια σταλιά

    Καμαρούλα μια σταλιά.

    Όχι δύο επί τρία, όπως έγραφε ο Λευτέρης στο γνωστό τραγουδάκι.

    Εκείνο αφορούσε καμαρούλα εντός κτισμένου χώρου.

    Υπάρχουν πια όμως και δωμάτια νυκτός ημιυπαίθρια, μικρότερα, 1,20×0,80, ευάερα και ευήλια, όπως φαίνεται στη φωτό, στην Αθήνα του σήμερα, την Αθήνα της έξωσης, της ανεργίας, της λουμπενοποίησης.

    Οδός Βαλτετσίου, πέντε λεπτά από το Σύνταγμα και τη Λεωφόρο (με τα πόδια).

    image_pdf

    Κρατικός Μηχανισμός

    Το σκίτσο του Altan  κολλάει  περίφημα  με τη χρεωκοπία  της  εξουσίας με τάχατες προοδευτικό προσωπείο. Της εξουσίας που δεν διαφέρει από καμιά προηγούμενη. Ούτε από επόμενη για τον τουλάχιστον επόμενο μισό αιώνα απ’ ό,τι φαίνεται.

    Ο Φραντσέσκο Τούλι, ο αριστοκρατικής καταγωγής Τρεβιζάνος αρχιτέκτονας, κινηματογραφιστής, σκηνογράφος του Μπερτολούτσι, σκιτσογράφος της  Unita,
    έχει δημιουργήσει καρέ με κλασσική διαχρονική αξία αλλά και ιστορίες όπου επαναλαμβάνει  την ουσία της κοινωνικής του κριτικής (Άντα, Μακάο, Καμίλο Κρόμο, ο μικρός… σπάστης, Φριτζ Μελόνε, Κολόμπο, Ζορό Μπολερό, ΤΡίνο, και τον ανώτερο όλων, τον εκπληκτικό  πολιτικοποιημένο “Μεταλλουργό Τσιπότι” που δεν έχει εκδοθεί ποτέ στα Ελληνικά, παρά μόνο κάποια στριπ έχουνε τσονταριστεί στις σελίδες της Βαβέλ της Νίκης.

    image_pdf

    Ο Λαφαζάνης τσου Κορφούς

    Στην Κέρκυρα βρίσκεται ο γραμ. της ΛΑΕ Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο οποίος ζήτησε να επισκεφθεί το χώρο του ΧΥΤΑ, όπου όμως δεν του επετράπη η είσοδος με εντολή του δημάρχου και του προέδρου του ΣΥΔΙΣΑ.
    Αυτός, με μια κίνηση αιφνιδιασμού, πήρε τη σκάλα του Αγώνα και την έστησε σε διπλανό ύψωμα, όπου και έκανε αναγνώριση πεδίου.
    image_pdf

    Φωναχτές συνδιαλέξεις

    Σε ένα από τα σπίτια που βλέπουν στον ακάλυπτο σήμερα το πρωί μια γυναίκα μιλούσε στο τηλέφωνο για περισσότερο από μια ώρα.

    Παρόλο που η συνδιάλεξη φαινόταν χαλαρή, φιλική και κάπως εύθυμη η ένταση της φωνής ήταν τέτοια που όλοι οι γείτονες να ακούμε πεντακάθαρα.

    Η αλήθεια είναι ότι τα νεύρα μας δοκιμάστηκαν.

    Προφανώς η γυναίκα δεν ανησυχούσε μην τυχόν και μαθευτούν τα μυστικά της.

    Άλλωστε μιλούσε στα ρουμάνικα και, σου λέει, πόσοι εδώ γύρω να καταλαβαίνουν τα ρουμάνικα;

    Δεν το ‘γραψα για να σας πω πόσο οι “ξένοι” είναι γαϊδούρια και δε σέβονται κλπ κλπ.

    Το ‘γραψα προσπαθώντας να σας εξηγήσω γιατί τους ελληνόφωνους γείτονες συνήθως δεν τους ακούτε όταν μιλάνε στα τηλέφωνα.

    Είναι αναγκασμένοι μ’ αυτόν τον τρόπο να προστατεύουν την ιδιωτικότητά τους.

    Αν όμως τους προστάτευε κι αυτούς η γλώσσα τους;

    Τότε, τι θα γινόταν τότε;

    Πάρτε τώρα κι ένα τραγουδάκι δώρο.

    image_pdf

    Τι έκανες πατέρα και μάνα σαν μπήκαν στην πόλη οι οχτροί;

    Κάποτε σαν μεγάλωσαν με ρώτησαν τα παιδιά μου.
    – Τι έκανες στη φασιστική δικτατορία πατέρα;
    Και παραπέρα… Τι έκανες στα Ιουλιανά, στην Καραμανλοκρατία, στη Μεταπολίτευση.
    Με ποιούς πήγες και ποιούς άφησες;

    Όπως είχα κάποτε ρωτήσει τους δικούς μουγονείς:
    – Τι κάνατε στην πρώτη και στη δεύτερη Κατοχή; Λουφάξατε; Κάτσατε στ’ αυγά σας και περιμένατε να βγουν άλλοι μπροστά να ματώσουν ή είπατε εδώ δεν χωράνε πολλές κουβέντες, πρέπει να καώ εγώ, να καείς κι εσύ, για να φύγει  το σκοτάδι;!

    Αύριο το γιο μου και την κόρη μου κι εμένα θα ρωτήσουν τα εγγόνια μου:
    – Τι κάνατε  σαν μπήκαν στη Λευκίμμη οι οχτροί;

    Σαν  πάνοπλες δυνάμεις καταστολής στάλθηκαν από μια υπερδεξιά κυβέρνηση να ανοίξουν το δρόμο στα φορτηγά της μόλυνσης και να καταλάβουν το νότιο τμήμα του τόπου μας;

    Αποτελεί τούτο πρόκληση και φτυσιά στα δημοκρατικά κατακτημένα δικαιώματα, κι ακόμα  Ντροπή στην τιμή και την υπόληψη ΟΛΩΝ των κατοίκων του νησιού μας;

    Μείνατε στις παρόλες ή αντιδράσατε στο δρόμο, εκεί που γίνεται η αναμέτρηση, εκεί που δένονται ζωές και συνειδήσεις;

    Ή είπατε “δεν βαριέσαι, τι μας ενδιαφέρει εμάς για τους Λευκιμμιώτες, ας πληρώσουν κι αυτοί το τίμημα της ανικανότητας τούτης και των προηγούμενων τοπικών αρχών να βρουν σύγχρονη και απαραίτητα φιλική στο περιβάλλον* διαχείριση των απορριμάτων. Αρκεί  να είναι μακριά από την πόρτα μας τα σκουπίδια κι ας πάνε να κουρεύονται οι ανόητοι γραφικοί  Λευκιμμμιώτες. Τι μας κόφτει εμάς… ας κοιτάξουμε τη δουλίτσα μας, το σπιτάκι μας, το τομάρι μας…”;

    Για τη σύγχρονη λύση και τις προτάσεις και τη διαχείρηση του χρόνιου προβλήματος υπάρχουν άλλοι ειδικοί και γραμματισμένοι που πρέπει να κληθούν και να βγάλουν τον τόπο από το αδιέξοδο που έπρεπε νά ‘χουν κληθεί εδώ και χρόνια, εμάς όμως μας καλεί η συλλογική κι απλά δημοκρατική συνείδηση να αποδείξουμε ότι:
    Όπως στην Κατοχή, όπως στη Χούντα, η επιλογή στάσης της καθεμιάς και του καθένα  υπήρξε ΚΡΙΤΗΡΙΟ για το πόσο μετράνε σαν άνθρωποι, έτσι και η μαχητική δράση ή αποχή  για τη σημερινή Κατοχή της Λευκίμμης  αποτελεί απόδειξη της ανθρωπιάς και της συνείδησής του σαν λεύτερου πολίτη.

    image_pdf

    Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη

    Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη σημαίνει:

    – Αναγνωρίζω το αδιέξοδο που δημιουργείται από υπεκφυγές και κρύψιμο πίσω από τις λέξεις και όχι την ουσία.

    – Αναγνωρίζω ότι σύσσωμα δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια έχουν ψηφίσει και αποφανθεί θετικά για την συγκεκριμένη χωροθέτηση και τον τρόπο διαχείρισης.

    – Αναγνωρίζω ότι το κεντρικό κράτος δεν μου προσφέρει ουδεμία εναλλακτική αλλά επιμένει στην τήρηση των παραπάνω.

    – Αναγνωρίζω ότι άλλα υποσχέθηκα προκειμένου να εκλεγώ.

    – Αναγνωρίζω ότι δεν έχω άλλες δυνατότητες.

    Αναλαμβάνω την πολιτική ευθύνη λοιπόν σημαίνει:

    – Ανοίγω τον ήδη αδειοδοτημένο ΧΥΤΥ, και όχι τον ΧΥΤΑ, με την προϋπόθεση ότι εκεί θα φτανουν δέματα και όχι σκατά, περιφουρώντας το περιβάλλον, την υγεία και την περιουσία των κατοίκων.

    – Υπογράφω και δρομολογώ μελέτες και προκηρύξεις καθώς και παν τι απαραίτητο για το εργοστάσιο ολοκληρωμένης διαχείρισης.

    – Αδειάζω την Κέρκυρα από τα σκουπίδια.

    Και τότε ΠΑΡΑΙΤΟΥΜΑΙ.

    Αυτό είναι η ανάληψη της ευθύνης.

    (Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι η τίμια θέση ενός τιμίου ανδρός)

    Σύντομα κοντά μας οι επόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Ας πάρουν σειρά άνθρωποι νέοι, οραματικοί οι οποίοι θα μπορέσουν να δώσουν ακόμη καλύτερη λύση και να αναστρέψουν λάθη και αβλεψίες.

    Μέχρι τότε εμείς οι υπόλοιποι ας ανακυκλώνουμε, ας κάνουμε κομπόστ, ας καταναλώνουμε λιγότερο και κυρίως ας πράττουμε αντί να μιλάμε και κυρίως να βρίζουμε. Οι βρισιές δεν βοήθησαν ποτέ καμία Δημοκρατία να προχωρήσει.

    image_pdf

    Άνοιξη – Καλοκαίρι – Χειμώνας

    Ζωή.
    Την συνεπαίρνει η εποχή, τα αρώματα της ανθισμένης φύσης την ζαλίζουν.
    Δεν χρειάζεται να απομακρυνθεί, στους δρόμους που περπατά καθημερινά τα ανθισμένα φλαμούρια την ζαλίζουν.
    Στον κήπο της το ρηχόσπερμα με την βαριά του μυρωδιά ανακαλεί αναμνήσεις και την προσκαλεί σε ονειροπολήσεις ενώ το αγιόκλημα στο φράχτη την ταξιδεύει σε παιδικά παιχνίδια.
    Δεν μπορεί να αντισταθεί, τα αρώματα την ξεσηκώνουν, δεν έχει νόημα άλλο να κάθεται πίσω από κλειστά παντζούρια, ακόμα κι εκεί την αγγίζουν τα καλέσματα της άνοιξης.
    Δεν έχει νόημα να αντιστέκεται.
    Δεν έχει νόημα να λέει «την άνοιξη αυτή δεν θα την ζήσω».
    Μονόδρομος να αφεθεί και να παρασυρθεί.

    Κώστας.
    Καλοκαίρι ξεκίνησε κι η ζέστη στην θάλασσα οδηγεί τα βήματα του
    εκεί όπου επιτέλους ακούγονται από τα τζιτζίκια οι ύμνοι στο ραχάτι.
    Αν αφεθεί όμως,
    αν ξεχαστεί μέσα σε αυτή την ευφορία
    θα πάψουν πίκρες και ματαιώσεις να τον βαραίνουν,
    το αίσθημα του πόνου θα εξαφανιστεί
    ή
    σαν για λίγο παρασυρθεί θα έρθουν πάλι βίαια να τον χτυπήσει;
    Φοβάται,
    δεν ξέρει και αυτό τον κάνει να αμφισβητεί την γιορτή.
    Πόσο άδικο, πόσος χαμένος χρόνος.
    Πώς να αποτινάξει από πάνω του την πίκρα όταν μαζεμένοι χειμώνες τον φόρτωσαν με την σκοτεινιά τους;

    Βρέχει και θα φυτρώσουν πάλι εκτρωματικέ καιρέ τα χαμένα μου παιχνίδια,
    είχε διαβάσει κάποτε σε μια μικρή ποιητική συλλογή.
    Δεν βρέχει σήμερα,
    περιμένουμε όμως την βροχή και την περιμένουμε σαν μάννα σκέφτοναι ο Κώστας και η Ζωή,
    νερό που θα μας ξεπλύνει από όλη την ασχήμια, από όσα μας φορτώθηκαν και μας σκοτίζουν

    Την περιμένουν όλοι;
    Όχι, θα ήταν υπεραισιόδοξη μια τέτοια δήλωση,
    κάποιοι μόνο, λίγοι μάλλον σαν εκείνους την περιμένουν όσοι την ασχήμια δεν αντέχουν, όσοι καμιά φορά πονάνε..
    Και βρέχει,
    χειμώνας πάλι, μια παρένθεση στο όψιμο καλοκαίρι, ευτυχώς αυτοί οι σύντομοι χειμώνες αντέχονται.
    Πόσο μάλλον όταν τα δάχτυλα τους μπλέκουν.
    Τότε οι χειμώνες ελπίδα δεν έχουν…

    image_pdf