back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 47

    Γκάρυ και Βαλεντίνα: Μια ιστορία αγάπης

    0

    Ο πιτσιρικάς Γκάρυ μηχανεύεται μια φανταστική λύση ώστε να πλησιάσει την γειτόνισσα Βαλεντίνα που τον έχει μακριά κι αλάργα.

    Κομπιουτερίστικη ανάμικτη σχεδίαση και σενάριο Ε.Φ. από τον Κλεμάν Σουλμανζόν και την ομάδα του με λάϊβ μουσική επένδυση για τα Studio Digital Touch.

    Καθημερινή τρυφερή ιστορία ονείρων και δράσης.

    image_pdf

    Κουμκουάτ τον Ιούλιο (Που να σας ξηγάω τώρα)

    – Έχουν έρθει τα πάνω κάτω!

    Μονολογούσε όλο παράπονο ο φίλος μου ο Τόκλης ο κηπουρός.

    – Κοίτα δώ να φρίξεις! συνέχισε κουνώντας τις φωτογραφίες που κρατούσε στα χοντρά του δάχτυλα.

    – Μες το κατακαλόκαιρο καρποφορούν οι Κουμκουατιές! Και νά ‘τανε αυτό μονάχα ανθίζουν πριν τα Χριστούγεννα οι μυγδαλιές… τα χελιδόνια μάς αφήνουν μόνους με τα κουνούπια και τη σκνίπα πριν φτάσει καλά-καλά ο Δεκαπενταύγουστος, τ’ αφήνουν αφάγωτα και ξεθυμαίνουν πάνω μας. Προσπαθεί να προσαρμοστεί η Πλάση απ’ τον αφανισμό που σπέρνουμε μείς οι Απροσάρμοστοι φαταούλες στα παιδιά της με φωνή ή χωρίς και έχει τουμπάρει το νοικοκυριό της όλο, το νοικοκυριό που ξέραμε.

    – Δίκιο έχεις! τ’ απάντησα. Εδώ το Κυριακάτικο το ΟΧΙ ετούμπαρε και γίνηκε ΝΑΙ πριχού προλάβει να φέξει η άλλη μέρα και εμείναμε με τη χαρά.

    – Εμείς τι σκατά ψηφίσαμε κείνο το ΟΧΙ το τρανό, το ταξικό, και τσακωθήκαμε μ’  όλο το κόσμο, ήταν ανάγκη; ρώτησε τον εαυτό του και μένα ο φίλος μου μουντζώνοντας τον πρώτο.

    – Πού να σου εξηγώ τώρα… μου βγήκε αυθόρμητα η φράση.

    Με τον τρόπο που το λέει ο Σαββόπουλος στην πλάκα που έχει το τραγούδι για το Νίκο Κοεμτζή.

    Είχανε πέσει τα κοράκια πάνω στο Μπιθικώτση να τους πει πώς έγινε και η κάμα του σκόρπισε θανατικό άγριο ενώ έπαιζε η ορχήστρα, το χέρι του παιδιού απ’ τα Πιέρια που φόρεσε παπούτσια στα δεκάξι του και οι διώχτες δεν τ’ άφηναν γη να πατήσει, ούτε καν στην πίστα που βγήκε να χορέψει τ’ αδελφάκι του.

    – Που να σας ξηγάω τώρα και τους έδιωξε με ένα νεύμα λες κι είχανε λέπρα.

    Πράματα μπερδεμένα πολύπλοκα σε μυαλό θολωμένο από την απόρριψη και το σπίρτο.

    Την είχα ξανακούσει τη φράση απ’ τα χείλη ενός φίλου.

    Είμαστε με τ’ αμάξι με καλοκαιρινή άδεια από το εργοστάσιο και αγοράσαμε εκεί στις στροφές της Χρυησίδας κεσεδάκια με την φράουλα τη μικρή που μοσκοβολάει από μια γριούλα.

    Φεύγοντας μας ρώτησε τίνος είμαστε και από που βαστάμε.

    Της απαντήσαμε ότι είμαστε μετανάστες στις κορδέλες της Γερμανίας και κείνη μας ευχήθηκε

    – Καλό κατευώδιο να ’χετε όπου πάτε παιδιά μου!

    Άντε στην ευχή της Παναγιάς!

    Η Βερολινέζα γυναίκα του φίλου μου ρώτηξε τι σήμαιναν τούτες οι φράσεις της θειάς.

    – Πού να σου εξηγώ τώρα! Άσε με ήσυχο της απάντησε νευριασμένα κείνος.

    – Τι να της πει στ’ αλήθεια;

    Σε τι γλώσσα και πώς να ορμηνέψεις λέξεις που αποκτάν άλλα νοήματα ακόμα κι απ’ τον τρόπο που λέγονται.

    Νοήματα που απουσιάζουν εκεί στο ψυχρό Βορά κι υπάρχουν μόνο εδώ στη ζεστή, φωτεινή Μεσόγειο.

    image_pdf

    Και τι θα μείνει; (Σκέψεις για την επόμενη μέρα)

    Και τι θα μείνει; Εσύ τι λες; Δεν ξέρεις τι θα μείνει; Δεν καταλαβαίνεις; Πιστεύεις πως όλα χάθηκαν; Πόσο λάθος έχεις. Πόσο κοντά βλέπεις.

    Τίποτε δεν χάθηκε. Και τίποτε δεν μένει το ίδιο.

    Δωσ’ μου τα χέρια σου, βάλε τα στο μέτωπό μου που καίει, όπως καίνε τούτες οι μέρες, τούτες οι βραδιές. Δεν φυσάει ούτε λίγο αεράκι. Θέλω να πάμε απόψε δίπλα στη θάλασσα, μου λες, δεν αντέχω πια. Αντέχεις. Υπήρξαν κι άλλες τέτοιες μέρες, πολλές, κι άλλες τέτοιες βραδιές, δεν θυμάσαι. Εσύ μου τις έχεις διηγηθεί τόσες φορές. Αυτές οι μέρες υπήρχαν πάντα για όλους εκείνους που καταλαβαίνουν, εκείνους που κουβαλάνε την ιστορία της ανθρωπότητας πάνω  στο πετσί τους.

    Δωσ’ μου τα χέρια σου. Και τι θα μείνει; Πάντα κάτι μένει. Όλοι εμείς. Που  συνεχίζουμε. Που προχωράμε. Που  δεν το βάζουμε κάτω. Κι όλοι αυτοί που ήρθαν μαζί. Όλοι εμείς που νικήσαμε το φόβο. Το λύκο μέσα μας.

    Δώσ’ μου τα χέρια σου. «Κακόν ανάγκη αλλ’ ουδεμία ανάγκη ζην μετ’ ανάγκης.» Επίκουρος

    image_pdf

    ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΣ ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ

    0

    Ένα πανέξυπνο σχεδιαστικό παιγνίδι με τη μεταμόρφωση των ερωτικών συμβόλων και αντίστροφα.

    Οι Ρώσοι καλλιτέχνες αποδεικνύουν καθημερινά σε όλα τα πεδία ότι οι πνευματικές δυνάμεις της χώρας των Σοβιέτ παραμένουν ζωντανές κι αν δεν είχαν περάσει από τη νύχτα του λεγόμενου σοσιαλιστικού ρεαλισμού θα είχαν πάει μπροστά το ανθρώπινο πνεύμα.

    image_pdf

    Σκυλίσια Δευτέρα

    H εθνικοαπελευθερωτική αναμέτρηση της Κυριακής είναι πάνω απ’ όλα ταξική.

    Παλεύει η φτωχολογιά με τους τραπεζίτες.

    Οι φιμωμένοι με τα μεγάφωνα της εξάρτησης.

    Οι σεμνοί καθημερινοί άνθρωποι με τα Celebrities.

    Kαι τόσοι άλλοι, μιλιούνια ενάντια στους λίγους προύχοντες.

    Αυτοί που μοιράζονται σε αρτοκλασία από τις 6.00 το πρωί τη παγκόσμια δυστυχία.

    Όλοι τούτοι θα πάνε στο ξερό γήπεδο της Β’ Εθνικής και θα περιμένουν αφού περάσουν από τα ταμεία να βάλει η ομάδα μισό γκολ.

    Μισό ας είναι , αλλά να είναι γκολ στο πλεχτό, με φάουλ με μελέ, με στίβα με τσεκουριές, παλουκιές, κόκκινες κάρτες, με ομάδα αποδεκατισμένη.

    Οι άλλοι έχουν βεντέτες, ακριβοπληρωμένους ντιντήδες που φυλάνε τα ποδάρια τους.

    Χτυπάτε στο ψαχνό αδέλφια!!

    Μη συγκινήστε απ’ τις κραυγές τις κάλπικες, μη δείξετε οίχτο!

    Είναι ίδιοι με τους ταγματασφαλίτες που αν ζούσε ο Καπετάνιος θα τους περνούσε ψιλό λεπίδι.

    Ας είναι αλαφρύ το χώμα που σκεπάζει το βασανισμένο του κορμί.

    Τη Δευτέρα θα μετρήσουμε απώλειες στην αναφορά της Ομάδας.

    Κι είναι μεγάλη τούτη η ομάδα που δημιουργήθηκε στο ατσάλι της βάσης και πήρε την πρωτοβουλία από τους Φωτισμένους.

    Ταιριάξαν τα χνώτα μας.

    Γελάσαμε με τα ίδια αστεία.

    Πειράξαμε τις ίδιες κοπέλες.

    Αλλάξαμε τα βιβλία μας και τα γραφτά μας.

    Θα είναι σκληρή η προσγείωση της Δευτέρας.

    Πάλι στη καθημερινή φρίκη στο κυνήγι ενός άχαρου μεροκάματου.

    Ας το διασκεδάσουμε όμως δεν μας μένουν και πολλά να χαρούμε.

    …Και μες τη Τέχνη ξεκουράζομαι από τη δούλεψή της…

    Ένα σκίτσο από την ακρόαση Κυριακάτικου Θεάτρου του Αρμπούζωφ με ολίγο Αλεξανδρινό και την Έλλη να αποδίδει ένρινα τον στίχο.

    image_pdf

    Η κραυγή του τεχνίτη

    Η “Κραυγή” του Edward Munch είναι από τους πιο γνωστούς πίνακες παγκόσμια. Ο αρχικός Γερμανικός τίτλος που δόθηκε στον πίνακα από τον Munch ήταν Der Schrei der Natur (Ο Λυγμός της Φύσης).

    Σε μια σελίδα στο ημερολόγιό του με την επικεφαλίδα Νίκαια 22.01.1892, ο Μουνκ περιγράφει την έμπνευσή του για τον αρχικό πίνακα: Περπατούσα σ’ ένα μονοπάτι με δυο φίλους – ο ήλιος έπεφτε – ξαφνικά ο ουρανός έγινε κόκκινος σαν αίμα – σταμάτησα, νιώθοντας εξαντλημένος, και στηρίχτηκα στο φράχτη – αίμα και γλώσσες φωτιάς πάνω από το μαύρο-μπλε φιόρδ και την πόλη – οι φίλοι μου προχώρησαν, κι εγώ έμεινα εκεί τρέμοντας από την αγωνία – κι ένιωσα ένα ατέλειωτο ουρλιαχτό να διαπερνά τη φύση.

    Αυτό το λυγμό απελπισίας και ταπείνωσης βγάζει το επίσης άφυλο πλάσμα που το χέρι μου σχεδίασε ασυνείδητα ενω χάραζε αμήχανες σπείρες πάνω σ΄ένα χαρτί κατά τη διάρκεια ενός τηλεφωνήματος. Οι σπείρες ενώθηκαν από μόνες τους και μοντάρησαν το αποτέλεσμα που σου στέλνω.

    Η απόγνωση του υποτιμημένου εδώ και καιρό αρχιτέκτονα ‘-όχι μόνο από την ανεργία και την υποαπασχόληση -αλλά κύρια από την διάλυση κάθε έννοιας επαγγελματικής τιμής κι αξιοπρέπειας. Οι καράσχετοι Μπιρμπίλη, Παπακωνσταντίνου, Δένδιας και ο άτολμος κι άβουλος Σπίρτζης φρόντισαν επιμελώς προς τούτο. Κατάντησαν οι απόφοιτοι Πολυτεχνείου αντί να κρατούν τη γραφίδα τον γνώμονα και τον διαβήτη να σέρνουν φακέλλους στα σκαλοπάτια της γραφειοκρατίας, με “τακτοποιήσεις”, πιστοποιητικά, διαγράμματα ροής και χαφιέδικους έλεγχους.

    Το άλλοτε περήφανο Επιμελητήριο του Κιτσίκη παράπεσε στη Δ΄Εθνική. Παραμάγαζο οφικιούχων σφουγγοκωλάριων της εκάστοτε εξουσίας. Ανθρώπων, που έχουν αρνηθεί κάθε είδους σπουδή εδώ και δεκαετίες. (Μετά τους σεισμούς της Καλαμάτας η μόνη συμβολή ήταν η συνεκπόνηση παρέα με αδαείς γραφειοκράτες μιας απαράδεκτης και περίπλοκης κι επικίνδυνης Νομοθεσίας). Της Σπουδής της τόσο απαραίτητης στις μέρες παράνοιας κι αδιεξόδων που διανύουμε. Θυμάμαι με συγκίνηση τα λόγια ενός συντρόφου συνάδελφου που πέρασε τα πάνδεινα. Συλλήψεις, βασανιστήρια και απ΄τον εχθρό κι απ¨τους “δικούς”, διαγραφές, κοινωνική απομόνωση οικογενειακή και προσωπική διάλυση. Κι όμως τώρα πουλάει το σπάνιο τάλαντό του σε ξένη γη με αδρή ικανοποίηση. Με κράτησε όρθιο η γερή μου και ανανεούμενη κατάρτιση μου είπε στη τελευταία μας συνάντηση…

    Αναμετρήθηκα και με το πιο ασήμαντο μερεμέτι σαν να ήταν το Τάζ-Μαχάλ και φρόντισα να γεμίσω τις ώρες της θλίψης και της μοναξιάς με έρευνα σε άλλα πεδία εκτός του δικού μας!!!!!!

    Κάπου εκεί βρίσκεται η αλήθεια των ημερών μας ακριβέ μου φίλε…

    image_pdf

    Γαλλικό Τοστ

    Η ταινία συμμετείχε σαν γαλλική παρουσία το 2010 στα Όσκαρ

    Την σκηνοθέτησε ο Φαμπρίς Ζουμπέρ με την στήριξη της σπουδαστικής ομάδας της Σχολής Ζωρζ Μελιέ.

    Πανέξυπνο σενάριο ανώνυμης κι ανθρώπινης συμπαράστασης χωρίς μία φράση.

    Ο σερβιτόρος είναι όλα τα λεφτά.

    Οι Γάλλοι που θέλουν να μπουν στην αγορά κάνουν διάφορες αστοχίες όπως αυτή του τίτλου.

    Αντί του ορθού Croque Monsieur μπήκε το αγγλικό French Toast.

    To Croque σερβίρεται με ζαμπόν και βούτυρο εντός και λιωμένη τριμμένη γραβιέρα στο επάνω μέρος της φέτας του ψωμιού.

    image_pdf

    Τοπόσημα

    Οι μεταμορφώσεις της πόλης είναι, μοιραία, τα πρόσωπα των κτιρίων της και κυρίως των εμπορικών της. Οι άνθρωποι συχνά αγγίζουν τον αιώνα, τα εμπορικά με αντίστοιχη διάρκεια ζωής σπανίζουν. Η μνήμη της πόλης ακόμη αναλογίζεται με λατρεία τον Καμπίτση και τον Τσατσόπουλο, δίνει τα ραντεβού της για μόκα στου Μπούζη (και μετά θυμάται ότι δεν υπάρχει πια, πού να πήγε άραγε η συνταγή;), χαιρέτησε με θλίψη και  κορφιάτικο κλάμα καφενεία και βιβλιοπωλεία, καλοστεκούμενες γιαγιάδες πια αναπολούν εισέτι την Εμπορική Σχολή των μαθητικών τους χρόνων και το πλήθος εν ομοφωνία και σε έξαρση μεγαλοϊδεατισμού ολολύζει για το Δημοτικό μας Θέατρο, έχοντας καταντήσει άθλιο ένα κατά τα λοιπά λειτουργικότατο κτίριο ενώ αφήνει το στολιδάκι που λέγεται «Φοίνικας» να καταρρέει…

    Όμως εμένα πιο πολύ μου λείπει ένα πρόσφατα καθαιρεθέν σιδερένιο, ζαβό πλαίσιο, όχι απαραίτητα καλαίσθητο, που εδώ και πάρα πολλά χρόνια, φιλοξενεί τα αγγελτήρια θανάτων από τα γραφεία κηδειών. Το πήρε η μπάλα της «πεζοδρόμησης», έφυγε νύχτα κι αυτό μαζί με τα δυο δέντρα που κόπηκαν, άγνωστο ακόμη για ποιο λόγο.

    Σημείο συνάντησης και ομφαλός της γης για τη μικρή μας πόλη, στάση υποχρεωτική για νέους και γέρους, πληροφόρηση και χαιρετισμός. Ποιοι έφυγαν σήμερα; Δεν ξέρω εάν είναι μόνο η επιθυμία να μάθεις και να τιμήσεις τους απελθόντες ή εάν είναι και του καθενός η αναμέτρηση με το Χάροντα… εγώ είμαι ακόμη εδώ, αυτός είναι εκεί, γραμμένος πάνω στο φολιέτο, εγώ είμαι στους από δω, αυτούς που διαβάζουν.

    Κόσμος πολύς, πηγαδάκια και ανταλλαγή απόψεων όταν ο μεταστάς είναι νεαρός, όταν οι συνθήκες του θανάτου είναι ιδιάζουσες.. Μου αρέσουν τα φολιέτα να τα βλέπω εκεί κολλημένα όταν αυτός που έφυγε δεν έχει κανέναν στενό συγγενή από κάτω γραμμένο, κανέναν να τον χαιρετήσει. Τότε, όλοι εμείς που μπαίνουμε στον κόπο και διαβάζουμε το όνομα του νεκρού, την ηλικία του, το επάγγελμά του ίσως, του απευθύνουμε έναν ύστατο χαιρετισμό, μια μνεία, ένα κατευόδιο από τούτο το μάταιο κόσμο. Γι’ αυτό ποτέ μου δεν καλοείδα που οι αρχόντοι δεν βάζανε και δεν βάζουν τοιχοκολλήματα και κάνουνε πάντα τις κηδείες μεταξύ τους και στον στενό «αρχοντικό» τους κύκλο…. Καμιά αγάπη για τον τόπο τούτο και για τις συνήθειές του.

    Μ’ αρέσουν και τα  φολιέτα με τα παρατσούκλια, παρατσούκλια που έχουν τη δύναμη να ξεδιπλώνουν στα μάτια σου το χαρακτήρα του πεθαμένου κι ας μην τον είχες δει ποτέ στη ζωή σου (τι δύναμη οι λέξεις…).

    Μ’ αρέσουν και τα φολιέτα που τα τελευταία χρόνια δειλά – δειλά δείχνουν τις νέες οικογενειακές σχέσεις που διαμορφώνονται, τη ζωή που δεν μπορεί να κρυφτεί πια πίσω από κούφιες κοινωνικές επιταγές, μ’ αρέσουν τα φολιέτα που δείχνουν ότι αυτός που πέθανε  αγαπήθηκε….

    Νομίζω ότι θα μαζέψω υπογραφές για να μπει ο σιδερένιος ομφαλός της γης στη θέση του.

    image_pdf

    Αποχρώσεις

    Σαφώς και όχι αυτές οι πανάθλιες του Γκρι (ή, πιο ακριβέστερα του κ. Γκρέυ).

    Την ημέρα της Δημοκρατίας ένα αθώο αγόρι πουλάει σημαιάκια της ινδικής τρικολόρ.

    Εμπνευσμένη τρυφερή κουρ μετράζ του Βίβεκ Τζόσι.

    image_pdf

    Η έγκαψις

    Kάτι τα χει πιάκει αυτά τα παιδιά.

    Τους Κουκουένται που με τη Δεξιά καθότανε κότες λιράτες.

    Mιά έγκαψη, μιά φλόγα
    έχω απόψε στη καρδιά
    μαρξιστικιά, τροτσικιστικιά, μαοϊκιά

    Μια έγκαψη επαναστατικιά, ένα πράμα, ντελίριουμ μαρξιστικό λενινιστικό και εκαταλάβανε το ιμπεριαλιστικό Υπουργείο τση Φινάντσας.

    Παντού εχθροί.

    Σαν την αίρεση τη δικιάς μας των Εσσαίων – Μακαβαίων και της Ορθοδοξίας της χριστιανικιάς και το Όπους Ντέϊ το φράγοπαπικό.

    Κι αυτοί έχουνε πάντα δίκιο.

    Και λάθος να κάμουνε το αναγνωρίζουνε μετά από 70 χρόνια.

    Όπως με τον Άρη και το Ζαχαριάδη που ακούγανε την εξάψαλμο.

    Αλλά μετά από μια ζωή τσού θυμήθηκε .

    – Ξέρετε ωρές παιδιά ίσως και να υπερβάλαμε λιγάκι (σε κουταμάρα).

    Τώρα τσου θυμήθηκε το όπλο παρά πόδας.

    Γιατί ακολουθούνε τη γραμμή της Β’ Διεθνούς πριχού το ’36 που οι σοσιαλδημοκράτες ήτανε τόσο κακοί όσο και οι ναζιστές.

    Όψεις από το ίδιο νόμισμα και χειρότεροι οι Συριζιανοί.

    Γιατί είναι ύπουλοι και με γλώσσα διχαλωτή κι έχουνε και το διάλο μέσα τους γιατί οι περισσότεροι από το μουνί του Κόμματοςς έχουνε ξεπεταχτεί και στα Βαγγέλια του Ιδρύματος Περισσού έχουνε σπουδάξει.

    Ο Τσίπρας, ο Δραγασάκης, ο Λαφαζάνης, ο Μπαλάφας, ο Σαμοίολης, ο Φοντάνας, ο Μπούκας, ο Νικολούζος.

    Γι’αυτό προσοχή γιατί είναι δασκαλαμένοι στα κόρπα τα δικά μας λένε οι Κουκουένται.

    Εμείς ειμάστενε επαναστάται και κανένα άλλο κωλοπαίδι!!

    (Ε! μη μου πείτε έχει και λίγο ζήλεια το πράμα).

    Επήγανε με το άγριο να πάρουνε το γκουβέρνο τίποτις, επήγανε με το ήμερο πάλι ζερό, επήγανε με ανάμιχτο νούλα. Κι ετούτοι εδώ με δυό δεκάρικους αλώσανε τα πάντα όλα.

    Στο ίδιο σκολειό επήγαίνανε με τσ’αλλουνούς και τσου’χει πιάκει κάτι τις με αυτή τη γρουσουζιά.)

    Άμα σκωθούνε κάποιοι και ειπούν ότι θέλουνε ‘πανάσταση κανείς χώρια από μας, είναι πλερωμένοι, προβοκατόροι, πράχτοροι, ινστρουχτόροι, τσιλιαδόροι (και όλα τα εις -όροι) της Ιντσέλιντσεσέρβις.

    Γιατί εμείς θα κάμουμε εξέγερση χωρίς να σπάσει βιτρίνα.

    Είναι τούτο καινούργια θεωρία κομμουνιστικιά μοντέρνα σε παγκόσμια πρώτη.

    Τώρα έγκαψις είναι τούτο που τσού’ πιακε;

    Σορδοκαϊλα;

    Έχουνε βγάλει φρουτάκους εις το κώλο και δε μπορούνε να κάτσουνε ήσυχοι;

    Κι άμα γένεται καμμιά φασαρία και πέφτει ξύλο εξαφανίζονται και γένονται Λιούηδες.

    Όπου φύγει-φύγει.

    Είναι νομιμόφρονα παιδιά.

    Γι’αυτό όλο με το σείς και με το σάς τσούχουνε οι Δεξιάρες.

    Έτσι είναι άμα δεν είσαι επικίνδυνος κι απλά γραφικός κούτιακας.

    image_pdf