back to top

Περιοδικόν διά την διάπλασιν κορασίδων και παίδων εντός και εκτός Κερκύρας

More
    Αρχική Blog Σελίδα 55

    Στόλυ πορτοκάλι

    Είχε λάβει σαρανταοχτάωρη ο Πέρικλες απ’ την αρρεβωνιάρα, κι έκαμε σκάμπα για τη Χώρα να ειδή κανά κούνημα τουριστικό, τι τον είχε πιάκει λυσοντεριά με το χωριάτικο το λάχανο πρωί, μεσημέρι, βράδυ.

    Πιάκανε δυο σκάνια με το φίλο του το Μίκιο κι εχαζεύανε εις το καφενέ τση Σκαλινάδας να δροσιστούνε με Στόλυ πορτοκάλι* που τσού’χε έρθει ξεπνεμός απ’ τη ζέστα.

    Φατσάδα απέναντις θρονιαστήκανε δυο σινιόροι μουστακαλήδες σεριόζοι που εσέρνανε κάτι ξανθιές απ’ εκείνες τσι Αθηναίες τσι φανταζμένες πόχουνε ένα τίρο να τσι αρχινήσεις τσι φούσκοι.

    Ρωτάει ο Πέρικλες:

    – Ωρέ αυτόνανε όπου μοιάζει του Σουλεϊμάν κάπου τόνεχω μπανίσει.

    – Ο Βίτσας είναι από τσου ντιρετόρους του Συνασπιζμού τση Πρόοδος ήρτε να τσ’ οργανώσει γιατί είναι από τσου μαγείρους στα οργκανωτικά!

    – Μα τί; Ανοργάνωτοι είναι; απόρησε ο Πέρικλε.
    Πως τσου ψηφάει η μισή Κέρκυρα τότενες; Εδώ επήρανε ως και τσου καλογήρους!

    – Μα θα τσου οργανώσει καλύτερα να πάρουνε και τσι νόνες απ’ το ’κλησσίασμα.

    – Με τέτοιο μούτρο ε’ούτος μόνο να βαρεί Βιτσιές μού κά’εταισα το μαέστρο το κυρ-Νάνεπού μούχε χαράξει τα πισινά με τη λυγαριά.

    – Ηθέλουνε να στερέψουνε τ’ Αριστερό Ρέμα οι από Πάνου, το Φουντάνα, το Στραμποράμπντη, το Σαμόλα και τα’ αλλουνούς π’ εξετρεχότανε τόσα χρόνια.

    – Ε! Βιτσιές αυτοί! Παλουκιές, Τσιλικουτιές, Πιτεριές οι άλλοι! Δε τσου θέλουμε τ’ Αθηναίους να πάνε απ’ εκεί πό’ρθανε !

    Στη τρίτη Βότικα ‘ρέμησε κάπως ο Πέρικλες. Όχι πό’χε ψηφίσει ποτέ Κόκκινο. Έτσι ορυότουνε… για να τονέ προσέξουνε, αλλά πού να τα καταλάβουνε ε’ούτα τα σκέδια τα κορφιάτικα οι Αθηναίοι.

     

    *Στολίνσκαγια Βότκα από τσι  νιοραντσίες πό’μαθε στα ξενοδοχεία ο Πέρικλες.

    image_pdf

    Όταν ο Νταλί συνάντησε τον Χίτσκοκ

    Στο φιλμ της Αμερικάνικης Περιόδου του Σερ Άλφρεντ “Spellbound” (ελληνικός τίτλος “Νύχτα Αγωνίας”), με επέμβαση του ίδιου του παραγωγού Σέλζνικ, που ήταν λάτρης της Ψυχανάλυσης, κλήθηκε ο Σαλβαδόρ Νταλί να σκηνογραφήσει τα οράματα του Γκρέγκορυ Πεκ κατά την ψυχιατρική διαδικασία επανεύρεσης της απωλεσθήσας μνήμης του.

    Δεν προβλήθηκε ποτέ και είναι άγνωστη η σκηνή όπου η ‘Ινγκριντ Μπέρκμαν μεταμορφώνεται σε άγαλμα της Αρτέμιδος.

    Ο μάστορας Χίτσκοκ ήταν ενοχλημένος από την παρουσία της Καταλανικής μεγαλοφυΐας γι’ αυτό και το εικοσάλεπτο όραμα μειώθηκε δραματικά στο τελικό μοντάζ. Για να περάσει στην αντεπίθεση έκανε κάτι που δεκαετίες μετά αντέγραψαν οι Ταραντίνο-Ροντρίγκεζ στο Sin City: στα ασπρόμαυρα πλάνα σε δύο καρέ το περίστροφο πού εκπυρσοκρτοτεί βγάζει κόκκινη φλόγα.

    Ο Μίκλος Ρόσζα τιμήθηκε με Όσκαρ για τη μουσική. Για τα υπόλοιπα τίποτε – παρά τις υποψηφιότητες ήταν πολύ προχωρημένα πράγματα για το 1945.

    image_pdf

    Σκατο’ωραϊτες – βρωμο’ωραϊτες!

    Είχε ξεκινήσει καινούργιο μπαλέτο η Αγγιολίνα με τη Μαρούλω τη γετόνισσα απ’ το Κολοκύθι τη νιοφερμένη:

    – Ωρέ εφτυχώς π’ εφύανε τα ΧΤΕΛ από τη Σπηγιά κι εξεμύρισε μετά είκοσι έτη η Μίνα στο Φλούριο από τη κατουρίγια π’ αφήνανε οι εδικοί σας!

    – Νάισκε ωρέ εκατεβαίνανε σκασμένοι οι άνθρωποι.

    Τώρα είναι καλύτερα όπου βρωμάει ακουαφόρτες που γεμίζουνε τσου πύργους μπλέτσα οι εδικοί σας οι ακράτητοι που εστριμώχνουνε τσι  μιτσές τσι τσιαπερδόνες, διόλου κάρτσα θελυκά για σπίτι ούλες , ‘ξώλης και πρόλης!

    – Σκατο’ωραϊτες – βρωμο’ωραϊτες!

    image_pdf

    Καρεκλιές και κιθαριές

    Ο Μίκιος είχ’ αρχινήσει απ’ ενωρίς τσάκο με το Χτόδουλο το Βαλέ του Κόντε Μινίστρου εις τη λοκάντα.

    – Ωρές τώρα πού σκολνάει ο Δημαρχός σας ο λαμπόρδας αμήτε μαζί του στη Χαρκίδα ή στην Αρβανία να κάμετε τσι μαντζαρίες σας γιατί εδώ πασάτο λα φέστα!

    – Όχι ωρέ σείς να πάρετε το Μπάμπη, το Πελάη και το Νικολούζο το Τζεσουίτη οπού ’ναι και λαντσάδος να πάτε εις τη Μόσκα! Δεν σας ηθέλουμε δώ πέρα! Εισάστενε πραχτόροι!

    – Άμα ’νοίξει ο στόμας μας ωρέ δε σας εξεπλένει ουτ’ο Γιορδάνης ποταμός απέ τα σκάνταλα τα’ άρπαξιές και τσι λοβιτούρες!

    – Κι εμείς άμα ’νοίξουμε το δικό μας δε σας ξεπλένει ο Βόργας που τον εκάματε και καντσόνα.

    Βόργα ρούσικο ποτάμι

    Βόργα, Βόργα ξακουστέ…

    Εχάθηκε ωρές κανά ελληνικό ποτάμι να τρα’ουδήσετε… ξενοκίνητα ε! ξενοκίνητα!

    – Ωρέ άμα τέγειωσες τράβα το καζανάκι και πάενε εις το Κόντε το Νιοράντε να σε γράψει εις τη Στοά μη σε βολέψουνε πουθενά πριχού ξεκουμπιστούνε! Αλλ’εκεί δε παίρουνε τσου κακομοίρηδε…

    Κι εκεί επέσανε οι πρώτες καρεκλιές και κιθαριές.

    Σε καμμιά βδομάδα θα τσου τα φτιάκει η Αγγιολίνα.

    Τρείς πόρτες ημάστενε σ’ όλο το καντούνι.

    image_pdf

    Βάλιας

    Απ’ ότι μου είχε δείξει στα μοναδικά του λευκώματα και σλάιτς ο Παντελής όπου ντιριζάρει με χέρι σιδερένιο την γκαλερί AD, ο σπουδαίος ζωγράφος Βάλιας Σεμερτζίδης είχε ένα 6μηνο πέρασμα από την Κέρκυρα στις αρχές του ’60.

    Όλα τα έργα αυτής της περιόδου βρίσκονται σε Ιδιωτικές Συλλογές.

    Απ’ τη γραφίδα του αποτυπώνεται η πραγματική αίσθηση της ζωής, της δουλειάς, της σκέψης, τα τοπία ένα με τους ανθρώπους.

    Ένα απόσπασμα από το ημερολόγιό του έχει τη σφραγίδα της αγωνίας του πραγματικού δημιουργού:

    ….Όλες τις τελευταίες ημέρες δουλεύω ή πιο σωστά προσπαθώ. Η τεχνική που δουλεύω – χαραγμένη ζωγραφική – είναι μια επινόηση καθαρά μαζοχιστική. Είναι μία αυτοτιμωρία, είναι μια απάντηση στην ευκολία που έχω να ζωγραφίζω, είναι μια συνέχεια στις τόσες τεχνικές που έχω δουλέψει κατά καιρούς, και που όλες ήταν επινοήσεις να δυσκολέψουν, να εμποδίσουν την ευκολία, τη μαστοριά, και το χειρότερο είναι, ότι τελευταία σκέπτομαι να κάνω τη διαδικασία αυτή ακόμη πιο περίπλοκη…

    Περισσότερα για την Κερκυραϊκή περίοδο του Βάλια αύριο.

    image_pdf

    Στόριες παγηές

    Η Σταματέλα διηγώτανε στόριες παγηές στην Αγγιολίνα που την άκουε προσεχτικά σα σε κοντσέρτο τση Κόκκινης.

    – Είχαμε όπου λές δίπλα μας μιά φαμίγια απ΄τα Νιοχώρια, Παγηχώρια κάτι τέτοιο απε κάτω απ’ τα μέρη τ’Αλέφκιμου, τη γεναίκα την ελέ’ανε Βαρσαμία και του άντρα της του Σένιου τό’βγαινε ο δρόπακας στο Βέργιο κάτου εις τα ορυκεία για να μη τση λείπει τίποτις αυτηνής οπ’έμοιαζε με τρίφετη ντουλάπα κι η γλώσσα της ήτουνε στραμπουλημένη μιά κουβέντα σωστήνε δεν έβγανε από τα μέσα της!

    – Τσι ταπετσαρίες τσι’λε’ε τσαπετσαρίες,τσι κοντρίνες κορίνες,το περγαμότο ρέ γαμώτο,κι ότανε έντυσα κι εγώ τσού πύργους μου ανέβηκε κι εφώναζε πως τσ’ αντέγραψα τσι τσαπετσαρίες!

    Ωσπου του σαπίκανε τα πνεμόνια του Σένιου κι ε’υρισε ο καψερός κι απόθανε στο τόπο του κι η Βαρσαμία εβ’ήκε κι εκλαιότανε:

    – Mου τονε πήρε ο Χάρος με ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ αντίς πνευματικό οίδημα η χτικιό τέλος πάντω!

    Κι από τότενες την εβγάλανε Βασκανία στη γετονιά κι όλοι έτσι την ηξέρανε.

    – Βασκανία Ξεβασκανία το τελευταίο πού ηξέρω γι’αύτήνε είναι πού πού ετυλιξε με τα πάχη της τα κάλλη της ένα κουτόνε “Γύφτιο π’εδούλε’ε εις τα καίκια και τηνε πήρε κεί στην Αραπιά και την απεκατέστησε Χήρα γεναίκα.

    – Αφού είχε ένανε απόπατο σα μισό ‘Εροδρόμιο συμπλήρωσε η Αγγιολίνα φυσικό’ναι γλ΄πεις αυτονόνανες τσ’άρέ’ει τάπό πίσω.

    Θού Κύριε Φελακή τω στοματί μου.

    image_pdf

    Aναστεναξιές

    Ακουότανε αναστεναξιές – βο΄ητά τσι τρείς ώρες τση νυκτός  απ’ τ’ απέναντι στο καντούνι.

    Εβ’ήκε  αγριεμένη η Αγγιολίνα στη φανέστρα και την έσυρε τη μπατούδα της:

    – Ωρέ τώρα πού τεγειώσανε τα ποδόσφαιρα σας εθυμήθηκε να κάμετε πιτσυκλέτα στη πόντα ντι λέτο με το στεφάνι σας!

    – Πριχού ησάστενε οκουπάτοι  με βάρδιες εις στο Συτοίχημα  για μεροκάματο. Τραβήχτε κι ενωρίς το μπουρντούνι σας γιατί επήξαμε τσου μούλους στη γετονιά!

    – Έλα μια!

    image_pdf

    Τα σαββατογεννημένα

    Η Σταματέλα η γετόνισσα τσ’ Αγγιολής είχε βίζιτα από την πρωτευουσιάνα τη νύφη της π’ όλο κεκλοφορεί με κάτι κοντοβράκια κι ούλα τα κρέατα όξω και πού να μαζέψει τα σαββατογεννημένα τα δίδυμα πο’χουνε το Βερζεβούλη μέσα τους από γεννεσημιού τους.

    Επήανε να πέσουνε οι πύργοι απ’ τες φωνές τση Σταμάτως.

    – Τα λιγόχρονα δεν αφήκανε ούτε ρόποδο όρθιο. Τα τσακίσανε ούλα, τα κάμανε Γης Μαδιάμ! Ως και το γαρδέλι απ’ το κλουβί επελύσανε. Εξεκρεμάσανε τσι κοντρίνες, τα κάντρα, ετσακίσανε τσου καδινάτσους απο τσι πόρτες,δεν έμεινε ρόποδο σου λέω!

    – Πάω να βουρλιστώ!

    – Μο ’ρχεται ν’ αδράξω τη Μπερέττα του σχωρεμένου του Νούφρη μου και να τα σκοτώτσω και τα δυο ινσιέμε κι απέ να πάω να φουρκιστώ!

    image_pdf

    Η απειλή της Αγγιολίνας

    Για το κάζο του Πέρικλε που τονε κογιονάρανε εις του Πελάη τη συγκέντρωση τόμαθε όλο το καντούνι.

    Κι η Αγγιολίνα απείλησε:

    – Θ’ ανέβου απάνω εις τα Γραφεία και θα τσου κάμω φασαρία! Εμείς εψηφάαμε το Μπάμπη όπου είναι άγιος άθρωπος και δεν μας επήρε φράνκο ότανε έπεσε κάτω ο Τώνης μου απ’ το χτικιό και τώρα θα πούνε το Περικλέ μου πράχτορα! Κούτιακας ναι! Άμα ήτουνε πράχτορας από καράβια ή είχε προ-πά θα ‘χε και μαγαζί εδικό του. Δεν θάτανε στη δούλεψη των Ξένωνες.

    image_pdf

    Τότενες ποιός θα μας επλερώνει;

    Το Μίκιο πόχει κάμει και Σκολή, έχει μάθει τορναδόρος κ’ είναι καπολαβόρος σε μηχανουργείο εις το παγηό Λιμάνι τόνε σποζάρει η Αγγιολίνα για την Όργα τη γετόνισσα.

    Αυτόνανε έβαλε και εκουβάλησε εις του Πελάη την Οργάνωσις το Παμήτε Ούλοι το Πέρικλε πούτανε τότσο ντεφετάδος να μάθη τα ιντερέσα του τώρα όπου εργάζεται εις το Κεσενοδοχείο.

    Φαρμακωμένο εύρισε το Πέρικλες.

    – Τι έγινε ωρέ Πέρι, αρώτηξε ο Μίκιος.

    – Να, κεις που εκουβεντιάζαμε πώς θα κάμουμε  κομμουνισμό και θαμάστενε όλοι ίσοι ένα πράμα, τσούπα: “Αφού θαμάστενε ίσοι ούλοι τότενες ποιός θα μας επλερώνει;” Και μου βάνουνε κάτι φωνές που εσειστήκανε οι πύργοι κι επήα κι έφυγα.

    image_pdf